Ημερολόγιο εγκλεισμού IV: Βόλτες στα δασάκια δίκην αγέλης


Σκέφτομαι πως malakia goes cloud (που λέμε στο χωριό μου). Απ’ όλους, κυβερνώντες και κυβερνούμενους.
Βγήκα μ’ ένα Β6 νωρίτερα γιατί ένιωσα πως αν δεν κουνήσω λίγο τα πόδια μου σ’ ένα πιο έντονο ρυθμό θα χρειαστώ οσονούπω αντισκωριακό. Το Πεδίο του Άρεως είναι κλειστό εδώ κι ένα μήνα, για να μη συνωστιζόμαστε στα περίπου 280 στρέμματά του, οπότε δεν υπάρχουν και πολλές επιλογές για μας τους δόλιους κατοίκους του κέντρου. Βόλτα στους δρόμους και για μια πράσινη πινελιά στο δασάκι της Ευελπίδων. Ε λοιπόν… όλος ο κόσμος που δεν μπορεί να πάει πλέον στο Πεδίο του Άρεως ήταν σήμερα μέσα στο δασάκι κι έκοβε βόλτες ή περπατούσε, καθόταν σε παγκάκια, σε πεζούλια ή βραχάκια ή στεκόταν στους δρόμους γύρω από το Πεδίο Άρεως και μέσα στο δασάκι.
undefinedΓια όσους δεν γνωρίζουν την περιοχή, το δασάκι της ΅Ευελπίδων είναι ένα μικρό άλσος -με πεύκα κυρίως- που ανήκει στο Υπ. Γεωργίας και εκτείνεται πίσω και πάνω από τα Δικαστήρια της Ευελπίδων. Μέχρι πριν ένα μήνα εκεί ήταν απλώς ένας σκυλότοπος, ήταν δηλαδή το μέρος που πήγαιναν οι κάτοικοι των γύρω περιοχών τα σκυλιά τους για βόλτα, τρέξιμο και χέσιμο. Στο, δε, πάνω μέρος του, που είναι και πολύ ανηφορικό δεν ξέρω ποιος μπορεί να πήγαινε, το πολύ πολύ κάποιο άστεγο ζευγαράκι για ένα στα γρήγορα ανάμεσα στις τσουκνίδες. Τώρα περνάει περίοδο δόξας, κοινώς γίνεται ο κακός χαμός. Για να μη πω για την Πλατεία Πρωτομαγιάς που μόλις βγήκα εκεί μ’ έπιασε αγοραφοβία από τα πλήθη που αντίκρισα.
Μεγάλοι και μικροί, σε μικρές ή μεγάλες παρέες συνωστίζονται σε παγκάκια, βραχάκια και πεζούλια. με ποδήλατα, μπάλες και μπύρες. Οι μαμάδες στο ένα πεζούλι/παγκάκι όλες μαζί και τα μικρά στο άλλο παγκάκι/πεζούλι καθισμένα αγκαλιά να χαζεύουν κινητά ή να παίζουν μπάλα ή να κυνηγιούνται, να κοπανιούνται, να κάνουν δηλαδή ό,τι και στα σχολεία τους. Αυτά τα μικρά είναι που θα κρατήσουν αποστάσεις τώρα που θ’ ανοίξουν τα σχολεία; Ποιος τους το έμαθε αυτό; Οι μαμάδες τους που τα έβλεπαν σαν σμάρι και ήταν άνετες και αδιάφορες ή οι μπαμπάδες που έπαιζαν όλοι μαζί ποδόσφαιρο; Κι εμείς θα έχουμε την ευθύνη αυτά τα μικρά να τα προσέχουμε έτσι ώστε να κρατάνε αποστάσεις κι αν πάθουν κάτι να μας το φορτώσουν; Ή θα έχουμε την ευθύνη για τους έφηβους που έπιναν μπύρες ή νερά ή κοκακόλες σε μεγάλες παρέες αγκαλιασμένοι;
Αυτά που είδα με έπεισαν. Οι Έλληνες αποφάσισαν πως θέλουν ανοσία αγέλης και θα την έχουν. Εγώ που δεν θέλω τι φταίω;
Όσο για το κλειστό Πεδίο Άρεως…..ας μη μιλήσω καλύτερα….

Fuente Ovejuna


Τη χρονιά 1976-77 ανέβηκε στην Κεντρική Σκηνή του ΚΘΒΕ η παράσταση «Φουέντε Οβεχούνα». Εκείνη τη χρονιά εγώ ήμουν στη Β’ Λυκείου, μόλις είχε γίνει η αλλαγή από εξατάξιο γυμνάσιο σε τριτάξιο Γυμνάσιο και τριτάξιο Λύκειο. Κάθε χρόνο παρακολουθούσα μία ή δύο παραστάσεις του ΚΘΒΕ. Δεν θυμάμαι ποια παράσταση παρακολούθησα εκείνη τη χρονιά, αν ψάξω τα προγράμματα που ακόμα κάπου έχω κρατημένα θα το βρω. Το σίγουρο είναι πως δεν παρακολούθησα το έργο του Λόπε δε Βέγα που ανέβηκε εκείνη τη χρονιά σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη. Δεν θυμάμαι με τι κριτήρια είχα επιλέξει τότε ποιες παραστάσεις θα δω και γιατί δεν διάλεξα αυτή τη συγκεκριμένη. Το θέμα είναι πως το μετάνιωσα κάποια στιγμή αργότερα όταν ανακάλυψα τη μουσική της παράστασης και όταν κατάλαβα πως όλο αυτό γινόταν ζωντανά επί σκηνής. Η Μαρία Δημητριάδη τραγουδούσε εκεί, επί σκηνής, τα τραγούδια της παράστασης. Κόντεψα να σκάσω διότι αγάπησα τα τραγούδια και με μίσησα που ενώ τα είχα για μια ολόκληρη θεατρική περίοδο στα πόδια μου, τα έχασα σαν βλάκας.

Εκείνα τα χρόνια της επαναστατημένης νιότης το αγαπημένο μου τραγούδι ήταν «η μπαλάντα του ξεσηκωμού»

Αργότερα που ηρέμησε κάπως η επαναστατημένη μου διάθεση, και μέχρι τώρα, αγαπάω πολύ τη «μπαλάντα της νύχτας».

Καληνύχτα κύριε Θάνο. Ας είναι ελαφρύ το χώμα σου…..

