Oh captain, my captain


tumblr_static_untitled-6Σκεφτόμουν την ανοησία που πέταξε -ανάμεσα σε άλλες- αυτός ο νεόκοπος αστέρας της πολιτικής, ο πατριώτης μου βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης σε άρθρο του στην Αυγή (http://www.avgi.gr/article/6166852/apo-ti-theoria-stin-praxi), που ξεσήκωσε θύελλα αρνητικών σχολίων και «άδειασμά» του από την εκπρόσωπο Τύπου Ράνια Σβίγκου.

Ο κύριος Τριανταφυλλίδης είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., είναι κάτοχος ειδικού μεταπτυχιακού τίτλου για διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό και από το βιογραφικό του φαίνεται πως έχει ελάχιστη σχέση με μάχιμο εκπαιδευτικό, αφού το 1997 διορίστηκε ως φιλόλογος με επετηρίδα σε οργανική θέση, από την οποία αργότερα παραιτήθηκε για να αφιερωθεί αποκλειστικά στη δημοσιογραφία.

Μέσα σ’ όλη τη μπουρδολογία του γράφει το εξής:

Τον ρόλο και την αποτελεσματικότητα των καθηγητικών σχολών. Εκπαιδεύουν μάχιμους εκπαιδευτικούς με όνειρο και φιλοδοξία να είναι μέσα στην τάξη οι δάσκαλοι – παιδαγωγοί έτσι ώστε να κερδίζουν κάθε μέρα την αναγνώριση των μαθητών τους; (σαν την αναγνώριση με την προσφώνηση «Oh captain, my captain», που κέρδισε ο καθηγητής Τζον Κίτιγκ από τους μαθητές του, στον «Κύκλο των χαμένων ποιητών»; https://www.youtube.com/watch?v=j64SctPKmqk).

Μόνο άσχετος με τη διαδικασία μιας σχολικής τάξης, και ειδικά με το πως εχει εξελιχθεί το σχολείο τα τελευταία χρόνια, θα μπορούσε να πετάξει μια τέτοια στερεοτυπική μπούρδα μεγατόνων. Να τον ενημερώσω λοιπόν πως η πραγματικότητα ΔΕΝ είναι Χόλιγουντ, αν και θα ήταν υπέροχα αν θα μπορούσε να είναι. Αν μπορούσαμε δηλαδή, να γράφουμε εμείς κατά το δοκούν το σενάριο της πραγματικότητας και τους ρόλους των πρωταγωνιστών. Έλα όμως που η κοινωνία και κατ’ επέκταση ο μικρόκοσμος ενός σχολείου, γράφει τα δικά της σενάρια στα οποία καλούμαστε να παίξουμε το ρόλο μας, έναν ρόλο που δεν περιέχει χολιγουντιανά στερεότυπα. Ακόμα όμως κι αν γινόταν να γίνει η πραγματικότητα Χόλιγουντ, να ενημερώσω τον ανόητο βουλευτή πως συγκρίνεις μόνο ομοειδή αντικείμενα κι αυτό δεν είναι μόνον μαθηματική λογική, άρα όφειλε και ως φιλόλογος να το γνωρίζει. Ο καθηγητής Κίτινγκ που μας πέταξε στη μούρη ως επιθυμητό στόχο-πρότυπο, δίδασκε σε ένα σχολείο στο οποίο οι μαθητές δεν έχουν καμμία σχέση με την πραγματικότητα των ελληνικών σχολείων σήμερα. Το σχολείο του Κίτινγκ ήταν ένα αυστηρό κολλέγιο της ανώτερης τάξης, προσανατολισμένο στην απόλυτη πειθαρχία και οι μαθητές του ήταν έφηβοι με φιλοδοξίες, γνώσεις και ανησυχίες, στους οποίους ο Κίτινγκ έδωσε έναν εναλλακτικό, πιο ανθρωποκεντρικό τρόπο μάθησης. 9af71b9c0749cab6d06e80138d3f1a0aΕίχε μαθητές που διψούσαν να μάθουν, απλώς δεν βολεύονταν στην αυστηρή πειθαρχεία του σχολείου τους. Κι όχι όλοι, η συντριπτική πλειοψηφία την είχε αποδεχτεί και καθόλου δεν την αμφισβητούσε, περισσότερο αντιδρούσε στους νεωτερισμούς του Κίτινγκ στην αρχή. Παρ’ όλα αυτά κάποιοι πιο ευαίσθητοι ή πιο επαναστάτες τον ακολούθησαν και τον λάτρεψαν. Πράγμα που συμβαίνει σχεδόν σε όλα τα σχολεία και σε όλους τους δάσκαλους. Κάποιοι μαθητές σου σε λατρεύουν, για τους πολλούς είσαι άλλος ένας που πρέπει να υπομείνουν και κάποιοι σε μισούν. Το να ζητάς όμως να γίνουν Κίτινγκ άνθρωποι που δουλεύουν πολλές φορές σε συνθήκες θηριοτροφείου, με μαθητές χωρίς καμμιά απολύτως φιλοδοξία (νάτο πάλι το Χόλιγουντ, έχει στερεότυπο και γιαυτή την περίπτωση) είναι ανοησία στην καλύτερη περίπτωση. Στη χειρότερη περίπτωση, αν αυτός που το ξεστομίζει είναι βουλευτής, τότε η ανοησία γίνεται επιπλέον και επικίνδυνη.

