Πασχαλιά


Νομίζω πως άλλη φορά δεν έχω κάνει Πάσχα στην Αθήνα. Ψέμματα, έκανα μια φορά όταν γεννήθηκε ο Μ., είχαμε Πάσχα ένα μήνα μετά τη γέννησή του και δεν το ρίσκαρα να τον βάλω στο τρένο να ανέβουμε στη Θεσσαλονίκη και μετά στη Χαλκιδική. Το έκανα δυόμιση μήνες μετά που ήταν πλέον μεγάλος (χαχα).
Όλες τις πασχαλιές της ζωής μου από τότε που έφυγα από το σπίτι των γονιών μου τις πέρναγα μαζί τους, στη Θεσσαλονίκη και μετά στη Χαλκιδική όταν μετακόμισαν μόνιμα εκεί. Το Πάσχα είχε κάθε χρονιά τους φίλους μου που πάντα μαζεύονταν σε κάποια αυλή και σούβλιζαν αρνί και πήγαινα και τους έβρισκα μετά το πασχαλιάτικο τραπέζι με τους γονείς μου. Έτσι κι αλλιώς δεν είμαι φαν του αρνιού και όλων των υπόλοιπων πασχαλινών εδεσμάτων οπότε δεν με ένοιαζε αν θα υπήρχε αρνί όταν έφτανα στην αυλή που έψηναν. Την παρέα ήθελα, όχι το αρνί. Ακόμα κι όταν οι γονείς μετακόμισαν μόνιμα στη Χαλκιδική, πάντα έμενα δυο τρεις μέρες στη Θεσσαλονίκη πριν πάω να τους δω.

Το Πάσχα είχε και πασχαλιές, αγκαλιές ολόκληρες από τις πασχαλιές που είχε στην αυλή της η άλλη γιαγιά που ζούσε στις Συκιές και που κάθε Πάσχα όσο ζούσε πηγαίναμε και κόβαμε και γεμίζαμε τα βάζα στο σπίτι μας. Τι θεϊκή μοσχοβολιά αυτό το λουλούδι….

Το Πάσχα είχε πάντα τη μυρωδιά της Θεσσαλονίκης, της βόλτας στην Παραλία με την κολλητή, τη μυρωδιά από τσουρέκια περνώντας έξω από του Τερκενλή και τη γεύση της λιακάδας όταν σε χτυπάει στα μάτια πίνοντας ατέλειωτους καφέδες στο Majestic. Όταν ήμουν μικρή είχε τη μυρωδιά από τα τσουρέκια που έφτιαχνε η γιαγιά και από το ξύδι που βάζαμε για να βάψουμε τα αυγά τη Μ. Πέμπτη, την Κόκκινη Πέμπτη όπως τη λέγανε. Την περίμενα την Κόκκινη Πέμπτη για να βγω να δέσω ένα κόκκινο μαντήλι στο κάγκελο του μπαλκονιού, συμβόλιζε το αίμα του Χριστού αλλά στο μυαλό μου συμβόλιζε τα κόκκινα αυγά που βάφαμε εκείνη τη μέρα. Και μετά η μέρα είχε και τα τσουρέκια τα ζύμωνε η γιαγιά κι έβαζε τη ζύμη σε μια μεγάλη λεκάνη τυλιγμένη με κουβέρτες και την άφηνε να φουσκώσει και να γίνει «μανάρι». Κι όσο να φουσκώσει η ζύμη βάφαμε τ’ αυγά. τα στολίζαμε μα διάφορα φύλλα που τα βάζαμε πάνω στο αυγό και τα δέναμε με κομμάτια από παλιές νάιλον κάλτσες. τα ωραιότερα σχέδια τα έδιναν τα φύλλα του μαϊντανού και της τριανταφυλλιάς. Το δικό μου το μυαλό όμως ήταν στη ζύμη. Πόσο βαριόμουν να περιμένω…. Όλα κρυφοκοίταγα σηκώνοντας την κουβέρτα και με μάλωνε η γιαγιά «Μη! Θα ξεφουσκώσει η ζύμη και δεν θα έχει φέτος τσουρέκια, κανόνισε κακομοίρα μου…» Και κάποτε φούσκωνε αυτή η ζύμη κι ερχόταν η ωραία ώρα που θα έπλαθε η γιαγιά τις πλεξούδες και θα μου έδινε και μένα να πλάσω μικρά τσουρεκάκια. Κι έφτιαχνα σπείρες και «βαρκούλες» και γεμίζαμε τις μεγάλες λαμαρίνες που νωρίτερα είχα πάει βιαστική να φέρω από το φούρνο της γειτονιάς με ύφος μικρομέγαλο και πολύ σπουδαίο «μη μου μιλάτε έχω πολλές δουλειές και δεν προλαβαίνω…». Κι αυτές τις λαμαρίνες τις πηγαίναμε γεμάτες με τσουρέκια και στεφάνια και τσουρεκάκια στο φούρνο, τουλάχιστον πέντε λαμαρίνες κάθε Πάσχα, και μοσχοβολούσε όλη η γειτονιά γιατί όλες οι νοικοκυρές έκαναν το ίδιο. Γύριζαν ψημένα στο σπίτι και ζούσα ένα δράμα διότι έπρεπε να περιμένω το βράδυ του Μ. Σαββάτου για να τα δοκιμάσω. Μας λυπόταν όμως η γιαγιά και μας έδινε να φάμε κρυφά (έτσι νομίζαμε εμείς τα μικρά) ένα τσουρεκάκι που το έτρωγα γεμάτη τύψεις που ο καλός χριστούλης μαρτυρούσε στο σταυρό κι εγώ δεν μπορούσα να κρατηθώ και να μη δοκιμάσω το τσουρέκι που μου έσπαγε τη μύτη.
Το Πάσχα είχε και πασχαλιές, αγκαλιές ολόκληρες από τις πασχαλιές που είχε στην αυλή της η άλλη γιαγιά που ζούσε στις Συκιές και που κάθε Πάσχα όσο ζούσε πηγαίναμε και κόβαμε και γεμίζαμε τα βάζα στο σπίτι μας. Τι θεϊκή μοσχοβολιά αυτό το λουλούδι…. Φέτος αγόρασα από τη λαϊκή ένα μπουκέτο αλλά ήταν άοσμα τα λουλούδια. Πως τα κατάφεραν κι έφτιαξαν άοσμες πασχαλιές;
Φέτος ο κορωνοτέτοιος μου το χάλασε. Ούτε Θεσσαλονίκη αλλά ούτε και Χαλκιδική. Βόλτες με την κολλητή στην Παραλία γιοκ, όχι καφέδες και κουβέντες, όχι βόλτες στην πασχαλιάτικη αγορά. Γιαυτό κάθισα κι έφτιαξα τσουρέκια, έδεσα κι ένα κόκκινο μαντήλι στο κάγκελο του μπαλκονιού κι έβαψα και αυγά. Μύρισε το σπίτι μαστίχα και μαχλέπι και μέχρι που νομίζω ότι μύρισαν κάπως και οι πασχαλιές.