πρόβα χορωδίας


Άλλη μια 17η Νοέμβρη έρχεται κι άλλη μια γιορτή στο σχολείο ετοιμάζεται. Δεν την έχω αναλάβει (για τους αμύητους, τις σχολικές γιορτές αναλαμβάνουν να τις διοργανώσουν κάποιοι καθηγητές) αλλά είπα να βοηθήσω τις συναδέλφισσες που την ανέλαβαν στο κομμάτι της χορωδίας γιατί είχαν πνιγεί με όλα τα υπόλοιπα που ετοίμαζαν. Εννοείται πως δεν είμαι μουσικός, μόνο δυο τρεις μήνες πέρασα από Ωδείο προσπαθώνας να μάθω κλασική κιθάρα στα νιάτα μου αλλά δεν είχα την υπομονή, είχα και διάβασμα για τις εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο και τα παράτησα. Αυτό που έχω είναι καλό αυτί και μια σχετικά καλή φωνή οπότε ήμουν μια κάποια λύσις για τη χορωδία. Επιλέξαμε τα τραγούδια να ταιριάζουν με την περίσταση κι αρχίσαμε πρόβες στα κενά μου με μερικές μαθήτριες. Τα αγόρια σπάνια μπαίνουν σε τέτοιες διαδικασίες. Προς μεγάλη μου έκπληξη γνώριζαν τα περισσότερα τραγούδια (πιθανόν από προηγούμενες γιορτές), δεν είχαν ακούσει ποτέ το «Για τη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ» (και τώρα που το σκέφτομαι κανένα δεν ρώτησε τι είναι αυτό το ΕΦΕΕ…). Για να το μάθουν λοιπόν, ανοίξαμε κάποια στιγμή τον υπολογιστή και πήγαμε στο youtube να το ακούσουμε για να δουν αν μπορούν να το μάθουν στο λίγο χρόνο που είχαμε. Το ακούσαμε, τους άρεσε, προσπαθήσαμε να το βγάλουμε και μετά συνεχίσαμε με τα υπόλοιπα που τα ήξερα, ένα από αυτά και ο «Λεβέντης» του Θεοδωράκη. Πάνω που προβάτραμε το «Λεβέντη» μου λένε:

  • Κυρία, υπάρχει μια πολύ ωραία διασκευή, πιο μοντέρνα, του «Λεβέντη», αυτού ντε που σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα, από ένα συγκρότημα που λέγεται Cosa Mostra.

Εγώ δεν ήξερα την ύπαρξή του αλλά επειδή μ’ αρέσει να μαθαίνω ακούγοντας διάφορα και από το γιο, σκέφτηκα πως για να διασκευάσουν το συγκεκριμένο τρταγούδι ίσως είναι κάτι σαν τους Social Waste. Το βάλαμε λοιπόν και κάτι μου στράβωσε από την αρχή της εισαγωγής ακόμα. Όταν προχώρησε λίγο τους είπα πως αποκλείεται να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη διασκευή, τελείως πανηγυριώτικο ρε φίλε!! Στίχοι – μουσική καμία σχέση. Κάτι σε βαλκανικό ροκ να το πω; Δεν ξέρω…… Πιο γρήγορο τέμπο, ντέφια, βιολιά, κραυγές Ε! Ε! Ε!….. Κι εκεί που αναρωτιούνται «ποιος κατεβάινει σήμερα στον Άδη;» θα μπορούσαν άνετα ν’ αναρωτιούνται «ποιος παντρεύεται σήμερα κι έχει χαρές»

Δεν ξέρω, μπορεί να είμαι απλά μια κολλημένη γραία αλλά ό,τι και να είμαι νομίζω πως τουλάχιστον οι στίχοι πρέπει να έχουν σχέση με τη μουσική.

Ναι ρε φίλε, ο λεβέντης δεν μεμψιμοιρεί, περήφανος κατεβαίνει στον Άδη αλλά όπως και να το κάνουμε στον Άδη πάει, όχι στα μπουζούκια ή στο πανηγύρι του χωριού του να σύρει πρώτος το χορό.

 

ΥΓ. Έψαξα να δω ποιοι είναι αυτοί οι Cosa Mostra και είδα πως μας εκπροσώπησαν ως χώρα στην Eurovision  του 2013

4.1 μίλια και η Νορβηγία


Έβλεπα νωρίτερα το ντοκιμαντέρ της Δάφνης Ματζιαράκη “4.1 Μiles” που είναι υποψήφιο για Όσκαρ ντοκιμαντέρ μικρού μήκους. Το έβλεπα και έκλαιγα επειδή σε κάθε προσωπάκι μικρού αγοριού έβλεπα το προσωπάκι του Μπακραουάν μου, σε κάθε κοριτσάκι την Αλμπίν μου, έβλεπα τον Ομάρ στα μελαχρινά δεκάχρονα και σε κάθε γυναίκα τρελαμένη από το φόβο της μάνα τους, την αγαπημένη μου Σάλμα.

Η Σάλμα και τα παιδιά της έφυγαν προχτές και άφησαν ένα κενό στη ζωή μας. Δεν μπορώ να συνηθίσω πως από δω και πέρα δεν θα χτυπάει η πόρτα και με το που την ανοίγω να μπαίνει ένας σίφουνας από 3 πιτσιρίκια στο σπίτι. Να θρονιάζονται στον καναπέ και να ζητάνε να δουν Μίκυ Μάους στην τηλεόραση. Η Αλμπίν δεν θα ξανάρθει το Σαββατοκύριακο μ’ ένα βιβλίο παραμάσχαλα. Το έπαιρνε από τη βιβλιοθήκη του σχολείου της κάθε Παρασκευή για να της το διαβάσω και να ζωγραφίσει αυτό που της έκανε εντύπωση. Ούτε ο Ομάρ θα μου δείχνει τι ωραία που έμαθε να γράφει το όνομά του και διάφορα άλλα στο σχολείο Κωφών και να μου τα μαθαίνει στη νοηματική.

Θα μου λείψουν οι μεγάλες συζητήσεις μας με τη Σάλμα σε μια δικιά μας γλώσσα, με λίγα αγγλικά, λίγα ελληνικά, πολλή «νοηματική» και άπειρη διάθεση επικοινωνίας. Σ’ αυτή τη γλώσσα μου διηγήθηκε την ιστορία της και πολλά για τον τόπο της. Σ’ αυτή τη γλώσσα μου μίλησε για τις ελπίδες της, για το όνειρό της να γυρίσει στον τόπο της όταν τελειώσει ο πόλεμος, το όνειρο να δει το Κουρδιστάν ελεύθερο και ενωμένο και να δουλέψει για να γίνει καλύτερο.

Σήμερα περνάνε το δεύτερο βράδυ τους στη Νορβηγία, στο Όσλο. Θα κάνουν όμως έναν με δύο μήνες να βρεθούν οριστικά με το μπαμπά τους. Πρέπει να μείνουν πρώτα σ’ ένα καμπ, αυτή είναι η πολιτική των Νορβηγών για τους πρόσφυγες. Δεν έχω καταλάβει ακριβώς το λόγο, ιατρικές εξετάσεις ή κάτι άλλο, πάντως για αρκετό καιρό θα τους χωρίζει μια απόσταση 12 ωρών με τρένο από το μπαμπά τους. Τόσο απέχει το Όσλο από το Τροντχάιμ.

Στενοχωρέθηκα που τους έχασα ελπίζω όμως εκεί στο Βορρά να βρουν επιτέλους μια ήρεμη ζωή.