Το στερεότυπο που αναφέρω παραπάνω  είναι η ταινία Ασυμβίβαστη Γενιά (Dangerous Minds) του 1995 με τη Michelle Pfeiffer . Το κακό είναι πως κανένας από μας δεν μοιάζει στη Μισέλ και πως το τέλος του έργου είναι κάθε φορά απρόβλεπτο.

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%AF%CE%B2%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%93%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%AC

ΥΓ: Δεν ξέρω πάντως πως θα μπορούσα να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου αν ήμουν ο Κίτινγκ και εξαιτίας της εμπνευσμένης διδασκαλίας μου κάποιος έφηβος έκοβε το λαιμό του στο τέλος του έργου. Αυτό το σημείο της ταινίας ποτέ κανείς δεν το σχολίασε απ’ όσους ονειρεύονται να γίνουν οι ίδιοι ή να πείσουν τους άλλους γίνουν Κίτινγκ

 

Advertisements

Προδοσία


Στο μυαλό σχεδόν όλων μας η προδοσία είναι μια λέξη φορτισμένη πολύ έντονα αρνητικά. Συνήθως τη συνδέουμε με «μεγάλες» έννοιες, Πατρίδα, Θρησκεία, Τιμή. Εγώ όμως δεν θέλω να μιλήσω γιαυτές τις προδοσίες αλλά για τις άλλες, τις μικρές και καθημερινές, αυτές που περνάνε απαρατήρητες σαν λεπρομέρειες.

Ο πατέρας μου είχε στη γάμπα  του ένα σημάδι, στρογγυλό σε μέθεθος μεταλλικού κατοστάρικου (υποθέτω τα θυμόμαστε ακόμα τα κατοστάρικα…), με χρώμα καφετί που σκούραινε όσο πήγαινε προς το κέντρο. Κάποια στιγμή, μικρό κοριτσάκι πριν πάω στο σχολείο, είχα ρωτήσει τον πατέρα μου τι σημάδι είναι αυτό και πως το έπαθε. Τότε ο μπαμπάς αμέσως και πολύ ανάλαφρα μου απάντησε πως του το είχαν κάνει στον πόλεμο οι γερμανο, τον είχαν πυροβολήσει. Δεν ρώτησα τίποτε άλλο, ο πόλεμος και οι γερμανοί ήταν κάτι μυθικό στο παιδικό μυαλό μου, γεμάτο πείνα και ηρωισμούς. Κι επειδή ο πόλεμος είχε ηρωισμούς, στο παιδικό μου μυαλουδάκι ο μπαμπάς άρχισε να ψηλώνει και να γίνεται ήρωας. «Για να έχει τέτοιο σημάδι» σκεφτόμουν «δεν μπορεί παρά να έκανε κάτι ηρωικό! Τον χτύπησαν οι κακοί γερμανοί αλλά ο μπαμπάς ηρωικά τους ξέφυγε…». Ένα σωρό διαφορετικές εκδοχές ηρωισμών περνούσαν από το μυαλό μου, ανάλογα με την ταινία που είχα δει την Κυριακή.