Ανεμολόγιο


Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε
είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα
και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε
στο εξής θα παίζουμε σ’ αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα

Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε
άλλαξαν λέει τ’ ανεμολόγια και οι ορίζοντες
μας κάνουν χάρη που μας ανέχονται και που γελάσαμε
τώρα δημόσια θα έχουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες

Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε
είμαστε λάθος μες το κεφάλαιο του λάθος λήμματος
ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε
κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος

Δήλωσε η τσούλα η ιστορία ότι γεράσαμε
τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα
όνειρα ξένα ράκη αλλότρια ζητωκραυγάσαμε
και τώρα εισπράττουμε απ’ την εξέδρα μας βροχή δεκάρικα

Ξέσκισε η πόρνη η ιστορία αρχαία οράματα
τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνει και για χαμόμηλο
την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα
την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο

Στίχοι: Κώστας Τριπολίτης
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος

Oh captain, my captain


tumblr_static_untitled-6Σκεφτόμουν την ανοησία που πέταξε -ανάμεσα σε άλλες- αυτός ο νεόκοπος αστέρας της πολιτικής, ο πατριώτης μου βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης σε άρθρο του στην Αυγή (http://www.avgi.gr/article/6166852/apo-ti-theoria-stin-praxi), που ξεσήκωσε θύελλα αρνητικών σχολίων και «άδειασμά» του από την εκπρόσωπο Τύπου Ράνια Σβίγκου.

Ο κύριος Τριανταφυλλίδης είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., είναι κάτοχος ειδικού μεταπτυχιακού τίτλου για διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό και από το βιογραφικό του φαίνεται πως έχει ελάχιστη σχέση με μάχιμο εκπαιδευτικό, αφού το 1997 διορίστηκε ως φιλόλογος με επετηρίδα σε οργανική θέση, από την οποία αργότερα παραιτήθηκε για να αφιερωθεί αποκλειστικά στη δημοσιογραφία.

Μέσα σ’ όλη τη μπουρδολογία του γράφει το εξής:

Τον ρόλο και την αποτελεσματικότητα των καθηγητικών σχολών. Εκπαιδεύουν μάχιμους εκπαιδευτικούς με όνειρο και φιλοδοξία να είναι μέσα στην τάξη οι δάσκαλοι – παιδαγωγοί έτσι ώστε να κερδίζουν κάθε μέρα την αναγνώριση των μαθητών τους; (σαν την αναγνώριση με την προσφώνηση «Oh captain, my captain», που κέρδισε ο καθηγητής Τζον Κίτιγκ από τους μαθητές του, στον «Κύκλο των χαμένων ποιητών»; https://www.youtube.com/watch?v=j64SctPKmqk).

Μόνο άσχετος με τη διαδικασία μιας σχολικής τάξης, και ειδικά με το πως εχει εξελιχθεί το σχολείο τα τελευταία χρόνια, θα μπορούσε να πετάξει μια τέτοια στερεοτυπική μπούρδα μεγατόνων. Να τον ενημερώσω λοιπόν πως η πραγματικότητα ΔΕΝ είναι Χόλιγουντ, αν και θα ήταν υπέροχα αν θα μπορούσε να είναι. Αν μπορούσαμε δηλαδή, να γράφουμε εμείς κατά το δοκούν το σενάριο της πραγματικότητας και τους ρόλους των πρωταγωνιστών. Έλα όμως που η κοινωνία και κατ’ επέκταση ο μικρόκοσμος ενός σχολείου, γράφει τα δικά της σενάρια στα οποία καλούμαστε να παίξουμε το ρόλο μας, έναν ρόλο που δεν περιέχει χολιγουντιανά στερεότυπα. Ακόμα όμως κι αν γινόταν να γίνει η πραγματικότητα Χόλιγουντ, να ενημερώσω τον ανόητο βουλευτή πως συγκρίνεις μόνο ομοειδή αντικείμενα κι αυτό δεν είναι μόνον μαθηματική λογική, άρα όφειλε και ως φιλόλογος να το γνωρίζει. Ο καθηγητής Κίτινγκ που μας πέταξε στη μούρη ως επιθυμητό στόχο-πρότυπο, δίδασκε σε ένα σχολείο στο οποίο οι μαθητές δεν έχουν καμμία σχέση με την πραγματικότητα των ελληνικών σχολείων σήμερα. Το σχολείο του Κίτινγκ ήταν ένα αυστηρό κολλέγιο της ανώτερης τάξης, προσανατολισμένο στην απόλυτη πειθαρχία και οι μαθητές του ήταν έφηβοι με φιλοδοξίες, γνώσεις και ανησυχίες, στους οποίους ο Κίτινγκ έδωσε έναν εναλλακτικό, πιο ανθρωποκεντρικό τρόπο μάθησης. 9af71b9c0749cab6d06e80138d3f1a0aΕίχε μαθητές που διψούσαν να μάθουν, απλώς δεν βολεύονταν στην αυστηρή πειθαρχεία του σχολείου τους. Κι όχι όλοι, η συντριπτική πλειοψηφία την είχε αποδεχτεί και καθόλου δεν την αμφισβητούσε, περισσότερο αντιδρούσε στους νεωτερισμούς του Κίτινγκ στην αρχή. Παρ’ όλα αυτά κάποιοι πιο ευαίσθητοι ή πιο επαναστάτες τον ακολούθησαν και τον λάτρεψαν. Πράγμα που συμβαίνει σχεδόν σε όλα τα σχολεία και σε όλους τους δάσκαλους. Κάποιοι μαθητές σου σε λατρεύουν, για τους πολλούς είσαι άλλος ένας που πρέπει να υπομείνουν και κάποιοι σε μισούν. Το να ζητάς όμως να γίνουν Κίτινγκ άνθρωποι που δουλεύουν πολλές φορές σε συνθήκες θηριοτροφείου, με μαθητές χωρίς καμμιά απολύτως φιλοδοξία (νάτο πάλι το Χόλιγουντ, έχει στερεότυπο και γιαυτή την περίπτωση) είναι ανοησία στην καλύτερη περίπτωση. Στη χειρότερη περίπτωση, αν αυτός που το ξεστομίζει είναι βουλευτής, τότε η ανοησία γίνεται επιπλέον και επικίνδυνη.

Το στερεότυπο που αναφέρω παραπάνω  είναι η ταινία Ασυμβίβαστη Γενιά (Dangerous Minds) του 1995 με τη Michelle Pfeiffer . Το κακό είναι πως κανένας από μας δεν μοιάζει στη Μισέλ και πως το τέλος του έργου είναι κάθε φορά απρόβλεπτο.

