Syrian food


Το απέναντι διαμέρισμα ήταν ξενοίκιαστο εδώ και χρόνια. Δυαράκι βολικό, πολλοί το ήθελαν, αλλά η ιδιοκτήτρια που ζει στη Μυτιλήνη δεν πήρε χαμπάρι πως άλλαξαν οι εποχές και το νοίκι από ένα δυαράκι δεν μπορεί πλέον να σε ταίζει για ένα μήνα, οπότε το σπίτι ήταν ξενοίκιαστο για τέσσερα περίπου χρόνια. Πριν δυο τρεις μήνες είδαμε κινητικότητα, ήρθαν και το έβαψαν τσάτρα πάτρα αλλά νοικάρηδες δεν βλέπαμε. Μάθαμε τελικά πως νοικιάστηκε στη ΜΚΟ Praxis για να φιλοξενηθούν πρόσφυγες. Πριν δυο βδομάδες εμφανίστηκε μια οικογένεια. Μια νεαρή μαμά και τρία μικρά, από 2 το μικρότερο μέχρι 7-8 χρόνων το μεγαλύτερο. Απόμακρη και σαν φοβισμένη η μαμά στην αρχή αλλά τα μικρά είναι μικρά και έπαιζαν. Τα άκουγα να κελαηδούν όλημερίς. Οι συγκάτοικοι της πολυκατοικίας δεν έδωσαν σημασία μεγάλη, άλλωστε είναι πολυκατοικία γερόντων. Τον μέσο όρο ηλικίας κατεβάζουν ο γιος μου και η φοιτήτρια στο διπλανό διαμέρισμα. Μόνο μια κυρία το ανέφερε αλλά όχι με άσχημο τρόπο, είπε απλώς πως ήρθε μια οικογένεια σύριων με παιδάκια και της απάντησα πως επιτέλους θα ακουστούν και πάλι στο «νεκροταφείο» μας παιδικές φωνές.
Μια μέρα σκέφτηκα και είπα στο γιο να δούμε στα λούτρινα που μας έμειναν από τη δική του παιδική ηλικία, ποια δεν θέλει να κρατήσει για να τα δώσουμε στα πιτσιρίκια. Μου απάντησε πως το είχε σκεφτεί κι αυτός και όχι μόνον αυτά αλλά κατέβασε διάφορα κουτιά και έβγαλε αυτοκινητάκια και άλλα τέτοια. Τα βάλαμε σ’ ένα κουτί και χτυπήσαμε το κουδούνι. Ακούγαμε φωνούλες αλλά κανένας δεν μας άνοιξε. Ξαναχτυπήσαμε άλλες δυο τρεις φορές μέχρι να πάρει απόφαση η μαμά να ανοίξει, μετά από δυο μέρες την πόρτα, μάλλον φοβόταν. Τα μικρά πανηγύρισαν μόλις είδαν τα κουκλάκια και τα αυτοκινητάκια. Η μαμά με ευχαρίστησε και έκλεισε την πόρτα. Μου χτύπησε αργότερα να με ρωτήσει, με νοήματα αφού δεν ξέρει αγγλικά, αν μπορώ να της «δανείσω» wifi για να μπορεί να επικοινωνεί με τον άντρα της που κάπου είναι αλλά δεν κατάλαβα που. Της έδωσα τον κωδικό, με ευχαρίστησε και πάλι και το άλλο βράδυ χτύπησε το κουδούνι, άνοιξα και την είδα μ’ ένα πιάτο γεμάτο φαγητό. Σύριαν φουντ, μου είπε, και μου έδωσε το πιάτο. Νοστιμότατο φαγητό, σαν τα γεμιστά τα δικά μας αλλά με κιμά από κοτόπουλο και πολύ πικάντικα. Η δική μου μαμά μου έχει μάθει πως δεν γυρνάμε ποτέ το πιάτο με το οποίο μας έφεραν πεσκέσι άδειο αλλά εκείνη τη μέρα έφτιαχνα παστίτσιο και είχε και χοιρινό κιμά άρα απαγορευτικό. Νταξ, δεν πειράζει, είχα τρεις σοκολάτες στο σπίτι, τις έβαλα στο πιάτο και το επέστρεψα γεμάτο και όλα μια χαρά.
Χτες το βράδυ χτύπησε και πάλι το κουδούνι και ανοίγοντας την πόρτα είδα το μεγαλύτερο αγόρι μ’ ένα πιάτο γεμάτο στο χέρι κι ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά. Πήρα το πιάτο, τον ευχαρίστησα και του έδωσα ένα φιλί. Έφυγε με πιο μεγάλο χαμόγελο.
Το πρωί σήμερα έφτιαξα ένα κέικ, έβαλα το μισό στο πιάτο και χτύπησα το κουδούνι τους. Τώρα πλέον ανοίγουν αμέσως, έκαναν χαρές τα μωρά με το κέικ και το πιο μικρό όρμησε για αγκαλιές, γελώντας. Το σήκωσα ψηλά και πήρα την πιο σφιχτή αγκαλιά εδώ και χρόνια. Τους ρώτησα με νοήματα τα ονόματά τους και τους είπα το δικό μου. Επίσης έμαθα πως το μεγαλύτερο και γελαστό αγοράκι, ο Ομέρ, δεν ακούει και δεν μιλάει. Τα λέει όμως όλα με τα μάτια, το χαμόγελο και τη γλώσσα του σώματος.
Η Σάλμα μαγειρεύει νοστιμότατα οπότε όπως καταλαβαίνετε εμείς, ως οικογένεια, θα εντρυφήσουμε στη συριακή κουζίνα και η Σάλμα και τα παιδιά στη δική μου. Ο γιος μου θα με στείλει, είμαι σίγουρη, να ζητήσω τη συνταγή για τις πατάτες που τις βρήκε θεϊκές.
Πολύ χαίρομαι που έχω τόσο καλούς γείτονες αν και εύχομαι να μπορέσουν να φύγουν γρήγορα και να πάνε να βρούνε το μπαμπά τους.
Advertisements