Στο παρακάτω λινκ μπορείτε να δείτε το ντοκιμαντέρ «4.1 μίλια»

http://popaganda.gr/4-1-miles-deite-to/

So long Leonard !


songs_of_leonard_cohenxΦθινόπωρο 1978. Κατεβαίνω από τη Θεσσαλονίκη στην Πάτρα για σπουδές, δεν έχω κλείσει καν τα 18, προσπαθώ να το παίξω μεγάλη και νομίζω πως στ’ αλήθεια είμαι, κόβω βόλτες δώθε κείθε προσπαθώνας να καταλάβω που βρίσκομαι. Για τις 17 Νοέμβρη ανεβαίνω τρέχοντας στη Θεσσαλονίκη και κατεβαίνω συστημένη να βρω τον Κοσμά που μου έχει μιλήσει γιαυτόν η Μαριάννα. Δευτεροετής, τότε, ο Κοσμάς στο Μαθηματικό κάτι θα βρίσκαμε να πούμε. Τη φάτσα του την ήξερα, τον είχα δει να μιλάει σε μια συγκέντρωση υποψήφιων από τη Θεσσαλονίκη που ζητούσαμε ειδική μεταχείριση λόγω του σεισμού. Εκείνο το καλοκαίρι εμείς οι υποψήφιοι από τη Θεσσαλονίκη διαβάζαμε για τις εξετάσεις, που τότε ήταν τον Αύγουστο, σε αντίσκηνα.
Συνέλευση στο αμφιθέατρο, εντοπίζω τον Κοσμά παρέα με δύο άλλους. Πλησίασα, τους μίλησα και μετά φύγαμε όλοι μαζί για την ταβέρνα με την αυλίτσα στην Αράτου ψηλά. Χάλια το φαγητό αλλά φτηνή με ωραία αυλή. Τρώγαμε και πίναμε κι αυτοί οι τρεις σχολίαζαν ό,τι θηλυκό κυκλοφορούσε στο πανεπιστήμιο, δεν ήταν και πολλά άλλωστε. Τους άκουγα και σκιαζόμουν όλο και περισσότερο με το πέρασμα της ώρας. Με πήγαν σπίτι και μου είπαν να περάσω την άλλη μέρα να τους δω. «Σιγά μη περάσω για να με περάσετε και μένα γενεές 14…» σκέφτηκα… και δεν πέρασα. Μετά δυο τρεις μέρες χτύπησε το κουδούνι στο σπίτι μου και τους είδα και τους τρεις μαζί στην πόρτα. «Σε περιμέναμε, γιατί δεν φάνηκες;» μου είπαν και τους απάντησα με ειλικρίνια πως φοβήγθηκα με όσα άκουσα να λένε στο ταβερνάκι. Γέλασαν και μου απάντησαν πως για να με καλέσουν στο σπίτι τους είχα περάσει τα τεστ. Από εκείνη τη μέρα και σχεδόν για ολόκληρο εκείνο το χειμώνα γίναμε αυτοκόλλητοι οι τέσσερίς μας. Όπου έβλεπες τον έναν ήσουν σίγουρος πως κάπου εκεί γύρω θα είναι και οι άλλοι.
Στο σπίτι τους άκουγαν πολύ μουσική κι ο Κοσμάς έπαιζε κιθάρα, τύμπανα και φυσαρμόνικα. Όταν πήγαινα εκεί εννοείται πως δεν έφευγα, η Αγυιά ήταν μακριά και εκείνα τα χρόνια οι φοιτητές δεν είχαν αυτοκίνητα και μηχανάκια, τα δε λεωφορεία είχαν το τελευταίο δρομολόγιο το πολύ στις 22:30. Ο μόνος τρόπος για να επιστρέψω στην Πάτρα από την Αγυιά ήταν να το κόψω με το πόδι μέσα στη νύχτα. Με κοίμιζαν λοιπόν στο σπίτι τους και με πρόσεχαν, κάτι σαν τη Χιονάτη στο σπιτάκι των νάνων ένιωθα, αν και δεν τους έλεγες ακριβώς νάνους. Μαζί τους έμαθα πάρα πολλά πράγματα για μουσική, αγάπησα μουσικούς και συγκροτήματα που δεν είχα ξανακούσει. Πρωτάκουσα στο σπίτι της Αγυιάς τους Talking Heads, τη Rickie Lee Jones και την Joni Mitchel, τους Van Der Graaf Generator, τους Gong, τους Genesis, τον Alan Parson και τους Dire Straits και άλλους πολλούς. Μια από τις πρώτες φορές που πήγα σπίτι τους μπήκε στο πικάπ ένας δίσκος, δεν θυμάμαι…. ο Κοσμάς τον έβαλε  ή ο Τζόε; Αυτό που θυμάμαι είναι πως μαγεύτηκα και πως , από κει και πέρα, ήξερα ότι μπορούσα να τον ακούω όλη μέρα. Από κείνο το βράδυ και μετά ήταν πάρα πολλά τα βράδια που μου έκανε παρέα ο Leonard Kohen. Ο δίσκος ήταν φυσικά το Songs of Leonard Cohen (1967).

So long Leonard !