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%AF%CE%B2%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%93%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%AC

ΥΓ: Δεν ξέρω πάντως πως θα μπορούσα να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου αν ήμουν ο Κίτινγκ και εξαιτίας της εμπνευσμένης διδασκαλίας μου κάποιος έφηβος έκοβε το λαιμό του στο τέλος του έργου. Αυτό το σημείο της ταινίας ποτέ κανείς δεν το σχολίασε απ’ όσους ονειρεύονται να γίνουν οι ίδιοι ή να πείσουν τους άλλους γίνουν Κίτινγκ

 

Προδοσία


Στο μυαλό σχεδόν όλων μας η προδοσία είναι μια λέξη φορτισμένη πολύ έντονα αρνητικά. Συνήθως τη συνδέουμε με «μεγάλες» έννοιες, Πατρίδα, Θρησκεία, Τιμή. Εγώ όμως δεν θέλω να μιλήσω γιαυτές τις προδοσίες αλλά για τις άλλες, τις μικρές και καθημερινές, αυτές που περνάνε απαρατήρητες σαν λεπρομέρειες.

Ο πατέρας μου είχε στη γάμπα  του ένα σημάδι, στρογγυλό σε μέθεθος μεταλλικού κατοστάρικου (υποθέτω τα θυμόμαστε ακόμα τα κατοστάρικα…), με χρώμα καφετί που σκούραινε όσο πήγαινε προς το κέντρο. Κάποια στιγμή, μικρό κοριτσάκι πριν πάω στο σχολείο, είχα ρωτήσει τον πατέρα μου τι σημάδι είναι αυτό και πως το έπαθε. Τότε ο μπαμπάς αμέσως και πολύ ανάλαφρα μου απάντησε πως του το είχαν κάνει στον πόλεμο οι γερμανο, τον είχαν πυροβολήσει. Δεν ρώτησα τίποτε άλλο, ο πόλεμος και οι γερμανοί ήταν κάτι μυθικό στο παιδικό μυαλό μου, γεμάτο πείνα και ηρωισμούς. Κι επειδή ο πόλεμος είχε ηρωισμούς, στο παιδικό μου μυαλουδάκι ο μπαμπάς άρχισε να ψηλώνει και να γίνεται ήρωας. «Για να έχει τέτοιο σημάδι» σκεφτόμουν «δεν μπορεί παρά να έκανε κάτι ηρωικό! Τον χτύπησαν οι κακοί γερμανοί αλλά ο μπαμπάς ηρωικά τους ξέφυγε…». Ένα σωρό διαφορετικές εκδοχές ηρωισμών περνούσαν από το μυαλό μου, ανάλογα με την ταινία που είχα δει την Κυριακή.

Κάποια στιγμή μεγάλωσα, πήγα σχολείο και έμαθα αριθμητική. Η αριθμητική όμως άρχισε να αμφισβητεί τις ηρωικές ιστορίες που είχα πλάσει για το μπαμπά. Βλέπεις είχε γεννηθεί το 1931 και ήταν 10-12 χρονών στην Κατοχή, τι ηρωισμούς να είχε προλάβει να κάνει; Η πίστη μου στον ηρωισμό του μπαμπά άρχισε να κλονίζεται, δεν ήθελα με τίποτε να πιστέψω ότι μου είχε πει ψέμματα αλλά και πάλι βρήκα τη λύση. «Λίγα ήταν τα παιδιά που έδρασαν με ηρωισμό στην κατοχή; Να δεις που ένα τέτοιο παιδί θα ήταν και ο μπαμπάς κι εγώ ανησύχησα….». Δεν τόλμησα ποτέ να τον ρωτήσω τι είχε κάνει στην κατοχή και τον πυροβόλησαν οι γερμανοί, ίσως φοβόμουν την αλήθεια που θα θρυμμάτιζε τις ιστορίες μου.

Η αληθινή ιστορία εμφανίστηκε χρόνια μετά και δεν θυμάμαι καθόλου με ποιο τρόπο. Το σημάδι φυσικά δεν προερχόταν από καμμιά σφαίρα γερμανών, είχε γίνει με κάποιο τρόπο πιο πεζό, μάλλον κάψιμο στη σόμπα. «Μα γιατί ρε μπαμπά μου είχες πει ότι ήταν από σφαίρα γερμανών στην κατοχή;». Γέλαγε ώρα ο πατέρας μου…. «Καλά βρε, το είχες πιστέψει;» με ρώτησε «έτσι το είχα πει, για πλάκα….».

Τόσα χρόνια οι αριθμοί μου έδιναν την αλήθεια κι εγώ απλώς γυρνούσα το κεφάλι, αποκλείεται να ήξεραν αυτοί κι όχι ο πατέρας μου, αποκλείεται να μου είχε πει ψέμματα. Αποκλείεται ο μπαμπάς μου να με είχε προδώσει.

«Ναι, μπαμπά, το είχα πιστέψει» του απάντησα και γέλασε πιο πολύ….

Τι είναι προδοσία αλήθεια;

Τακ, τακ, τακ, τακ…..


Οι μέρες πλέον έχουν αρχίσει να μετράνε ανάποδα. Τακ, τακ, τακ, τακ… σαν χρονόμετρο που μετράει την απόσταση από την ανεργία. Πέρασαν έξι μήνες, μένουν άλλοι δύο. Σαν το μαρτύριο της σταγόνας που σταλάζει στο μέτωπό σου και σε κάθε τακ περιμένεις το πως θα τρυπήσει το μέτωπο σου για να ξεχυθούν τα μυαλά σου έξω. Όχι, δεν είναι ακόμα η ώρα, πρέπει να πέσουν κι άλλες σταγόνες. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι, 61 ημέρες, 1,464 ώρες, 87.840 λεπτά, 5.270.400 δευτερόλεπτα. Τόσες σταγόνες σε χωρίζουν από την ανεργία και ήδη, μέχρι να γράψεις αυτές τις λέξεις, χάθηκαν μερικές. Όπως και να τα μετρήσεις δεν βγαίνει ο λογαριασμός, γεμίσαμε αριθμούς που τους μετράμε. Πόσα μόρια έχεις; τα μετράς και τα ξαναμετράς, αύριο θα τα δεις και επίσημα μετρημένα, αλλά όσο και να τα μετράς και να ψάχνεις μπας και ξέχασες κανένα μόριο κρυμμένο σε τσέπη, ξεχασμένο σαν κέρματα που τα πέταξες κάποια στιγμή και τα ξέχασες, αυτά μένουν ίδια. Τι μετράει στα μόρια, ποια χαρτιά; Χαρτιά έχεις αλλά δεν μετράνε, έχεις άλλα απ’ αυτά που μετράνε. Δεν μετράει ούτε η αγάπη σου για τη δουλειά σου, ούτε η ανάγκη σου, ούτε τα πτυχία σου. Μετράνε άλλα πτυχία που δεν τα έχεις, μετράει ο ΑΣΕΠ που δεν υπήρχε όταν διορίστηκες και πρέπει το κράτος να τιμωρήσει εσένα και όσους δεν το προβλέψανε, δεν πήγανε σε μάγισσες και χαρτορρίχτρες να τους πουν το μέλλον, που έλεγε πως κάποια στιγμή, κάποιος Αρσένης θα αλλάξει το σύστημα κι πως έπρεπε να περιμένετε γιατί κάποια άλλη στιγμή, το κράτος θα σας τιμωρούσε γιαυτή την απρονοησιά σας.