Κάποια στιγμή μεγάλωσα, πήγα σχολείο και έμαθα αριθμητική. Η αριθμητική όμως άρχισε να αμφισβητεί τις ηρωικές ιστορίες που είχα πλάσει για το μπαμπά. Βλέπεις είχε γεννηθεί το 1931 και ήταν 10-12 χρονών στην Κατοχή, τι ηρωισμούς να είχε προλάβει να κάνει; Η πίστη μου στον ηρωισμό του μπαμπά άρχισε να κλονίζεται, δεν ήθελα με τίποτε να πιστέψω ότι μου είχε πει ψέμματα αλλά και πάλι βρήκα τη λύση. «Λίγα ήταν τα παιδιά που έδρασαν με ηρωισμό στην κατοχή; Να δεις που ένα τέτοιο παιδί θα ήταν και ο μπαμπάς κι εγώ ανησύχησα….». Δεν τόλμησα ποτέ να τον ρωτήσω τι είχε κάνει στην κατοχή και τον πυροβόλησαν οι γερμανοί, ίσως φοβόμουν την αλήθεια που θα θρυμμάτιζε τις ιστορίες μου.

Η αληθινή ιστορία εμφανίστηκε χρόνια μετά και δεν θυμάμαι καθόλου με ποιο τρόπο. Το σημάδι φυσικά δεν προερχόταν από καμμιά σφαίρα γερμανών, είχε γίνει με κάποιο τρόπο πιο πεζό, μάλλον κάψιμο στη σόμπα. «Μα γιατί ρε μπαμπά μου είχες πει ότι ήταν από σφαίρα γερμανών στην κατοχή;». Γέλαγε ώρα ο πατέρας μου…. «Καλά βρε, το είχες πιστέψει;» με ρώτησε «έτσι το είχα πει, για πλάκα….».

Τόσα χρόνια οι αριθμοί μου έδιναν την αλήθεια κι εγώ απλώς γυρνούσα το κεφάλι, αποκλείεται να ήξεραν αυτοί κι όχι ο πατέρας μου, αποκλείεται να μου είχε πει ψέμματα. Αποκλείεται ο μπαμπάς μου να με είχε προδώσει.

«Ναι, μπαμπά, το είχα πιστέψει» του απάντησα και γέλασε πιο πολύ….

Τι είναι προδοσία αλήθεια;

Τακ, τακ, τακ, τακ…..