Κοσμά, Τζό και Ηλία, ήσασταν οι καλοί μου μάγοι τότε

Syrian food


Το απέναντι διαμέρισμα ήταν ξενοίκιαστο εδώ και χρόνια. Δυαράκι βολικό, πολλοί το ήθελαν, αλλά η ιδιοκτήτρια που ζει στη Μυτιλήνη δεν πήρε χαμπάρι πως άλλαξαν οι εποχές και το νοίκι από ένα δυαράκι δεν μπορεί πλέον να σε ταίζει για ένα μήνα, οπότε το σπίτι ήταν ξενοίκιαστο για τέσσερα περίπου χρόνια. Πριν δυο τρεις μήνες είδαμε κινητικότητα, ήρθαν και το έβαψαν τσάτρα πάτρα αλλά νοικάρηδες δεν βλέπαμε. Μάθαμε τελικά πως νοικιάστηκε στη ΜΚΟ Praxis για να φιλοξενηθούν πρόσφυγες. Πριν δυο βδομάδες εμφανίστηκε μια οικογένεια. Μια νεαρή μαμά και τρία μικρά, από 2 το μικρότερο μέχρι 7-8 χρόνων το μεγαλύτερο. Απόμακρη και σαν φοβισμένη η μαμά στην αρχή αλλά τα μικρά είναι μικρά και έπαιζαν. Τα άκουγα να κελαηδούν όλημερίς. Οι συγκάτοικοι της πολυκατοικίας δεν έδωσαν σημασία μεγάλη, άλλωστε είναι πολυκατοικία γερόντων. Τον μέσο όρο ηλικίας κατεβάζουν ο γιος μου και η φοιτήτρια στο διπλανό διαμέρισμα. Μόνο μια κυρία το ανέφερε αλλά όχι με άσχημο τρόπο, είπε απλώς πως ήρθε μια οικογένεια σύριων με παιδάκια και της απάντησα πως επιτέλους θα ακουστούν και πάλι στο «νεκροταφείο» μας παιδικές φωνές.
Μια μέρα σκέφτηκα και είπα στο γιο να δούμε στα λούτρινα που μας έμειναν από τη δική του παιδική ηλικία, ποια δεν θέλει να κρατήσει για να τα δώσουμε στα πιτσιρίκια. Μου απάντησε πως το είχε σκεφτεί κι αυτός και όχι μόνον αυτά αλλά κατέβασε διάφορα κουτιά και έβγαλε αυτοκινητάκια και άλλα τέτοια. Τα βάλαμε σ’ ένα κουτί και χτυπήσαμε το κουδούνι. Ακούγαμε φωνούλες αλλά κανένας δεν μας άνοιξε. Ξαναχτυπήσαμε άλλες δυο τρεις φορές μέχρι να πάρει απόφαση η μαμά να ανοίξει, μετά από δυο μέρες την πόρτα, μάλλον φοβόταν. Τα μικρά πανηγύρισαν μόλις είδαν τα κουκλάκια και τα αυτοκινητάκια. Η μαμά με ευχαρίστησε και έκλεισε την πόρτα. Μου χτύπησε αργότερα να με ρωτήσει, με νοήματα αφού δεν ξέρει αγγλικά, αν μπορώ να της «δανείσω» wifi για να μπορεί να επικοινωνεί με τον άντρα της που κάπου είναι αλλά δεν κατάλαβα που. Της έδωσα τον κωδικό, με ευχαρίστησε και πάλι και το άλλο βράδυ χτύπησε το κουδούνι, άνοιξα και την είδα μ’ ένα πιάτο γεμάτο φαγητό. Σύριαν φουντ, μου είπε, και μου έδωσε το πιάτο. Νοστιμότατο φαγητό, σαν τα γεμιστά τα δικά μας αλλά με κιμά από κοτόπουλο και πολύ πικάντικα. Η δική μου μαμά μου έχει μάθει πως δεν γυρνάμε ποτέ το πιάτο με το οποίο μας έφεραν πεσκέσι άδειο αλλά εκείνη τη μέρα έφτιαχνα παστίτσιο και είχε και χοιρινό κιμά άρα απαγορευτικό. Νταξ, δεν πειράζει, είχα τρεις σοκολάτες στο σπίτι, τις έβαλα στο πιάτο και το επέστρεψα γεμάτο και όλα μια χαρά.
Χτες το βράδυ χτύπησε και πάλι το κουδούνι και ανοίγοντας την πόρτα είδα το μεγαλύτερο αγόρι μ’ ένα πιάτο γεμάτο στο χέρι κι ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά. Πήρα το πιάτο, τον ευχαρίστησα και του έδωσα ένα φιλί. Έφυγε με πιο μεγάλο χαμόγελο.
Το πρωί σήμερα έφτιαξα ένα κέικ, έβαλα το μισό στο πιάτο και χτύπησα το κουδούνι τους. Τώρα πλέον ανοίγουν αμέσως, έκαναν χαρές τα μωρά με το κέικ και το πιο μικρό όρμησε για αγκαλιές, γελώντας. Το σήκωσα ψηλά και πήρα την πιο σφιχτή αγκαλιά εδώ και χρόνια. Τους ρώτησα με νοήματα τα ονόματά τους και τους είπα το δικό μου. Επίσης έμαθα πως το μεγαλύτερο και γελαστό αγοράκι, ο Ομέρ, δεν ακούει και δεν μιλάει. Τα λέει όμως όλα με τα μάτια, το χαμόγελο και τη γλώσσα του σώματος.
Η Σάλμα μαγειρεύει νοστιμότατα οπότε όπως καταλαβαίνετε εμείς, ως οικογένεια, θα εντρυφήσουμε στη συριακή κουζίνα και η Σάλμα και τα παιδιά στη δική μου. Ο γιος μου θα με στείλει, είμαι σίγουρη, να ζητήσω τη συνταγή για τις πατάτες που τις βρήκε θεϊκές.
Πολύ χαίρομαι που έχω τόσο καλούς γείτονες αν και εύχομαι να μπορέσουν να φύγουν γρήγορα και να πάνε να βρούνε το μπαμπά τους.

παρελάσεις


parelasi22Θυμάμαι τις παρελάσεις επί χούντας. Στη Θεσσαλονίκη η μεγάλη στρατιωτική γινόταν παραδοσιακά τον Οκτώβρη. Η χαρά των μαθητών, μαζεμένες γιορτές μεγάλο διάλειμμα από το σχολείο.
Τις παρακολουθούσα σχεδόν πάντα. Όλοι μαζί, οικογενειακώς κατεβαίναμε στο κέντρο να τη δούμε, με τη μάνα μου να φοβάται μη χάσει κάποια από μας μέσα στο πατιρντί.
Και να τα τανκς, να οι όλμοι, να τα πεζοπόρα του στρατού, οι λοκατζήδες και οι αλπινιστές. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν οι πιο εντυπωσιακοί στα παιδικά μου μάτια…. Με τις λευκές στολές τους και τα σκί επ’ ώμου, πίστευα πως ήταν η πιο διασκεδαστική μονάδα του στρατού, σαν μοντέλα έμοιαζαν κι όχι σαν φαντάροι.
Κι όλα αυτά για να μας πείσουν (ή να πειστούν;) για το αξιόμαχον του στρατεύματος. Να μας πείσουν πως αν μας την πέσει η Τουρκιά, οι κακοί κομμουνιστές από το Βορρά ή όποιος άλλος, ο στρατός θα είναι εκεί να μας προστατέψει.
Και ήρθε το 1974, την έπεσε η Τουρκιά στην Κύπρο, έφαγε τη μισή σε 2-3 μερούλες, έγινε η επιστράτευση, κι όταν γύρισαν πίσω οι μπαμπάδες και οι θείοι μας, καταλάβαμε πως όλες οι παρελάσεις κι οι παράτες και το εθνικόν ρίγος ήταν για τα μάτια του κόσμου και πως αν στ’ αλήθεια μας την έπεφτε τότενες η Τουρκιά, θα έφτανε στην Ακρόπολη σε μια μέρα. Ο αξιόμαχος στρατός δεν διέθετε ούτε τη μία, απαραίτητη, σφαίρα ανά φαντάρο για να μπορέσει να αυτοκτονήσει κι έτσι να μη πέσει στα χέρια του οχτρού.
Οπότε δεν μας χέζετε με τις παρελάσεις σας και με τα εθνικά ρίγη;

Εφιάλτης


12419125_10207557954323621_9128413220486506920_oΚάποτε η προσφυγιά ήταν για μένα ιστορίες της μαμάς και της γιαγιάς που τις άκουγα και τις ξανάκουγα μέχρι που τις βαρέθηκα. Ιστορίες που χανόταν στο χρόνο επειδή ήμουν μικρή κι όλα αυτά φάνταζαν «αρχαιολογία» στα μάτια και στ’ αυτιά μου. Δεν ήταν τόσο μακρινά, φυσικά, αλλά ξέρετε πως είναι τα παιδιά….
Τώρα οι ιστορίες προσφυγιάς ήρθαν δίπλα μας, χιλιάδες ιστορίες ανθρώπων που περνούν δίπλα μας, όπως πέρναγαν κάποτε η μάνα κι η γιαγιά μου δίπλα από άλλους ανθρώπους.
Ο δρόμος της προσφυγιάς, ένας από τους εφιάλτες της ζωής μου
Φωτογραφία προχτεσινή, από το λιμάνι του Πειραιά την ώρα που έφτασαν 4000 πρόσφυγες και τα κορίτσια του «Πλέκουμε Αλληλεγγύη» ήταν εκεί για να φορέσουν ζεστά σκουφάκια, γαντάκια και κασκολάκια στα κεφαλάκια, τα λαιμουδάκια και τα χεράκια των παιδιών.