Περιμένεις….. τακ, τακ, τακ, τακ, φαγώγηκαν μερικά ακόμα δευτερόλεπτα. Υποσχέσεις… «θα επιστρέψουν δεύτερα πτυχία, έχουμε ανάγκη από μαθηματικούς…». Επέστρεψαν… κάποια, όχι το δικό σου. Κι αυτά τα κάποια δεν έκαναν όλα αίτηση να γυρίσουν, είχαν ΑΣΕΠ και θα πάνε σε ΙΕΚ, γιατί να διαβάσουν από την αρχή καινούρια πράγματα ή μάλλον παλιά, παρατημένα για χρόνια; Υποσχέσεις ξανά…. «ήταν άδικο, αβλεψία, σας χρειαζόμαστε, σας αδικήσαμε και θα επανορθώσουμε…… όπου νάναι θα ξαναπροκηρυχθούν δεύτερα πτυχία» λέει ο Λ. Αναθαρρείς, περιμένεις, θα ξαναμπείς σε τάξη… ίσως…. ίσως δεν μείνεις άνεργη… Και μετά ο Λ. τα παίρνει στο κρανίο «μ’ έχετε γαμήσει» λέει σε κάποιους, σπάει το κινητό του, κοπανάει τοίχους και πόρτες και φεύγει. «Ρε δε γαμιέστε, εμείς θέλουμε να απολύσουμε 400 κι εσείς με τις μαλακίες σας θα καταφέρετε ν’ απολυθείτε περισσότεροι….» σκέφτεται, και κάνει πάσα το θέμα στον Β. αλλά ο Β. δεν έχει ιδέα για το θέμα, υποθέτεις πως δεν θέλει καν ν’ αποκτήσει. Παίρνεις τηλέφωνο να μάθεις. Η γραμματέας του, γνωστή σου από παλιά, «δεν ξέρω, δεν έχει ενημερωθεί, δεν ξέρω ποιος θα αναλάβει το θέμα.. ξαναπάρε κατά το τέλος της βδομάδας». Κι εσύ βουλιάζεις στο αδιέξοδο, ποιό τέλος της βδομάδας; Που ζούνε; Δεν ακουν το τακ, τακ, τακ, τακ…… Όχι, δεν το ακούνε, δεν νοιάζονται, δεν χτυπάει γι’ αυτούς.

Σκέφτεσαι, ξανασκέφτεσαι, μετράς και ξαναμετράς… δεν βγαίνουν τα νούμερα. Σε δύο μήνες δεν θα βγαίνουν τα νούμερα καθόλου. ΔΕΗ, ΟΤΕ, δάνειο, φαγητό, γερμανικά, χαράτσια, φόροι….. δεν βγαίνουν. Σκέφτεσαι θα κάνεις αίτηση για σύνταξη, έχεις θεμελιώσει δικαίωμα και κάποιοι σε μακαρίζουν που έχεις κι αυτό σαν λύση απελπισίας. Και για σένα λύση απελπισίας είναι, εσύ δεν ήθελες να βγεις στη σύνταξη, έλεγες «είναι νωρίς ρε παιδιά, δεν με πήραν δα και τα χρόνια. Άλλωστε μου αρέσει να δουλεύω, τι θα κάνω στο σπίτι; Θα σαπίσω…». Τώρα σκέφτεσαι πως δεν είναι μόνο το σάπισμα, είναι και το ότι θα μετατρέψουν σε επίδομα τη σύνταξη, το λένε όλοι. Ένα επίδομα 360 ευρώ ίσα για να πάρεις μια φρατζόλα ψωμί τη μέρα να μη ψοφήσεις απ’ την πείνα. Ούτε όμως ψωμί δεν θα μπορείς να πάρεις, τα 300 θα στα παίρνουν πίσω. Το δάνειο βλέπεις, η εξαγορά των πλασματικών για να καταφέρεις να θεμελιώσεις το «δικαίωμα». Δικαίωμα… ας γελάσω….. Δεν υπάρχουν πια δικαιώματα, μόνο υποχρεώσεις υπάρχουν. Κι ο χρόνος που μετράει αμείλικτος ανάποδα.

Τακ, τακ, τακ, τακ…… Η εγχείρηση πέτυχε αλλά ο ασθενής απέθανε. Μπορείς όμως να περηφανεύεσαι, απέθανες αλλά το κράτος σώθηκε….

 

Μέτρησα τα χρόνια μου…


«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ όσο έχω ζήσει έως τώρα…
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες:τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση. Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικάνόρμεςδιαδικασίες καιεσωτερικοί κανονισμοί,(μήπως σας θυμίζουν..κάποιο Οργανισμό?) γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά…

Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που, παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει. Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες. Δεν θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.

Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους

Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.

Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα.

Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται…Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…

Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δεν θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.

Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.

Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων…Ανθρώπους τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.

Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν…

Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’όσες έχω ήδη φάει.

Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου…» 

Κείμενο από τον Mario de Andrade (Ποιητή, συγγραφέα, δοκιμιογράφο και μουσικολόγο από τη Βραζιλία).

νιάτα


Να είναι Πάσχα, Μ. Παρασκευή. Να είσαι 21 χρόνων. Να μυρίζει όλος ο τόπος βιολέττες, πασχαλιές και Άνοιξη. Να είναι σούρουπο, ένα από κείνα τα χλιαρά και λιγωμένα ανοιξιάτικα απόβραδα. Να νιώθεις πως σκας από κάτι απροσδιόριστο, κάτι ανάμεσα σ’ ευτυχία και θλίψη. Να θες να πετάξεις και να γίνεις ένα μ’ αυτόν τον χλιαρό αέρα και ταυτόχρονα να θες να βυθιστείς στα Τάρταρα κλαίγοντας για όλους και για όλα. Να είσαι με την κολλητή σου στο σπίτι του καλού της, μ’ ανοιχτά τα παράθυρα για πρώτη φορά μετά το χειμώνα. Ν’ ανοίγεις την τηλεόραση και ν’ ακούς μια μουσική που σε μαγεύει. Κολλάς στις εικόνες που είναι το ίδιο μαγικές, κολλάει το ίδιο και η κολλητή σου που το παίζει σκληρή, τη βλέπεις με την άκρη του ματιού σου αλλά δεν βγάζεις κιχ μη το χαλάσεις. Ακούς ακίνητη, σε έκσταση, ρουφώντας τον μυρωδάτο αέρα. Κι όταν τελειώνει η μουσική καταλαβαίνετε πως είναι Μ. Παρασκευή κι έχετε πει πως κάθε τέτοια μέρα θα πηγαίνετε σε μια ήσυχη εκκλησία ν’ ακούσετε τους ύμνους που σας μαγεύουν κι ας είστε άθεες. Φεύγετε τρέχοντας, γελώντας και ψάχνοντας να βρείτε σε ποια θα πάτε. Σκέφτεσαι πως θα έχεις πάλι καυγάδες με τη μάνα σου γιατί ξεχάστηκες όλη μέρα στους δρόμους αλλά δεν σε νοιάζει. Θα τα μπαλώσεις πάλι, θα πεις πως πήγες στον Επιτάφιο. Δεν θα σε πιστέψει αλλά….