Οι μέρες πλέον έχουν αρχίσει να μετράνε ανάποδα. Τακ, τακ, τακ, τακ… σαν χρονόμετρο που μετράει την απόσταση από την ανεργία. Πέρασαν έξι μήνες, μένουν άλλοι δύο. Σαν το μαρτύριο της σταγόνας που σταλάζει στο μέτωπό σου και σε κάθε τακ περιμένεις το πως θα τρυπήσει το μέτωπο σου για να ξεχυθούν τα μυαλά σου έξω. Όχι, δεν είναι ακόμα η ώρα, πρέπει να πέσουν κι άλλες σταγόνες. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι, 61 ημέρες, 1,464 ώρες, 87.840 λεπτά, 5.270.400 δευτερόλεπτα. Τόσες σταγόνες σε χωρίζουν από την ανεργία και ήδη, μέχρι να γράψεις αυτές τις λέξεις, χάθηκαν μερικές. Όπως και να τα μετρήσεις δεν βγαίνει ο λογαριασμός, γεμίσαμε αριθμούς που τους μετράμε. Πόσα μόρια έχεις; τα μετράς και τα ξαναμετράς, αύριο θα τα δεις και επίσημα μετρημένα, αλλά όσο και να τα μετράς και να ψάχνεις μπας και ξέχασες κανένα μόριο κρυμμένο σε τσέπη, ξεχασμένο σαν κέρματα που τα πέταξες κάποια στιγμή και τα ξέχασες, αυτά μένουν ίδια. Τι μετράει στα μόρια, ποια χαρτιά; Χαρτιά έχεις αλλά δεν μετράνε, έχεις άλλα απ’ αυτά που μετράνε. Δεν μετράει ούτε η αγάπη σου για τη δουλειά σου, ούτε η ανάγκη σου, ούτε τα πτυχία σου. Μετράνε άλλα πτυχία που δεν τα έχεις, μετράει ο ΑΣΕΠ που δεν υπήρχε όταν διορίστηκες και πρέπει το κράτος να τιμωρήσει εσένα και όσους δεν το προβλέψανε, δεν πήγανε σε μάγισσες και χαρτορρίχτρες να τους πουν το μέλλον, που έλεγε πως κάποια στιγμή, κάποιος Αρσένης θα αλλάξει το σύστημα κι πως έπρεπε να περιμένετε γιατί κάποια άλλη στιγμή, το κράτος θα σας τιμωρούσε γιαυτή την απρονοησιά σας.

Περιμένεις….. τακ, τακ, τακ, τακ, φαγώγηκαν μερικά ακόμα δευτερόλεπτα. Υποσχέσεις… «θα επιστρέψουν δεύτερα πτυχία, έχουμε ανάγκη από μαθηματικούς…». Επέστρεψαν… κάποια, όχι το δικό σου. Κι αυτά τα κάποια δεν έκαναν όλα αίτηση να γυρίσουν, είχαν ΑΣΕΠ και θα πάνε σε ΙΕΚ, γιατί να διαβάσουν από την αρχή καινούρια πράγματα ή μάλλον παλιά, παρατημένα για χρόνια; Υποσχέσεις ξανά…. «ήταν άδικο, αβλεψία, σας χρειαζόμαστε, σας αδικήσαμε και θα επανορθώσουμε…… όπου νάναι θα ξαναπροκηρυχθούν δεύτερα πτυχία» λέει ο Λ. Αναθαρρείς, περιμένεις, θα ξαναμπείς σε τάξη… ίσως…. ίσως δεν μείνεις άνεργη… Και μετά ο Λ. τα παίρνει στο κρανίο «μ’ έχετε γαμήσει» λέει σε κάποιους, σπάει το κινητό του, κοπανάει τοίχους και πόρτες και φεύγει. «Ρε δε γαμιέστε, εμείς θέλουμε να απολύσουμε 400 κι εσείς με τις μαλακίες σας θα καταφέρετε ν’ απολυθείτε περισσότεροι….» σκέφτεται, και κάνει πάσα το θέμα στον Β. αλλά ο Β. δεν έχει ιδέα για το θέμα, υποθέτεις πως δεν θέλει καν ν’ αποκτήσει. Παίρνεις τηλέφωνο να μάθεις. Η γραμματέας του, γνωστή σου από παλιά, «δεν ξέρω, δεν έχει ενημερωθεί, δεν ξέρω ποιος θα αναλάβει το θέμα.. ξαναπάρε κατά το τέλος της βδομάδας». Κι εσύ βουλιάζεις στο αδιέξοδο, ποιό τέλος της βδομάδας; Που ζούνε; Δεν ακουν το τακ, τακ, τακ, τακ…… Όχι, δεν το ακούνε, δεν νοιάζονται, δεν χτυπάει γι’ αυτούς.