παπαγάλοι


a4673b1fde2cf6c156f27a24acc405c4Προχτές ο 17χρονος γιος, μου ανακοίνωσε πως θα πάρει μέρος στο διαγωνισμό EUROSCOLA ελπίζοντας να τα πάει καλά και να καταφέρει να πάει βόλτα στο Στρασβούργο, μιας και όσοι επιτύχουν θα ταξιδέψουν στο Στρασβούργο ως καλεσμένοι της Ε.Ε. Προφανώς του είπα πως είναι πολύ καλή ιδέα, και για τη βόλτα αλλά και επειδή η πολιτική και η σχέση της με το ιστορικό γίγνεσθαι είναι μέσα στα ενδιαφέροντά του.
Σήμερα το πρωί πήγε στην εξέταση χωρίς να έχει κάνει ιδιαίτερη προετοιμασία, πέρα από ένα σκαρίφημα που είχε φτιάξει στο μυαλό του. Κι όταν λέω σκαρίφημα εννοώ πως διάβασε για τη Συνθήκη της Λισαβόνας, προετοίμασε μερικά επιχειρήματα στο μυαλό του και σκέφτηκε τη δομή του κειμένου που θα έγραφε.
Όταν γύρισε τον ρώτησα -φυσικά- πως τα πήγε, μου είπε πως τελείωσε σε μια ώρα και μετά μου είπε το «κουφό», αν και απορώ με τον εαυτό μου που εντυπωσιάστηκα μετά από τόσα χρόνια στην εκπαίδευση. Όλα, όλα όμως, τα υπόλοιπα παιδιά είχαν πάει να εξεταστούν έχοντας αποστηθίσει εκθέσεις που είχαν προετοιμάσει με τους φροντιστές τους. Όταν τελείωσαν και  συζητούσαν το πως τους φάνηκε και πως νομίζουν ότι έγραψε ο καθένας, δεν έλεγαν μεταξύ τους πως δεν σκέφτηκαν το τάδε ή το δείνα επιχείρημα αλλά πως ΞΕΧΑΣΑΝ το τάδε και το δείνα κομμάτι της έκθεσης που είχαν προσπαθήσει να αποστηθίσουν.
Ο σχολιασμός του υιού:
«Ήταν διαγωνισμός φροντιστών τελικά αλλά θέλω να τους δω εκεί τι θα κάνουν, όσοι απ’ αυτούς περάσουν, αφού εκεί πρέπει να συνεργαστούν με παιδιά από την υπόλοιπη Ευρώπη για να γράψουν ένα κείμενο. Τι σκατά θα έχουν να πουν εκεί αφού οι περισσότεροι δεν είχαν ιδέα για τι πράγμα έγραψαν;».
Να πω ότι έχει άδικο;
Εύχομαι απλώς να περάσει κι αυτός. Και για να πάει το ταξίδι που τόσο επιθυμεί και που θα έχει κερδίσει με το σπαθί του αλλά και για να του λυθεί η απορία για το πως σκατά θα ανταπεξέλθουν οι παπαγάλοι.

επετειακόν


Όταν ήμουν μικρή και για να με πείσουν να φάω που ήμουν μίζερη και δεν έτρωγα σχεδόν τίποτε, μου μιλούσαν για την Κατοχή και την πείνα κι εγώ φυσικά αντιδρούσα όλο νεύρα. Η φράση του μπαμπά «μωρέ ένα ’41 σας χρειάζεται για να μάθετε τι θα πει πείνα….», με έκανε έξαλλη. Οι ιστορίες του μπαμπά για το πως -δέκα χρονών παιδάκι- περπατούσε χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη για να φτάσει σ’ ένα χωριό να πάρει ένα τσουβαλάκι στάρι, να το φορτωθεί και να ξαναγυρίσει περπατώντας πίσω, μου έμοιαζαν εξωπραγματικές. Στο σχολείο ακόμα και η πείνα είχε κάτι ηρωικό, έτσι όπως μας τα μάθαιναν στην ιστορία (μέσα στη χούντα). Οι ιστορίες του μπαμπά δεν είχαν ηρωισμό, μόνο πείνα. Το περπάτημα ενός δεκάχρονου μου έμοιαζε απλώς εξωπραγματικό αλλά όχι ηρωικό, δεν είχε κατατροπώσει μόνος του μια ντουζίνα γερμανούς να έχω να περηφανεύομαι.
(κάτι τέτοιες μαλακίες μας έλεγαν στο σχολείο).
Ούτε εγώ, ούτε ο μπαμπάς μου πολύ περισσότερο, πιστεύαμε τότε πως θα ξαναζήσουμε πείνα. Η πέινα του ’41 ήταν ένα σκιάχτρο που μου κουνούσαν για να κόψω τις κόνξες στο φαγητό, δεν θα ήθελε με τίποτε ο καημένος να ζήσουν τα παιδιά του κάποια στιγμή την πείνα που έζησε εκείνος και η γενιά του.
Ήρθε όμως η πείνα, όχι ακόμη για μένα αλλά για πολύ κόσμο. Κι αν συνεχίσουμε έτσι θα έρθει για τους περισσότερους από μας.

λέξεις


Η μικρή Μαρία. Ο μικρός Μπεν. Ο Όλι Ρεν. Ο Στουρνάρας. Ο Αυτιάς. Η ΕΡΤ. Οι παρελάσεις. Τα ΜΑΤ. Ο Παπούλιας σε θρόνο (σιγά μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου). Η διαθεσιμότητα (καλά, αυτή υπάρχει μόνο στη ζωή των «διαθέσιμων» πλέον…). Οι φωτογραφίες συναδέλφων από τις διακοπές τους κατά το «εορταστικό» τριήμερο. Οι Ρομά. Ο νεαρός που καρβούνιασε πάνω στο τρένο γιατί δεν είχε εισιτήριο. Like στο facebook. Τι θα φάμε σήμερα; Μια βόλτα. Πέθανε κι ο Lou Reed. Φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης. Τα λεφτά που ποτέ δεν φτάνουν. Οι συντάξεις (απομακρύνεται κι αυτή η εναλλακτική). Τι θα κάνω σε πέντε μήνες; Η νύχτα που μεγάλωσε. Ο καιρός που ξέχασε την εποχή. Τα νέα μέτρα που θα είναι «στοχευμένα» (αλήθεια, ποιον θα έχουν στόχο αυτή τη φορά;). Παλιές φωτογραφίες. Κι άλλες παλιές φωτογραφίες να θυμίζουν πως ήταν κάποτε η ζωή. Χαζές ταινίες στην τηλεόραση.

Λέξεις…..

Καληνύχτα.