Δεν θυμάσαι σε ποια εκκλησία βρεθήκατε, δεν έχει πλέον σημασία. Αυτό που δεν ξεχνάς είναι η μυρωδιά του σούρουπου και τα δυο κορίτσια που έτρεχαν στους δρόμους της Τριανδρίας μαγεμένα από τη μουσική και τις μυρωδιές, ζαλισμένα από τα νιάτα τους.

Η μυρωδάτη πόλη ήταν η Θεσσαλονίκη και η Τριανδρία των αρχών του ’80 και η μουσική που τις μάγεψε ήταν το «Κύριε των Δυνάμεων» του Σταμάτη Σπανουδάκη με τις φωνές του Γιάννη Κούτρα και της Ελένης Βιτάλη.

στιγμές (ξανά…)


Είναι ψηλός, αρχοντάνθρωπος, γαλανομάτης κι όμορφος κι εγώ 5 χρόνων, η πρωτότοκη και κλώνος του. Φοράει πάντα γυαλιά ηλίου (κάτι σαν τα κλασικά Rayban) και βλέπει πως κι εγώ μισοκλείνω τα μάτια μου και ζαρώνω το μέτωπο στον ήλιο. Με παίρνει και πάμε σ’ ένα κατάστημα οπτικών και παραγγέλνει ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου -ίδια με τα δικά του- σε παιδικό μέγεθος. Τα φοράω και κοντεύω να σκάσω από περηφάνια όταν περπατάμε μαζί στο δρόμο. Προσπαθώ να συγχρονίσω το βήμα μου μαζί του, εγώ μια σταλιά κι αυτός θεόρατος, με αποτέλεσμα να περπατάω σαν καρικατούρα. Κανείς δεν με πείθει να μη το κάνω, είναι ο μπαμπάς μου και φοράμε τα ίδια γυαλιά ηλίου και είμαι το μόνο παιδί στη γειτονιά που φοράει γυαλιά από μαγαζί κι όχι τα ψεύτικα από το περίπτερο.
Γυρνάει πρωί από τη δουλειά, είναι σκοτωμένος από κούραση αλλά εγώ παραμονεύω. Πέφτει στο κρεβάτι του και τρυπώνω δίπλα του. «Μπαμπά, τα παραμύθια; Θα μου πεις τα παραμύθια;» Μου τα λέει, δύο παραμύθια δικής του έμπνευσης, τα ίδια πάντα, που τ’ ακούω χωρίς να βαριέμαι. Και μετά μου τραγουδάει, «άστο το χεράκι σου, το μικρό σου χέρι, άστο το χεράκι σου να σου το κρατώ…» και καμμιά φορά το «άστα τα μαλλάκια σου…». Μετά κοιμάται κι εγώ χαζεύω τον ουρανό. Από μικρή βουρκώνω όποτε ακούω αυτό το τραγούδι.
Είμαι γύρω στα 22, φοράω μια μακριά πορτοκαλί φούστα κι ένα κοντό μαύρο μπλουζάκι. Περνάω να τον πάρω για να πάμε κάπου, δεν θυμάμαι που. Έχει μεγαλώσει, έχει ασπρίσει κι έχει χάσει μαλλιά, είναι όμως πάντα αρχοντάνθρωπος. Τον κρατάω από το χέρι και περνάμε από τα καφέ της Αγ. Σοφίας. Συνειδητοποιώ πως οι μπαρμπάδες τον κοιτάζουν με ζήλια. Γελάω και του το λέω. «Μπαμπά σε ζηλεύουν, αναρωτιούνται πως τα κατάφερες και έριξες το τεκνό και σε κυκλοφοράει κρατώντας σε από το χέρι περήφανη…. Μα δεν βλέπουν πως είμαστε ίδιο;». «Ιδέα σου είναι» μου απαντάει αλλά γελάνε και τα μουστάκια του.
Φτάνω στο νοσοκομείο, η μαμά μου έχει πει πως ίσα που τη γλύτωσε προς στιγμήν. Ταξίδευα όλη τη νύχτα, η καρδιά μου έχει βουλιάξει, αρνούμαι να πιστέψω πως πεθαίνει. Φτάνω στο δωμάτιο, η μαμά με γυρισμένη πλάτη κάτι του λέει. Τον βλέπω στο κρεβάτι με μάσκα οξυγόνου. Με βλέπει και κάτι της λέει, «τι λες Τ.;» τον ρωτάει. Έχω ήδη πλησιάσει πολύ, βλέπω τα μάτια του να λάμπουν. «Ήρθε το κορίτσι μας Σ. Το κορίτσι μας…». Δεν σ’ έσωσα μπαμπά, όσες φιάλες αίμα κι αν σου βρήκα….

50


Ε ναι λοιπόν, δεν ξέρω πως αλλά έφτασα κι εδώ. Δεν το κατάλαβα, δεν το συνειδητοποίησα και δεν το πιστεύω. Αυτό όμως δεν αναιρεί τη σκληρή πραγματικότητα. Σήμερα συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη μέρα που ήρθε στον κόσμο, σε μια κλινική της Θεσσαλονίκης ένα μικρό κοριτσάκι. Ένα κοριτσάκι που καθυστέρησε να γεννηθεί, ταλαιπώρησε τρελά τη μάνα του αφού γεννήθηκε διπλωμένο στα δύο (με τον κώλο και μελανιασμένη μπήκα σ’ αυτή τη ζωή) και που οι γιατροί νόμισαν πως γεννήθηκε νεκρό αφού δεν έβγαλε κιχ, οπότε το άφησαν παραδίπλα κι έπεσαν να σώσουν τη μάνα του που αιμορραγούσε ακατάπαυστα. Κατάλαβαν πως ζει όταν άκουσαν ένα μικρό παραπονεμένο νιαούρισμα από τη μεριά που το είχαν αφήσει. Ναι ξέρω, θα μου πείτε πως από τότε δεν έβαλε γλώσσα μέσα….. Τι να κάνω; Έχω πολλά να πω.

Πέρασαν λοιπόν, δεν παραπονιέμαι πέρασαν γεμάτα. Θέλω όμως τουλάχιστον άλλα τόσα και τόσο γεμάτα χρόνια, μπορώ; Μου μένουν ακόμα πολλά να κάνω, πολλά να δω, πολλά να διαβάσω, πολλά μέρη να γνωρίσω, πολλούς ανθρώπους να συναντήσω και ν’ αγαπήσω….