Σκέφτεσαι, ξανασκέφτεσαι, μετράς και ξαναμετράς… δεν βγαίνουν τα νούμερα. Σε δύο μήνες δεν θα βγαίνουν τα νούμερα καθόλου. ΔΕΗ, ΟΤΕ, δάνειο, φαγητό, γερμανικά, χαράτσια, φόροι….. δεν βγαίνουν. Σκέφτεσαι θα κάνεις αίτηση για σύνταξη, έχεις θεμελιώσει δικαίωμα και κάποιοι σε μακαρίζουν που έχεις κι αυτό σαν λύση απελπισίας. Και για σένα λύση απελπισίας είναι, εσύ δεν ήθελες να βγεις στη σύνταξη, έλεγες «είναι νωρίς ρε παιδιά, δεν με πήραν δα και τα χρόνια. Άλλωστε μου αρέσει να δουλεύω, τι θα κάνω στο σπίτι; Θα σαπίσω…». Τώρα σκέφτεσαι πως δεν είναι μόνο το σάπισμα, είναι και το ότι θα μετατρέψουν σε επίδομα τη σύνταξη, το λένε όλοι. Ένα επίδομα 360 ευρώ ίσα για να πάρεις μια φρατζόλα ψωμί τη μέρα να μη ψοφήσεις απ’ την πείνα. Ούτε όμως ψωμί δεν θα μπορείς να πάρεις, τα 300 θα στα παίρνουν πίσω. Το δάνειο βλέπεις, η εξαγορά των πλασματικών για να καταφέρεις να θεμελιώσεις το «δικαίωμα». Δικαίωμα… ας γελάσω….. Δεν υπάρχουν πια δικαιώματα, μόνο υποχρεώσεις υπάρχουν. Κι ο χρόνος που μετράει αμείλικτος ανάποδα.

Τακ, τακ, τακ, τακ…… Η εγχείρηση πέτυχε αλλά ο ασθενής απέθανε. Μπορείς όμως να περηφανεύεσαι, απέθανες αλλά το κράτος σώθηκε….

 

Μέτρησα τα χρόνια μου…


«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ όσο έχω ζήσει έως τώρα…
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες:τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση. Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικάνόρμεςδιαδικασίες καιεσωτερικοί κανονισμοί,(μήπως σας θυμίζουν..κάποιο Οργανισμό?) γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά…

Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που, παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει. Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες. Δεν θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.

Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους

Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.

Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα.

Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται…Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…

Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δεν θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.

Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.

Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων…Ανθρώπους τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.

Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν…

Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’όσες έχω ήδη φάει.

Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου…» 

Κείμενο από τον Mario de Andrade (Ποιητή, συγγραφέα, δοκιμιογράφο και μουσικολόγο από τη Βραζιλία).