 

ασανσέρ πάλι


Διάβασαν την προηγούμενη ανάρτηση οι φίλοι μου κι άρχισαν τα τηλέφωνα. «Τι έπαθες ρε συ; Μη μασάς…» και τέτοια. Ασανσέρ, φίλοι μου, αυτό έπαθα. Κατεβαίνω στα Τάρταρα, μετά κάπου βλέπω λίγο φως, ανεβαίνω και ρουφάω μια τζούρα μέχρι να έρθει η επόμενη σφαλιάρα και να με ξαναρίξει στο σκοτάδι. Να… σήμερα για παράδειγμα. Με το ζόρι κρατιόμουν μην αρχίσω να γράφω σεντόνια για το χάος που ζω κάθε μέρα στο σχολείο, για τους «συναδέλφους» που εμείς οι ίδιοι αφήσαμε να θεριέψουν επειδή έπρεπε (όταν έκαναν μαλακίες, όταν άντε μην αρχίσω…. ) να δείξουμε «συναδελφική αλληλεγγύη» και να σπρώξουμε τα σκατά κάτω από το χαλί αντί να τους ρίξουμε μια μούτζα γιατί με τις δικές τους μαλακίες έπαιρναν κι εμάς στο λαιμό τους και τώρα τους κοιτάμε να μας κάθονται στο σβέρκο. Πάνω λοιπόν που κρατιόμουν με το ζόρι έσκασε αυτό το φωτάκι που μ’ έκανε να σκεφτώ πως πέρα από τους «συνάδελφους», πέρα από τη συμμορία που κάνει κουμάντο στο σχολείο, υπάρχουν με ρικές φορές και κάποια παιδιά που σε θυμούνται.

Έβγαινα από έναν σταθμό του ΜΕΤΡΟ όταν άκουσα το όνομά μου και γύρισα. Ένας νεαρός με κοιτούσε χαμογελώντας και με πλησίαζε. Ξυρισμένο κεφάλι με μια λωρίδα μόνο μαλλί, σκουλαρίκια, ένα κάπως dandee ντύσιμο, «καλλιταχνικό στιλ σύμφωνα με κάποια στερότυπα. «Εσύ είσαι, εσύ είσαι…» μου είπε πλησιάζοντάς με. Το πρόσωπό του γνωστό αλλά δεν μπορούσα να το ταυτίσω με συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μου. Χαμογέλασα όμως και τον πλησίασα. «Είμαι ο Μ. από το σχολείο στ …» Τον θυμήθηκα πριν πει το σχολείο. Ήταν ο Μ., το «Cureάκι», έτσι τον έλεγα. Λάτρευε τους Cure και είχε γουρλώσει τα μάτια όταν του είχα πει ότι ήμουν σε live τους όταν αυτός μπουσούλαγε. Νομίζω πως είχα να τον δω από τότε που τελείωσε το σχολείο, ο Μ. επέμενε πως είχαμε ξανασυναντηθεί αλλά εγώ δεν το θυμάμαι. Ου γαρ έρχεται μόνον….

«Σε σκέφτομαι συχνά», μου είπε «κι αναρωτιέμαι τι να κάνεις. Πολλές φορές μιλάω για σένα και σκέφτομαι αυτά που μας έλεγες… Έτσι ζω τη ζωή μου, δεν πουλιέμαι σε κανέναν….». Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα «Τι τους έλεγα άραγε; Ποιες φράσεις χαράχτηκαν στο μυαλό του; Του έκαναν καλό ή κακό; Ω Θεοί! Τελικά επηρεάζουμε πολύ κάποια παιδιά με τη στάση και τα λόγια μας». Μου είπε ότι είναι καλά, ασχολείται με τα καλλιτεχνικά, κάνει αυτό που θέλει και μέσα σ’ όλα φτιάχνει κοσμήματα. Και τότε άνοιξε μια σακούλα «Εδώ τα έχω, θέλω να σου κάνω ένα δώρο, διάλεξε ποιο απ’ όλα σ’ αρέσει. Είναι λίγο αντισυμβατικά αλλά εσύ ποτέ δεν ήσουν συμβατική, είσαι ίδια όπως σε άφησα». Διάλεξα ένα βραχιόλι φτιαγμένο από δέρμα, σε πολύ ιδιαίτερο σχέδιο. Το φοράω τώρα που γράφω, θα το φοράω και αύριο στο σχολείο. Είναι ο μισθός μου κουφάλες, το βραβείο μου, κι αυτό δεν μπορεί κανείς σας να μου το δώσει ή να μου το πάρει. Αύριο θα σηκώσω και τα μανίκια για να το δουν όλοι.

Βιαζόταν ο Μ. , βιαζόμουν κι εγώ. Μου είπε και για έναν συμμαθητή του που άνοιξε ένα καφέ στα Εξάρχεια, σκέφτομαι να περάσω κάποια μέρα. Άραγε θα με αναγνωρίσει και κείνος; Με τον Μ. δεν ανταλλάξαμε τηλέφωνα που ποτέ δεν θα πάρουμε. Με τη σιγουριά πως κάποια στιγμή θα ξαναπέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο σε μια άλλη στάση του ΜΕΤΡΟ.

τέφρα


Όχι, δεν έχει φωτογραφίες από τις διακοπές.  Στα ίδια μέρη βρέθηκα, θα μπορούσα να βάλω τις περσινές ή προπέρσινες. Άλλο θέλω να πω.

Άμα πεθάνω κάφτε με, μη με παραχώσετε στο χώμα μ’ έναν τάφο από μάρμαρο πάνω μου. Θέλω να καώ, να γίνω στάχτη και να είναι χειμώνας ή άνοιξη ή φθινόπωρο, όχι καλοκαίρι. Και να είναι εκείνη η ώρα ανάμεσα νύχτα και μέρα, η ώρα που ο ουρανός γίνεται γκρι-μπλε και είναι ψύχρα και είναι σαν να βλέπεις τον αέρα. Και να σκορπίσετε τη στάχτη μου εκείνη την ώρα, σ’ ένα τόπο σαν τον κάμπο πριν φτάσεις στη Θεσσαλονίκη, για να μπορέσω επιτέλους -έστω κι έτσι- να στροβιλιστώ στον αέρα, να πλανηθώ ίσα πάνω από τις κορυφές των δέντρων και να κάτσω κόκκος κόκκος πάνω τους. Και να μείνω εκεί να περιμένω το πρωί.

Αλλά όχι τάφους, όχι νεκροταφεία και θυμιάματα και καντηλάκια και λαδάκια και κάποιος να μουρμουράει πάνω στο μάρμαρο και να νομίζει πως μου μιλάει κι εγώ τον ακούω.

γιορτές


Φέτος είναι τα λιγότερο εορταστικά Χριστούγεννα απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ. Λίγο ο καιρός που ήταν καλοκαιρινός μέχρι πριν μερικές μέρες, λίγο το βαρύ κλίμα, λίγο οι αφραγκίες, λίγο το ξύλο που πέφτει κάθε τρεις και λίγο στους δρόμους κι ακόμα πέφτει άγριο στην Κερατέα, κάτι τα φωτάκια που άναψαν φέτος σε ελάχιστα σπίτια στη γειτονιά μου, κάτι η μαμά μου που πρέπει να μπει σε νοσοκομείο για εξετάσεις και δεν ξέρω αν θα έρθει τελικά ή θα πάω εγώ να κάνουμε μαζί Χριστούγεννα σε νοσοκομείο……. όλα αυτά με κάνουν να μην έχω καταλάβει πως ήρθαν τα Χριστούγεννα

Μόνο ο μικρός είναι σαν τη τρελή χαρά και κάνει σχέδια για το πως θα τα περάσει, τι δώρο θα πάρει (υπ’ ατμόν είναι τώρα γιατί του έχω υποσχεθεί πως θα πάμε σήμερα για ψώνια, σαν σκυλάκι με το λουρί στο στόμα που περιμένει στην πόρτα για τη βόλτα που του έταξες…)

Οπότε χαμογελάμε όσο μπορούμε, δεν ξέρω τι θα μας φέρει το μέλλον αλλά τουλάχιστον ο μικρός ας έχει να θυμάται χαρούμενα Χριστούγεννα από την παιδική ζωή του.