Πως αντιδράς σε κάτι που δεν ξέρεις;


Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έλεγε πως «ο καπιταλισμός έχει ανάγκη από μη καπιταλιστικούς κοινωνικούς οργανισμούς ως πλαίσιο για την ανάπτυξή του», όμως παρά ταύτα «προχωρά ενσωματώνοντας τις ίδιες τις συνθήκες που μπορούν να εγγυηθούν την ύπαρξή του». ‘Ετσι «οι μη καπιταλιστικοί οργανισμοί αποτελούν γόνιμο έδαφος για τον καπιταλισμό: το κεφάλαιο τρέφεται με τα ερείπια τέτοιων οργανισμών και, παρότι αυτό το μη καπιταλιστικό κοινωνικό περιβάλλον είναι απολύτως απαραίτητο για τη συσσώρευση του κεφαλαίου, η τελευταία προχωρά παρ’ όλ’ αυτά σε βάρος του μέσου που χρειάζεται, καταβροχθίζοντάς το».

Ένα φίδι, λοιπόν, που τρώει την ουρά του…. Ή, χρησιμοποιώντας όρους του συρμού, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε το ίδιο πράγμα αλλιώς, πιο «λαϊκά»: ότι, δηλαδή, όταν η απόσταση ανάμεσα στο στομάχι και την ουρά έχει γίνει πλέον πολύ μικρή για να διατηρεί το φίδι τις πιθανότητες επιβίωσης κι όταν πια φαίνεται πόσο αυτοκαταστροφικό είναι το φαγοπότι του, τότε είναι βέβαιο πως αργά ή γρήγορα η αδηφάγος «αξιοποίηση κεφαλαίων» θα εξαντλήσει τα αποθέματά της ή θα τα ελαττώσει κάτω από το επίπεδο που απαιτείται για την ίδια την επιβίωσή της. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ διέβλεψε έναν καπιταλισμό που θα πέθαινε από ασιτία, που θα κατέρρεε όταν θα καταβρόχθιζε την τελευταία «πεδιάδα διαφορετικότητας όπου έβοσκε.

Στις μέρες μας ζούμε έναν καπιταλισμό που τρώει τις ίδιες τις σάρκες του, εμάς. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ καλά μάντεψε, αυτό που δεν ξέρω είναι τι θα γίνει όταν ο καπιταλισμός δεν θα έχει τι άλλο να φάει και θα πρέπει ν’ αρχίσει να τρώει τις ίδιες τις σάρκες του (άρχισε ήδη νομίζω…), τι θα κάνουν οι άνθρωποι; Θ’ αρχίσουμε να τρώμε ο ένας τον άλλον ή θα υπάρξει κάποια αντίδραση πριν φτάσουμε στον κανιβαλισμό; Ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η αντίδραση; Ή, όπως μου έγραφε ένας φίλος «το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το γεγονός πως έχει παραχθεί ένας τύπος γνώσης και ανάγνωσης του κόσμου, τέτοιος που μας επιτ΄ρεπει να βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας μέσα από θεωρήσεις που δεν μας επιτρέπουν πλέον να καταλάβουμε τι ακριβώς γίνεται, δεν μπορούν να περιγράψουν και να αναλύσουν την κατάσταση και να προτείνουν λύσεις. Ο τρόπος που εξηγούμε αυτά που γίνονται γύρω μας δεν λειτουργεί πλέον αλλά δεν έχουμε ακόμα κάτι άλλο να βάλουμε στη θέση του. Εκεί θα είναι οι μεγάλες μάχες του μέλλοντος, όχι στους δρόμους και τις διαδηλώσεις ή στους πολέμους. Όπως κι εγώ δεν ήξερα πριν 20 χρόνια πως αυτό που ζούσα ήταν σπάνιο και δυσεύρετο γιατί δεν είχα τα εφόδια και τη γνώση που έχω τώρα για να το κατανοήσω έτσι κι αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις και κάνουν τις πολιτικές. Το μεγάλο πρόβλημα είναι, πως αντιδράς σε κάτι που δεν ξέρεις;»
Ρόζα Λούξεμπουργκ

εις μνήμην…..


Αυτό είναι το δικό μου μνημόσυνο για τον πατέρα μου που «έφυγε» πέρσι τέτοιες μέρες.

Ο «Άη Γιώργης» με τη Μαριώ είναι ένα τραγούδι που μου τον θυμίζει από την πρώτη στιγμή που το άκουσα.

Πάλευες πάντα τον καιρό
μα είχες γυναίκα θησαυρό
κι άντεξες το τιμόνι.
Κι αν στη ζωή «τα πάντα ρει»
ακούω το βήμα σου βαρύ
στης μνήμης μου τ’ αλώνι.

Και η «Δραπετσώνα» ήταν ένα από τα δικά του αγαπημένα τραγούδια.

Έλα μου ντε….


Είναι καλοκαίρι και είμαι από τους τυχερούς αυτής της χώρας, θα πάω και φέτος διακοπές. Τυχερή γιατί υπάρχει το πατρικό μου κοντά σε θάλασσα και θα καταφέρω να πάω και μια βδομάδα στο camping που συνηθίζω να πηγαίνω τα τελευταία χρόνια. Άλλες χρονιές πήγαινα τρεις βδομάδες, φέτος τα οικονομικά μας αντέχουν μία αλλά και πάλι καλά. Είμαι υγιής (με τη βούλα μιας κι έκανα και φέτος το ετήσιο τσεκ απ και όλα βαίνουν καλώς), έχω σπίτι και δουλειά, οικογένεια και φίλους που μ’ αγαπάνε, τελείωσα το master και θα πάρω δίπλωμα οδήγησης (έτσι ελπίζω….).

Τότε γιατί ώρες ώρες νιώθω να με κυριεύει απελπισία;

νούμερα


Φέτος το Πάσχα είχε νούμερα. Κάθε μέρα σκεφτόμουν με αριθμούς.

Πόσες φορές πέρασα Πάσχα στο χωριό;  Δεκαέξη. Πόσες στην Αθήνα; Νομίζω μόνον δύο, τότε που ο μικρός ήταν νεογέννητο και την επόμενη χρονιά.

Πόσα χρόνια έχει που έφυγα από το σπίτι της μάνας μου; Σχεδόν τριανταδύο.

Πόσα χρόνια με περνάει η μαμά; Εικοσιτρία και κάτι μήνες. Άραγε σε  εικοσιτρία χρόνια και κάτι μήνες θα μοιάζω με τη μαμά; Θα περπατάω κι εγώ με μπαστούνι και θα έχω άσθμα που θα μου κόβει την ανάσα; Θα ζω κατ’ αρχήν;

Πόσο καιρό είμαστε χωρίς το μπαμπά; Πλάκα πλάκα πέρασαν τέσσερις μήνες.

Σε πόσα χρόνια ο Μ. Δεν θα θέλει φιλάκι πριν κοιμηθεί; Σε δύο τρία το πολύ, έτσι νομίζω.

Πόσες μέρες έχω ακόμα προθεσμία για να τελειώσω την τελευταία μου εργασία; Δεκαπέντε. Προλαβαίνω; Θα δείξει….