νιάτα


Να είναι Πάσχα, Μ. Παρασκευή. Να είσαι 21 χρόνων. Να μυρίζει όλος ο τόπος βιολέττες, πασχαλιές και Άνοιξη. Να είναι σούρουπο, ένα από κείνα τα χλιαρά και λιγωμένα ανοιξιάτικα απόβραδα. Να νιώθεις πως σκας από κάτι απροσδιόριστο, κάτι ανάμεσα σ’ ευτυχία και θλίψη. Να θες να πετάξεις και να γίνεις ένα μ’ αυτόν τον χλιαρό αέρα και ταυτόχρονα να θες να βυθιστείς στα Τάρταρα κλαίγοντας για όλους και για όλα. Να είσαι με την κολλητή σου στο σπίτι του καλού της, μ’ ανοιχτά τα παράθυρα για πρώτη φορά μετά το χειμώνα. Ν’ ανοίγεις την τηλεόραση και ν’ ακούς μια μουσική που σε μαγεύει. Κολλάς στις εικόνες που είναι το ίδιο μαγικές, κολλάει το ίδιο και η κολλητή σου που το παίζει σκληρή, τη βλέπεις με την άκρη του ματιού σου αλλά δεν βγάζεις κιχ μη το χαλάσεις. Ακούς ακίνητη, σε έκσταση, ρουφώντας τον μυρωδάτο αέρα. Κι όταν τελειώνει η μουσική καταλαβαίνετε πως είναι Μ. Παρασκευή κι έχετε πει πως κάθε τέτοια μέρα θα πηγαίνετε σε μια ήσυχη εκκλησία ν’ ακούσετε τους ύμνους που σας μαγεύουν κι ας είστε άθεες. Φεύγετε τρέχοντας, γελώντας και ψάχνοντας να βρείτε σε ποια θα πάτε. Σκέφτεσαι πως θα έχεις πάλι καυγάδες με τη μάνα σου γιατί ξεχάστηκες όλη μέρα στους δρόμους αλλά δεν σε νοιάζει. Θα τα μπαλώσεις πάλι, θα πεις πως πήγες στον Επιτάφιο. Δεν θα σε πιστέψει αλλά….

Δεν θυμάσαι σε ποια εκκλησία βρεθήκατε, δεν έχει πλέον σημασία. Αυτό που δεν ξεχνάς είναι η μυρωδιά του σούρουπου και τα δυο κορίτσια που έτρεχαν στους δρόμους της Τριανδρίας μαγεμένα από τη μουσική και τις μυρωδιές, ζαλισμένα από τα νιάτα τους.

Η μυρωδάτη πόλη ήταν η Θεσσαλονίκη και η Τριανδρία των αρχών του ’80 και η μουσική που τις μάγεψε ήταν το «Κύριε των Δυνάμεων» του Σταμάτη Σπανουδάκη με τις φωνές του Γιάννη Κούτρα και της Ελένης Βιτάλη.

στιγμές (ξανά…)