Ό,τι αγαπάω…


Ο Pan με κάλεσε να γράψω για δέκα πράγματα που αγαπάω. Κανονικά σήμερα είχα τη διάθεση να γράψω για την κατάληψη που άρχισαν το πρωί οι μαθητές στο σχολείο μου και τη γνώμη μου γι’ αυτήν και για τις καταλήψεις γενικά. Σκέφτηκα όμως πως η γκρίνια μπορεί να περιμένει. Τον τελευταίο καιρό περίσεψε η γκρίνια και η μιζέρια στη ζωή μας. Για να δούμε λοιπόν, μπορώ να μαζέψω δέκα πράγματα που αγαπάω;

Πρώτα απ’ όλα αγαπάω το Μάριο, το γιο μου

Αγαπάω την οικογένειά μου

Αγαπάω πολύ τους φίλους μου.

Αγαπάω να βάζω μουσική τα βράδια σ’ ένα φόρουμ και να μ’ ακουν αυτοί οι λίγοι που μ’ ακουν.

Αγαπάω τα καλοκαιρινά βράδια στο Μεταγκίτσι με το φίλο μου το Γιώργο, με κουβεντούλα και κρασάκια και τσίπουρα και ντομάτες απ’ το μπαξέ του.

Αγαπάω να κάθομαι σε μια αιώρα στο κάμπινγκ και να χαζεύω το φως του ήλιου που περνάει μέσα από τα φύλλα ακούγοντας μουσική.

Αγαπάω να μυρίζω τη βροχή

Αγαπάω τα ταξίδια.

Αγαπάω να κουβεντιάζω με φίλους.

Αγαπάω να γνωρίζω καινούρια πράγματα και καινούριους ανθρώπους.

Μαζεύτηκαν δέκα και μάλλον θα μπορούσα να βρω κι άλλα δέκα. Ίσως αύριο να σκεφτώ κάτι άλλο αλλά σήμερα αυτά ήταν τα πρώτα που μου ήρθαν στο μυαλό και τα έγραψα χωρίς να τα επεξεργαστώ. Τώρα κανονικά πρέπει να καλέσω κι εγώ κάποιους να γράψουν για τα δικά τους δέκα πράγματα αλλά δεν ξέρω ποιον να καλέσω. Ας γράψει όποιος θέλει….

Το τραγούδι δεν έχει και πολύ σχέση αλλά μου ήρθε στο νου γιατί κάνοντας λάθος νόμιζα πως έλεγε «Ό,τι αγαπώ…» αντί για το σωστό «Ό,τι τραγουδω…». Όπως και να έχει είναι όμορφο.

Εικόνα….


Σήμερα με πλησίασε μία κυρία, μεγάλη σε ηλικία και αρκετά καλοντυμένη με ελαφρά συμπτώματα Πάρκινσον. Νόμιζα πως ήθελε να με ρωτήσει κάτι για το δρόμο. Μου ζήτησε με χαμηλή φωνή και πολύ ευγενικά να της δώσω, αν έχω, ένα ευρώ. Είχα στην τσέπη μου 50 λεπτά και της τα έδωσα ρωτώντας της αν της κάνει αυτό το νόμισμα διότι πίστευα πως απλά δεν είχε ψιλά. Μου έδειξε τη χούφτα της γεμάτη ψιλουδάκια και μου είπε: «Ψιλά μαζεύω, δεν βλέπεις; Όλα μου κάνουν…»
Κι έφυγε.

Θερινό ηλιοστάσιο


Σήμερα είναι η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου. Θερινό ηλιοστάσιο. Από μικρό παιδί την περίμενα αυτή τη μέρα με ανάμικτα συναισθήματα. Από τη μια με λαχτάρα για τη μεγάλη καλοκαιριάτικη μέρα κι από την άλλη με θλίψη γιατί ήταν μια κορύφωση κι ένα όριο. Από δω και πέρα η μέρα αρχίζει ανεπαίσθητα να μικραίνει. Από μικρό παιδί αυτό το πράγμα το ταύτιζα με τη φθορά. Την ανθρώπινη φθορά. 21 Ιουνίου σήμερα. Η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου. Ακόμα την περιμένω με λαχτάρα και ταυτόχρονα θα ήθελα να μην έφτανε ποτέ

Ουφ!


Για φέτος τέλος. Αυτές ήταν οι τελευταίες γραπτές εξετάσεις. Της ζωής μου θέλω να ελπίζω αν και οι φίλοι που με ξέρουν δεν με πιστεύουν. Όλο και κάτι θα βρω να παιδεύομαι μετά απ’ αυτό λένε…
Για μια βδομάδα θα ξεχάσω βιβλία και βιβλιογραφίες και μαθήματα και εργασίες. Μετά θ’ αρχίσω να μαζεύω βιβλιογραφία και υλικό για την τελική μεγάλη ευθεία. Δεν θα έχω όμως ξανά γραπτές εξετάσεις. Μ’ αυτές ξεμπέρδεψα. Γιούπι!!!!!!

Πήζω…


Πήζω, πήζω, πήζω….
Γράφω κάτι κι έχω μπλεχτεί. Πρέπει να το τελειώσω κι όσο προχωράει τόσο μπερδεύομαι. Θα τη βρω την άκρη, πάντα έτσι γίνεται, αλλά τώρα πήζω….

Και μπαίνει κι η Άνοιξη…
Που θα βρω μια γλυσίνα (σαλκίμι για
τους Μικρασιάτες) να φυτέψω στο μίζερο μπαλκόνι μου, να μεγαλώσει και ν’ αγκαλιάσει τον τοίχο και την πολυκατοικία ολόκληρη; Να κρέμονται και να μοσχοβολάνε τα υπέροχα μωβ τσαμπιά της. Σαν τη γλυσίνα που βλέπω απέναντι, κι έχει φτάσει στην ταράτσα. Και κάνει ακόμα και την πίσω πλευρά μιας άθλιας πολυκατοικίας του ’60 ομορφότερη. Σ’ όσα φυτώρια ρώτησα δεν είχαν. Μάλλον όμως για να πιάσει θέλει να είναι από «χέρι»…


Ή μια ρολογιά (πασιφλόρα) που είναι κι αυτή αναρριχώμενη και μπορεί κι αυτή να κρέμεται από τα κάγκελα ή να αγκαλιάζει τον τοίχο. Να γυρνάνε τα λουλουδάκια της ανάλογα με το πέρασμα της ώρας. Και να θυμάμαι τις αυλές των σπιτιών κοντά στα «βουναλάκια» που σχεδόν όλες είχαν μια ρολογιά ν’ αγκαλιάζει τα κάγκελα. Κι ένα γιασεμί χιώτικο ή ένα αγιόκλημα. Μέσα στο άγχος μου θέλω να νιώσω ξανά μυρωδιές. Η παλιοάνοιξη φταίει που θα κάνει τα νεύρα μου λάστιχα και τη διάθεσή μου ασανσέρ και μάλιστα σε ώρα αιχμής. Από το Ζενίθ στο Ναδίρ σε τριάντα δευτερόλεπτα.