Πόσα μαθήματα πρέπει να κάνω για να πάρω δίπλωμα; Είκοσι. Και πόσα χρήματα θα κοστίσει; Βάλε ένα χιλιάρικο να είσαι μέσα. (Το θέλω; Όχι, αλλά πρέπει…)

Πόσες μέρες θέλω να φύγω απ’ όλους κι απ’ όλα; Αμέτρητες….

Πόσες φωτογραφίες τράβηξα φέτος το Πάσχα; Ελάχιστες. Δεν έφταιγαν οι δουλειές που είχα να κάνω, το τοπίο που είναι το ίδιο, τα τριαντάφυλλα που δεν είχαν ανθίσει ακόμα. Μάλλον τα κέφια μου έφταιγαν που δεν ξέρω ακριβώς που είχαν κρυφτεί.

49…


… και να καίνε…

Φόβος


Όταν ήμουν μικρή φοβόμουν διάφορα πράγματα αλλά κυρίως το σκοτάδι και τα πράγματα που μπορεί να έκρυβε. Για πολλά χρόνια μ’ έπιανε πανικός στην ιδέα της νύχτας που θα ερχόταν. Έβλεπα συχνά το ίδιο όνειρο, πως έπιανε φωτιά το σπίτι μας και προσπαθούσαμε να σωθούμε, κι αυτό μ’ έκανε να μη θέλω να κοιμηθώ. Δεν ξέρω για ποιο λόγο έβλεπα κάτι τέτοιο, δεν μας είχε συμβεί κάτι. Αλλά και πριν τον ύπνο ήμουν σίγουρη πως κάτω από το κρεβάτι μου είχε τέρατα που με το που θα κοιμόταν όλοι και θα ησύχαζε το σπίτι, θα ορμούσαν πάνω μου. Έτσι κουκουλωνόμουν και κρυβόμουν σαν στρουθοκαμηλάκι κάτω από τα σκεπάσματα, ακόμα κι αν έσκαγε ο τζίτζικας, προκειμένου να σωθώ απ’ τα τέρατα. Όταν πήγα πρώτη γυμνασίου, εντεκάμιση χρονών ήμουν, μου έτυχε κάτι πολύ άσχημο και ενώ δεν σταμάτησα να φοβάμαι το σκοτάδι έπαθα κάτι πολύ χειρότερο, άρχισα να φοβάμαι τους ανθρώπους. Με τρομοκρατούσαν οι άγνωστοι, δεν γυρνούσα σπίτι από τ’ αγγλικά αν δεν ερχόταν να με πάρει κάποιος, δεν έμπαινα στην πολυκατοικία αν δεν υπήρχε κάποιος να με περιμένει. Με άκουγε όλη η γειτονιά όταν επέστρεφα στο σπίτι. Μου την έδινε που φοβόμουν τόσο, ένιωθα φυλακισμένη στους φόβους μου και ήθελα να ελευθερωθώ. Έτσι όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο σε άλλη πόλη δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά, έφυγα. Η μαμά μου απορούσε πως θα τα καταφέρω να ζήσω μόνη μου αφού φοβόμουν τόσο πολύ.

Εγώ όμως το φευγιό μου το είχα αποφασίσει από πολύ μικρή, ήθελα να φύγω για να ζήσω μόνη μου και να μετρηθώ με τον εαυτό μου. Να μου αποδείξω πως μπορώ να πραγματοποιήσω όλα όσα ισχυριζόμουν πως μπορώ να κάνω. Κυρίως όμως πως μπορώ να επιβιώσω χωρίς δεκανίκια. Το πρώτο μου σπίτι δεν ήταν στο κέντρο της πόλης και παρ’ όλο που είχα συγκάτοικους δεν ήταν φίλοι μου, ήμουν μόνη μου. Τα βράδια γυρνούσα σπίτι πολλές φορές μόνη γιατί παρ’ όλο που φοβόμουν το έπαιζα και μαγκάκι που δεν έχω ανάγκη να με συνοδεύουν. Για κάποιους μήνες όμως είχα ένα ψαλίδι στην τσάντα μου το οποίο το κρατούσα στο χέρι μόλις άφηνα τους πολυσύχναστους δρόμους. Συνειδητοποίησα κάποια στιγμή τι έκανα και σταμάτησα. Κατάλαβα πως μπορεί να γινόταν κανένα κακό αν κάποιος με πλησίαζε μέσα στη νύχτα για να με ρωτήσει κάτι, κι εγώ μέσα στον πανικό μου νόμιζα πως με πλησίαζε για κακό. Σιγά σιγά άρχισα ν’ απελευθερώνομαι από τους φόβους μου αλλά ακόμα δεν μπορούσα να μείνω βράδυ μόνη στο σπίτι. Σε τέτοια περίπτωση έπαιρνα τους δρόμους να βρω σε ποιου φίλου το σπίτι θα κοιμηθώ ή ποιος θα κοιμηθεί στο δικό μου κι αν δεν εύρισκα λύση πέρναγα λευκές νύχτες, ρίχνοντας πασιέντζες, με μουσική και ανοιχτά όλα τα φώτα, μέχρι να φέξει. Μου την έδινε αυτό, πάλι ένοιωθα φυλακισμένη στο φόβο και εξαρτημένη από άλλους. Εγώ, που άφησα την οικογένεια μου πιτσιρίκι για να κατακτήσω αυτή την πολύτιμη ανεξαρτησία. Αυτό το κάστρο έπεσε όταν αποφασισα να έρθω στην Αθήνα πλέον για να συνεχίσω με άλλες σπουδές. Νοίκιασα ένα μεγάλο παλιό σπίτι και κοιμήθηκα το πρώτο βράδυ μόνη. Μόνη, σ’ ένα άδειο σπίτι. Αυτό ήταν, τον νίκησα το φόβο μου κι έμεινα 11 χρόνια σ’ αυτό το σπίτι, μόνη μου τα περισσότερα. Δεν κλείδωνα ποτέ -παρά μόνον όταν έφευγα για διακοπές- και κοιμόμουν μ’ ανοιχτά παράθυρα και μπαλκονόπορτες. Στα έντεκα χρόνια που έμεινα εκεί δεν έκλεισα ποτέ κανένα παντζούρι. Τα βράδυα γυρνούσα στο σπίτι με τα πόδια χωρίς να φοβάμαι ιδιαίτερα, ό,τι ώρα και να ήταν. Εντάξει, το σπίτι δεν ήταν σε απομονωμένη γειτονιά αλλά παντού θα μπορούσε να συμβεί κάτι. Ήμουν πολύ χαρούμενη με τη μοναχική ζωή μου και επίσης πολύ χαρούμενη που ανέπνεα και ζούσα  ελεύθερη από φόβο. Δεν έχω ξαναφοβηθεί μέχρι τώρα. Εξακολουθώ όταν βγαίνω το βράδυ να γυρνάω στο σπίτι μόνη και ποδαράτα, δεν είμαι στην τσίτα όταν είμαι στο δρόμο ή σε λεωφορεία, παρ’ όλο που το πορτοφόλι μου έχει κάνει φτερά παραπάνω από μία φορές.