Εφιάλτης


12419125_10207557954323621_9128413220486506920_oΚάποτε η προσφυγιά ήταν για μένα ιστορίες της μαμάς και της γιαγιάς που τις άκουγα και τις ξανάκουγα μέχρι που τις βαρέθηκα. Ιστορίες που χανόταν στο χρόνο επειδή ήμουν μικρή κι όλα αυτά φάνταζαν «αρχαιολογία» στα μάτια και στ’ αυτιά μου. Δεν ήταν τόσο μακρινά, φυσικά, αλλά ξέρετε πως είναι τα παιδιά….
Τώρα οι ιστορίες προσφυγιάς ήρθαν δίπλα μας, χιλιάδες ιστορίες ανθρώπων που περνούν δίπλα μας, όπως πέρναγαν κάποτε η μάνα κι η γιαγιά μου δίπλα από άλλους ανθρώπους.
Ο δρόμος της προσφυγιάς, ένας από τους εφιάλτες της ζωής μου
Φωτογραφία προχτεσινή, από το λιμάνι του Πειραιά την ώρα που έφτασαν 4000 πρόσφυγες και τα κορίτσια του «Πλέκουμε Αλληλεγγύη» ήταν εκεί για να φορέσουν ζεστά σκουφάκια, γαντάκια και κασκολάκια στα κεφαλάκια, τα λαιμουδάκια και τα χεράκια των παιδιών.

Χριστουγεννιάτικο μπαζάρ για το ξεblogάρισμα


 

To ξεblogάρισμα διοργανώνει το Σάββατο 24 και την Κυριακή 25 Νοεμβρίου το 5ο Χριστουγεννιάτικο μπαζάρ του, για την ενίσχυση των άπορων κρατουμένων και των παιδιών που ζουν με τις φυλακισμένες μητέρες τους στις γυναικείες φυλακές Ελεώνα Θήβας. Στο μπαζάρ, θα διατίθενται χριστουγεννιάτικα, χειροποίητα είδη δώρων, παραδοσιακά προϊόντα, ρούχα, βιβλία και πολλά άλλα, σε συμβολικές τιμές όπως: μεταχειρισμένα ρούχα με 2 ευρώ, καινούργια βρεφικά και παιδικά σετ με 3 ευρώ, χειροποίητα κεριά με 2 ευρώ, βιβλία από 1-5 ευρώ κ.ά. Στη διάρκεια του μπαζάρ θα συλλέγουμε είδη πρώτης ανάγκης για τις φυλακισμένες και τα παιδάκια όπως: πάνες, είδη παιδικής περιποίησης, σαμπουάν, αφρόλουτρα, οδοντόκρεμες, οδοντόβουρτσες, σερβιέτες, χαρτί υγείας, απορρυπαντικό για πλύσιμο ρούχων, υγρό καθαρισμού χώρου, σαπούνια, τηλεκάρτες κ.ά. Το μπαζάρ θα πραγματοποιηθεί στην διεύθυνση Ξενοφώντος 4, στον 6ο όροφο, δίπλα στην πλατεία Συντάγματος από τις 11 π.μ. έως τις 8 μ.μ..