Στην Πάτρα


Σεπτέμβρης. Έχω ανέβει για την Έκθεση στη Θεσσαλονίκη όπως γίνεται τα τελευταία χρόνια και έχω πετύχει το Μάνο όπως επίσης γίνεται τα τελευταία χρόνια. Είναι κι αυτός εκεί για δουλειές. Αυτός τρέχει κι εγώ κάθομαι γιατί δεν πατάει σχεδόν ψυχή στο περίπτερο. Ανάμεσα σε δύο τρεχάλες του κάθησε να τα πούμε λίγο.
Ποτέ δεν ήμασταν κολλητοί, όμως πλέον μετράνε σχεδόν 30 χρόνια που γνωριζόμαστε. Ήταν κολλητός και συγκάτοικος με έναν κολλητό της δικής μου κολλητής και συγκατοίκου για ένα φεγγάρι. Στις μικρές φοιτητουπόλεις όμως, οι παρέες διαπλέκονται και όλοι γνωρίζουν όλους. Το σπίτι τους και η παρέα του ήταν φημισμένοι για τα αποκριάτικα πάρτι που έκαναν. Όλος ο κόσμος πέρναγε από το σπίτι τους. Σ’ ένα από τα πάρτι τους -ίσως να ήταν και το τελευταίο τους- σερνόμουνα μασκαρεμένη και αγέλαστη μέχρι τις 2 το πρωί και τότε βρήκα ένα μπουκάλι λικέρ. Δοκίμασα και μου θύμισε το λικέρ βύσσινο της γιαγιάς μου. Νοστιμότατο το βρήκα και το κατέβασα σχεδόν ολόκληρο. Και είδα το χριστό φαντάρο. Φύγαμε και δεν με κάνανε καλά. Τι μεθύσι ήταν αυτό!!! Καθόμουν μέσα στη μέση του δρόμου και έβλεπα από μακρυά να έρχεται αυτοκίνητο κι έλεγα σε όλους πως μπορώ να το σταματήσω γιατί είμαι τίγρης… Τελευταία στιγμή με τράβαγε ο καλός μου και τον έβριζα γιατί δεν μ’ αφηνε να δείξω τι μπορώ να κάνω. Στο τέλος με πήγε στο σπίτι του που ήταν το κοντινότερο. Οι υπόλοιποι δεν ξέρω που χάθηκαν. Στο σπίτι του, το κεφάλι μου γύριζε κι ένιωσα πως είχε περάσει ολόκληρο τρένο από πάνω του. Ξέρναγα όπως δεν το είχα κάνει ποτέ στη ζωή μου μέχρι τότε. Με μισούσα για όσο είχα πιεί, ένιωθα πως το τέλος μου είναι κοντά και παρακαλούσα να τελειώνω να ησυχάσω απ’ αυτό το μαρτύριο, μ’ έκοβε κρύος ιδρώτας και χτυπούσαν τα δόντια μου και στον επόμενο τόνο άναβα και ήθελα ν’ ανοίξει το παράθυρο να πάρω αέρα. Ορκιζόμουν συνέχεια πως δεν θα ξαναβάλω ποτέ ξανά αλκοόλ στο στόμα μου. Όχι πως δεν τους πάτησα αυτούς τους όρκους…
Κάποια στιγμή κοιμήθηκα και το πρωί έφυγε ο δικός μου και με άφησε μόνη να κοιμάμαι. Ξύπνησα και νόμισα πως όλα πέρασαν. Ένα κακό όνειρο ήταν. Αμ δε… Με το που σηκώθηκα ξαναπέρασε το τρένο από το κεφάλι μου, άρχισαν πάλι οι κρύοι ιδρώτες και ξανάρχισα να θέλω να ξεράσω. Μόνο που επειδή δεν υπήρχε τίποτα πια να βγάλω είχα μόνο τους σπασμούς στο στομάχι. Σκέτοι σπασμοί χωρίς μια –έστω και προσωρινή- ανακούφιση. Μόλις δε θυμόμουν την προηγούμενη βραδυά άντε πάλι από την αρχή. Η ιδέα και μόνο του πόσο είχα πιει με έστελνε αδιάβαστη…. Και πεινούσα επίσης. Αλλά και μόνο στην ιδέα του να φάω κάτι με έπιανε πανικός. Γύρισε κάποια στιγμή κι ο δικός μου, με βρήκε χαλκοπράσινη να σέρνομαι και να είμαι σίγουρη πως δεν την βγάζω καθαρή, τελείωσε η ζωή για μένα. Και άρχισε το …κήρυγμα, γιατί πίνω αφού δεν το αντέχω και τι σκατά πήγα και ήπια ένα μπουκάλι λικέρ αφού ξέρουμε τι σκατομεθύσια κάνεις μ’ αυτά… Αμ δεν το ξέραμε χρυσέ μου. Τώρα το μάθαμε. Μόνο αυτό μου έλειπε εκείνη τη στιγμή. Δέσαμε…
Τέλος πάντων, μέχρι το βράδυ συνήλθα κάπως, πείστηκα πως το τέλος μου είχε πάρει παράταση επ’ αόριστον και ξανακοιμήθηκα. Την άλλη μέρα ήμουν καλά.
Πως μου ήρθε αυτό το μεθύσι στο μυαλό; Είναι γιατί ο Μάνος έγραψε ένα βιβλίο για κείνα τα χρόνια, εκεί στην Πάτρα. Και άρχισα, τώρα που χαλάρωσα από τα άλλα, να το διαβάζω. Και με γύρισε πίσω. Στο τότε. Ένα «τότε» που τελικά φαίνεται πως δεν είναι έντονο μόνο για μένα αλλά και για πολλούς ακόμα. Και για το Μάνο, αφού κάθησε κι έγραψε ένα βιβλίο για τότε και το αφιέρωσε σε όλους μας. Όσους θυμόταν τέλος πάντων. Και μέσα στα ονόματα βρήκα ανθρώπους που τους είχα ξεχάσει κι αναρωτήθηκα τι να γίνονται άραγε. Και κάποιους που χάθηκαν, σαν τη συγκάτοικό μου –μία απ’ όλες- που χάθηκε το καλοκαίρι του ’83. Οι ήρωες του βιβλίου του μια σύνθεση από πολλά υπαρκτά πρόσωπα αλλά κανείς δεν μπορεί να αναγνωρίσει μόνο ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Κάθε σελίδα που διαβάζω με ανταριάζει. Βρίσκω εικόνες, μυρωδιές, ονόματα, πρόσωπα, δρόμους, πλατείες, μαγαζιά … Αναμνήσεις που είναι πάντα έντονες και ζωντανές σαν να έγιναν όλα χτες. Σαν προχτές να καθόμαστε και να συζητάμε μέχρι το πρωί στα Ψηλά Αλώνια ή στο σταθμό μετά που είχαν κλείσει όλα τα μαγαζιά. Παρέες που μπορούσαν να φτάσουν τα 30 και 40 άτομα.
Κλείνω το κουτάκι προς το παρόν. Τι το κλείνω δηλαδή; Μέχρι να τελειώσει το βιβλίο και για μερικές μέρες μετά, θα μένει ανοιχτό να με τσιγκλίζει.