Είναι ψηλός, αρχοντάνθρωπος, γαλανομάτης κι όμορφος κι εγώ 5 χρόνων, η πρωτότοκη και κλώνος του. Φοράει πάντα γυαλιά ηλίου (κάτι σαν τα κλασικά Rayban) και βλέπει πως κι εγώ μισοκλείνω τα μάτια μου και ζαρώνω το μέτωπο στον ήλιο. Με παίρνει και πάμε σ’ ένα κατάστημα οπτικών και παραγγέλνει ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου -ίδια με τα δικά του- σε παιδικό μέγεθος. Τα φοράω και κοντεύω να σκάσω από περηφάνια όταν περπατάμε μαζί στο δρόμο. Προσπαθώ να συγχρονίσω το βήμα μου μαζί του, εγώ μια σταλιά κι αυτός θεόρατος, με αποτέλεσμα να περπατάω σαν καρικατούρα. Κανείς δεν με πείθει να μη το κάνω, είναι ο μπαμπάς μου και φοράμε τα ίδια γυαλιά ηλίου και είμαι το μόνο παιδί στη γειτονιά που φοράει γυαλιά από μαγαζί κι όχι τα ψεύτικα από το περίπτερο.
Γυρνάει πρωί από τη δουλειά, είναι σκοτωμένος από κούραση αλλά εγώ παραμονεύω. Πέφτει στο κρεβάτι του και τρυπώνω δίπλα του. «Μπαμπά, τα παραμύθια; Θα μου πεις τα παραμύθια;» Μου τα λέει, δύο παραμύθια δικής του έμπνευσης, τα ίδια πάντα, που τ’ ακούω χωρίς να βαριέμαι. Και μετά μου τραγουδάει, «άστο το χεράκι σου, το μικρό σου χέρι, άστο το χεράκι σου να σου το κρατώ…» και καμμιά φορά το «άστα τα μαλλάκια σου…». Μετά κοιμάται κι εγώ χαζεύω τον ουρανό. Από μικρή βουρκώνω όποτε ακούω αυτό το τραγούδι.
Είμαι γύρω στα 22, φοράω μια μακριά πορτοκαλί φούστα κι ένα κοντό μαύρο μπλουζάκι. Περνάω να τον πάρω για να πάμε κάπου, δεν θυμάμαι που. Έχει μεγαλώσει, έχει ασπρίσει κι έχει χάσει μαλλιά, είναι όμως πάντα αρχοντάνθρωπος. Τον κρατάω από το χέρι και περνάμε από τα καφέ της Αγ. Σοφίας. Συνειδητοποιώ πως οι μπαρμπάδες τον κοιτάζουν με ζήλια. Γελάω και του το λέω. «Μπαμπά σε ζηλεύουν, αναρωτιούνται πως τα κατάφερες και έριξες το τεκνό και σε κυκλοφοράει κρατώντας σε από το χέρι περήφανη…. Μα δεν βλέπουν πως είμαστε ίδιο;». «Ιδέα σου είναι» μου απαντάει αλλά γελάνε και τα μουστάκια του.
Φτάνω στο νοσοκομείο, η μαμά μου έχει πει πως ίσα που τη γλύτωσε προς στιγμήν. Ταξίδευα όλη τη νύχτα, η καρδιά μου έχει βουλιάξει, αρνούμαι να πιστέψω πως πεθαίνει. Φτάνω στο δωμάτιο, η μαμά με γυρισμένη πλάτη κάτι του λέει. Τον βλέπω στο κρεβάτι με μάσκα οξυγόνου. Με βλέπει και κάτι της λέει, «τι λες Τ.;» τον ρωτάει. Έχω ήδη πλησιάσει πολύ, βλέπω τα μάτια του να λάμπουν. «Ήρθε το κορίτσι μας Σ. Το κορίτσι μας…». Δεν σ’ έσωσα μπαμπά, όσες φιάλες αίμα κι αν σου βρήκα….

50


Ε ναι λοιπόν, δεν ξέρω πως αλλά έφτασα κι εδώ. Δεν το κατάλαβα, δεν το συνειδητοποίησα και δεν το πιστεύω. Αυτό όμως δεν αναιρεί τη σκληρή πραγματικότητα. Σήμερα συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη μέρα που ήρθε στον κόσμο, σε μια κλινική της Θεσσαλονίκης ένα μικρό κοριτσάκι. Ένα κοριτσάκι που καθυστέρησε να γεννηθεί, ταλαιπώρησε τρελά τη μάνα του αφού γεννήθηκε διπλωμένο στα δύο (με τον κώλο και μελανιασμένη μπήκα σ’ αυτή τη ζωή) και που οι γιατροί νόμισαν πως γεννήθηκε νεκρό αφού δεν έβγαλε κιχ, οπότε το άφησαν παραδίπλα κι έπεσαν να σώσουν τη μάνα του που αιμορραγούσε ακατάπαυστα. Κατάλαβαν πως ζει όταν άκουσαν ένα μικρό παραπονεμένο νιαούρισμα από τη μεριά που το είχαν αφήσει. Ναι ξέρω, θα μου πείτε πως από τότε δεν έβαλε γλώσσα μέσα….. Τι να κάνω; Έχω πολλά να πω.

Πέρασαν λοιπόν, δεν παραπονιέμαι πέρασαν γεμάτα. Θέλω όμως τουλάχιστον άλλα τόσα και τόσο γεμάτα χρόνια, μπορώ; Μου μένουν ακόμα πολλά να κάνω, πολλά να δω, πολλά να διαβάσω, πολλά μέρη να γνωρίσω, πολλούς ανθρώπους να συναντήσω και ν’ αγαπήσω….