Κι όμως, κάτι έχει αλλάξει. Έχω αρχίσει και αγριεύομαι κάθε μέρα και περισσότερο. Μέσα σε λίγους μήνες ο κόσμος αγρίεψε πολύ και είμαστε ακόμα στην αρχή, τα χειρότερα είμαι σίγουρη πως δεν έχουν έρθει ακόμα. Με τρομάζει αυτή η αγριάδα. Με τρομάζει η ευκολία με την οποία τραβιούνται πιστόλια και αδειάζουν πάνω σ’ ανθρώπους. Η ευκολία με την οποία κάποιος πετάει μια χειροβομβίδα μέσα σε κόσμο. Η απελπισία που κάνει κάποιους ανθρώπους να ορμάνε σε άλλους για 5 ευρώ. Οι τσιρίδες που άκουσα το βράδυ της Αποκριάς κάτω από το σπίτι μου από μια κοπέλα που μάλλον της έκλεψαν το κινητό και οι δύο τύποι που είδα από το μπαλκόνι να τρέχουν σφαίρα να ξεφύγουν. Το σχόλιο του Snοwball για το πορτοφόλι που βούτηξαν από την έγκυο γυναίκα του. Όλα όσα ακούω τις λίγες φορές που βάζω ειδήσεις. Η οργή που νοιώθω να φουντώνει γύρω μου μαζί με την απελπισία. Όλα αυτά που ψυχανεμίζομαι πως θα ξαναφέρουν το φόβο μέσα μου. Έκανα αγώνα για ν’ απελευθερωθώ απ’ αυτόν, πολλά χρόνια. Και γιαυτό οργίζομαι  αλλά δεν ξέρω προς τα που να στρέψω την οργή μου.  Ποιοί θα φταίνε αν θα με κυριεύσει πάλι; Με ποιους να τα βάλω; Απ’ όλη αυτή την κρίση νομίζω πως αυτό θα είναι το πιο βαρύ για μένα, σιχαίνομαι να φοβάμαι τους ανθρώπους, σιχαίνομαι να βάζω στο νου μου πρώτα το κακό.

Κάνω ό,τι μπορώ για να απομακρύνω το φόβο, είναι εχθρός της λογικής. Και κάνω ό,τι μπορώ για να μη γεμίσω φόβους το παιδί μου. Φοβάμαι όμως πως τελικά ο φόβος θα αποδειχτεί πιο δυνατός και θα με πετάξει στο καναβάτσο….

τεμπελιά


Έχω μιαν άρνηση για τα πάντα. Υπάρχουν δουλειές που πρέπει να γίνουν, κείμενα που πρέπει να γραφτούν, καθημερινές δουλειές, δουλειές στη δουλειά που τις αφήνω στην άκρη μέχρι να φτάσει ο κόμπος στο χτένι, χίλια δυο.

Νιώθω μιαν άρνηση για τα πάντα. ΔΕΝ θέλω να κάνω τίποτε βρε αδελφέ, ΤΙΠΟΤΕ. Νιώθω πτώμα και παρ’ όλα αυτά δεν κοιμάμαι όσο θα ήθελα ή όσο νιώθω πως έχω ανάγκη. Το μόνο που κάνω είναι να χαζολογάω δεξιά και αριστερά σε διαδικτυακά σοκάκια, ν’ ακούω και να κατεβάζω μουσική, να παίζω που και που μουσική. Αυτά…..

Όχι πως δεν κάνω όλα όσα πρέπει να κάνω, τα ανελαστικά. Αποφεύγω όμως με διάφορες δικαιολογίες στον εαυτό μου όλα τα υπόλοιπα. Μάλλον είμαι πολύ κουρασμένη και θέλω ένα γερό διάλειμμα. Ή μήπως είναι κι αυτό δικαιολογία και πρόφαση στην τεμπελιά; Ποιός ξέρει…..

Ο κόσμος καίγεται…


Ο κόσμος καίγεται κι εγώ στην κοσμάρα μου. Στην Αθήνα παίζουν κλέφτες κι αστυνόμους, πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι – American Bar το κάναμε που έλεγε κι ο παπαγιαννόπουλος για να μην πω Far West- κι εγώ στον κόσμο μου. Πέθανε η Έλλη Παπά, ήρθε κι έφυγε η 28η Οκτωβρίου με κουβέντες για το μήκος της φούστας των κοριτσιών στην παρέλαση και τα χτενίσματα των αγοριών και για το ποιός είπε τελικά το «Όχι», ο λαός ή ο Μεταξάς, κι εγώ στον κόσμο μου.

Στο σωλήνα που μάλλον έσπασε στην κουζίνα και τρελαίνομαι στην ιδέα των μαστόρων στο σπίτι, στην εργασία που πρέπει να γράψω και βαριέμαι, στον πατέρα μου που δεν είναι καλά και φοβάμαι πως πιθανόν και να μην είναι καλά για τα καλά. Από το καλοκαίρι δεν ήταν καλά τώρα νομίζω χειροτέρεψε. Δεν ξέρω κι όλας, είμαι μακρυά και ξέρω πως δεν μου τα λένε κι όλα. Δεν έχω καλό προαίσθημα όμως, μακάρι να βγω γελασμένη. Σκέφτομαι πως πρέπει να συνηθίσω στην ιδέα πως θ’ αρχίσω να χάνω σιγά σιγά αγαπημένους. Και τυχερή είμαι που έφτασα μέχρι εδώ χωρίς να βιώσω απώλειες. Προσπαθώ να με προετοιμάσω κι ας μην είναι ακόμα η ώρα του συναγερμού. Μακάρι να είναι ο λάθος ο συναγερμός που χτυπάει μέσα μου….

Στον κόσμο γίνεται χαμός αλλά συγχωρείστε με. Μόνο στην κοσμάρα μου μπορώ να είμαι.

Ουφ!


Για φέτος τέλος. Αυτές ήταν οι τελευταίες γραπτές εξετάσεις. Της ζωής μου θέλω να ελπίζω αν και οι φίλοι που με ξέρουν δεν με πιστεύουν. Όλο και κάτι θα βρω να παιδεύομαι μετά απ’ αυτό λένε…
Για μια βδομάδα θα ξεχάσω βιβλία και βιβλιογραφίες και μαθήματα και εργασίες. Μετά θ’ αρχίσω να μαζεύω βιβλιογραφία και υλικό για την τελική μεγάλη ευθεία. Δεν θα έχω όμως ξανά γραπτές εξετάσεις. Μ’ αυτές ξεμπέρδεψα. Γιούπι!!!!!!

48


κολαούζος


Daria Pavlovna, με κούρασες.
Ένα χρόνο τώρα και είσαι κολαούζος. Συνεχώς δίπλα μου. Μ’ ακολουθείς συνέχεια, ανάσα δεν μπορώ να πάρω. Έχεις αρχίσει και μου μοιάζεις. Ξεπατίκωσες τις κινήσεις μου, όταν φεύγω φοράς τα ρούχα μου, έκοψες τα μαλλιά σου ίδιο σχέδιο. Που θα πάει αυτή η δουλειά;