ασανσέρ πάλι


Διάβασαν την προηγούμενη ανάρτηση οι φίλοι μου κι άρχισαν τα τηλέφωνα. «Τι έπαθες ρε συ; Μη μασάς…» και τέτοια. Ασανσέρ, φίλοι μου, αυτό έπαθα. Κατεβαίνω στα Τάρταρα, μετά κάπου βλέπω λίγο φως, ανεβαίνω και ρουφάω μια τζούρα μέχρι να έρθει η επόμενη σφαλιάρα και να με ξαναρίξει στο σκοτάδι. Να… σήμερα για παράδειγμα. Με το ζόρι κρατιόμουν μην αρχίσω να γράφω σεντόνια για το χάος που ζω κάθε μέρα στο σχολείο, για τους «συναδέλφους» που εμείς οι ίδιοι αφήσαμε να θεριέψουν επειδή έπρεπε (όταν έκαναν μαλακίες, όταν άντε μην αρχίσω…. ) να δείξουμε «συναδελφική αλληλεγγύη» και να σπρώξουμε τα σκατά κάτω από το χαλί αντί να τους ρίξουμε μια μούτζα γιατί με τις δικές τους μαλακίες έπαιρναν κι εμάς στο λαιμό τους και τώρα τους κοιτάμε να μας κάθονται στο σβέρκο. Πάνω λοιπόν που κρατιόμουν με το ζόρι έσκασε αυτό το φωτάκι που μ’ έκανε να σκεφτώ πως πέρα από τους «συνάδελφους», πέρα από τη συμμορία που κάνει κουμάντο στο σχολείο, υπάρχουν με ρικές φορές και κάποια παιδιά που σε θυμούνται.

Έβγαινα από έναν σταθμό του ΜΕΤΡΟ όταν άκουσα το όνομά μου και γύρισα. Ένας νεαρός με κοιτούσε χαμογελώντας και με πλησίαζε. Ξυρισμένο κεφάλι με μια λωρίδα μόνο μαλλί, σκουλαρίκια, ένα κάπως dandee ντύσιμο, «καλλιταχνικό στιλ σύμφωνα με κάποια στερότυπα. «Εσύ είσαι, εσύ είσαι…» μου είπε πλησιάζοντάς με. Το πρόσωπό του γνωστό αλλά δεν μπορούσα να το ταυτίσω με συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μου. Χαμογέλασα όμως και τον πλησίασα. «Είμαι ο Μ. από το σχολείο στ …» Τον θυμήθηκα πριν πει το σχολείο. Ήταν ο Μ., το «Cureάκι», έτσι τον έλεγα. Λάτρευε τους Cure και είχε γουρλώσει τα μάτια όταν του είχα πει ότι ήμουν σε live τους όταν αυτός μπουσούλαγε. Νομίζω πως είχα να τον δω από τότε που τελείωσε το σχολείο, ο Μ. επέμενε πως είχαμε ξανασυναντηθεί αλλά εγώ δεν το θυμάμαι. Ου γαρ έρχεται μόνον….

«Σε σκέφτομαι συχνά», μου είπε «κι αναρωτιέμαι τι να κάνεις. Πολλές φορές μιλάω για σένα και σκέφτομαι αυτά που μας έλεγες… Έτσι ζω τη ζωή μου, δεν πουλιέμαι σε κανέναν….». Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα «Τι τους έλεγα άραγε; Ποιες φράσεις χαράχτηκαν στο μυαλό του; Του έκαναν καλό ή κακό; Ω Θεοί! Τελικά επηρεάζουμε πολύ κάποια παιδιά με τη στάση και τα λόγια μας». Μου είπε ότι είναι καλά, ασχολείται με τα καλλιτεχνικά, κάνει αυτό που θέλει και μέσα σ’ όλα φτιάχνει κοσμήματα. Και τότε άνοιξε μια σακούλα «Εδώ τα έχω, θέλω να σου κάνω ένα δώρο, διάλεξε ποιο απ’ όλα σ’ αρέσει. Είναι λίγο αντισυμβατικά αλλά εσύ ποτέ δεν ήσουν συμβατική, είσαι ίδια όπως σε άφησα». Διάλεξα ένα βραχιόλι φτιαγμένο από δέρμα, σε πολύ ιδιαίτερο σχέδιο. Το φοράω τώρα που γράφω, θα το φοράω και αύριο στο σχολείο. Είναι ο μισθός μου κουφάλες, το βραβείο μου, κι αυτό δεν μπορεί κανείς σας να μου το δώσει ή να μου το πάρει. Αύριο θα σηκώσω και τα μανίκια για να το δουν όλοι.

Βιαζόταν ο Μ. , βιαζόμουν κι εγώ. Μου είπε και για έναν συμμαθητή του που άνοιξε ένα καφέ στα Εξάρχεια, σκέφτομαι να περάσω κάποια μέρα. Άραγε θα με αναγνωρίσει και κείνος; Με τον Μ. δεν ανταλλάξαμε τηλέφωνα που ποτέ δεν θα πάρουμε. Με τη σιγουριά πως κάποια στιγμή θα ξαναπέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο σε μια άλλη στάση του ΜΕΤΡΟ.