Fuente Ovejuna


Τη χρονιά 1976-77 ανέβηκε στην Κεντρική Σκηνή του ΚΘΒΕ η παράσταση «Φουέντε Οβεχούνα». Εκείνη τη χρονιά εγώ ήμουν στη Β’ Λυκείου, μόλις είχε γίνει η αλλαγή από εξατάξιο γυμνάσιο σε τριτάξιο Γυμνάσιο και τριτάξιο Λύκειο. Κάθε χρόνο παρακολουθούσα μία ή δύο παραστάσεις του ΚΘΒΕ. Δεν θυμάμαι ποια παράσταση παρακολούθησα εκείνη τη χρονιά, αν ψάξω τα προγράμματα που ακόμα κάπου έχω κρατημένα θα το βρω. Το σίγουρο είναι πως δεν παρακολούθησα το έργο του Λόπε δε Βέγα που ανέβηκε εκείνη τη χρονιά σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη. Δεν θυμάμαι με τι κριτήρια είχα επιλέξει τότε ποιες παραστάσεις θα δω και γιατί δεν διάλεξα αυτή τη συγκεκριμένη. Το θέμα είναι πως το μετάνιωσα κάποια στιγμή αργότερα όταν ανακάλυψα τη μουσική της παράστασης και όταν κατάλαβα πως όλο αυτό γινόταν ζωντανά επί σκηνής. Η Μαρία Δημητριάδη τραγουδούσε εκεί, επί σκηνής, τα τραγούδια της παράστασης. Κόντεψα να σκάσω διότι αγάπησα τα τραγούδια και με μίσησα που ενώ τα είχα για μια ολόκληρη θεατρική περίοδο στα πόδια μου, τα έχασα σαν βλάκας.

Εκείνα τα χρόνια της επαναστατημένης νιότης το αγαπημένο μου τραγούδι ήταν «η μπαλάντα του ξεσηκωμού»

Αργότερα που ηρέμησε κάπως η επαναστατημένη μου διάθεση, και μέχρι τώρα, αγαπάω πολύ τη «μπαλάντα της νύχτας».

Καληνύχτα κύριε Θάνο. Ας είναι ελαφρύ το χώμα σου…..

So long Leonard !


songs_of_leonard_cohenxΦθινόπωρο 1978. Κατεβαίνω από τη Θεσσαλονίκη στην Πάτρα για σπουδές, δεν έχω κλείσει καν τα 18, προσπαθώ να το παίξω μεγάλη και νομίζω πως στ’ αλήθεια είμαι, κόβω βόλτες δώθε κείθε προσπαθώνας να καταλάβω που βρίσκομαι. Για τις 17 Νοέμβρη ανεβαίνω τρέχοντας στη Θεσσαλονίκη και κατεβαίνω συστημένη να βρω τον Κοσμά που μου έχει μιλήσει γιαυτόν η Μαριάννα. Δευτεροετής, τότε, ο Κοσμάς στο Μαθηματικό κάτι θα βρίσκαμε να πούμε. Τη φάτσα του την ήξερα, τον είχα δει να μιλάει σε μια συγκέντρωση υποψήφιων από τη Θεσσαλονίκη που ζητούσαμε ειδική μεταχείριση λόγω του σεισμού. Εκείνο το καλοκαίρι εμείς οι υποψήφιοι από τη Θεσσαλονίκη διαβάζαμε για τις εξετάσεις, που τότε ήταν τον Αύγουστο, σε αντίσκηνα.
Συνέλευση στο αμφιθέατρο, εντοπίζω τον Κοσμά παρέα με δύο άλλους. Πλησίασα, τους μίλησα και μετά φύγαμε όλοι μαζί για την ταβέρνα με την αυλίτσα στην Αράτου ψηλά. Χάλια το φαγητό αλλά φτηνή με ωραία αυλή. Τρώγαμε και πίναμε κι αυτοί οι τρεις σχολίαζαν ό,τι θηλυκό κυκλοφορούσε στο πανεπιστήμιο, δεν ήταν και πολλά άλλωστε. Τους άκουγα και σκιαζόμουν όλο και περισσότερο με το πέρασμα της ώρας. Με πήγαν σπίτι και μου είπαν να περάσω την άλλη μέρα να τους δω. «Σιγά μη περάσω για να με περάσετε και μένα γενεές 14…» σκέφτηκα… και δεν πέρασα. Μετά δυο τρεις μέρες χτύπησε το κουδούνι στο σπίτι μου και τους είδα και τους τρεις μαζί στην πόρτα. «Σε περιμέναμε, γιατί δεν φάνηκες;» μου είπαν και τους απάντησα με ειλικρίνια πως φοβήγθηκα με όσα άκουσα να λένε στο ταβερνάκι. Γέλασαν και μου απάντησαν πως για να με καλέσουν στο σπίτι τους είχα περάσει τα τεστ. Από εκείνη τη μέρα και σχεδόν για ολόκληρο εκείνο το χειμώνα γίναμε αυτοκόλλητοι οι τέσσερίς μας. Όπου έβλεπες τον έναν ήσουν σίγουρος πως κάπου εκεί γύρω θα είναι και οι άλλοι.
Στο σπίτι τους άκουγαν πολύ μουσική κι ο Κοσμάς έπαιζε κιθάρα, τύμπανα και φυσαρμόνικα. Όταν πήγαινα εκεί εννοείται πως δεν έφευγα, η Αγυιά ήταν μακριά και εκείνα τα χρόνια οι φοιτητές δεν είχαν αυτοκίνητα και μηχανάκια, τα δε λεωφορεία είχαν το τελευταίο δρομολόγιο το πολύ στις 22:30. Ο μόνος τρόπος για να επιστρέψω στην Πάτρα από την Αγυιά ήταν να το κόψω με το πόδι μέσα στη νύχτα. Με κοίμιζαν λοιπόν στο σπίτι τους και με πρόσεχαν, κάτι σαν τη Χιονάτη στο σπιτάκι των νάνων ένιωθα, αν και δεν τους έλεγες ακριβώς νάνους. Μαζί τους έμαθα πάρα πολλά πράγματα για μουσική, αγάπησα μουσικούς και συγκροτήματα που δεν είχα ξανακούσει. Πρωτάκουσα στο σπίτι της Αγυιάς τους Talking Heads, τη Rickie Lee Jones και την Joni Mitchel, τους Van Der Graaf Generator, τους Gong, τους Genesis, τον Alan Parson και τους Dire Straits και άλλους πολλούς. Μια από τις πρώτες φορές που πήγα σπίτι τους μπήκε στο πικάπ ένας δίσκος, δεν θυμάμαι…. ο Κοσμάς τον έβαλε  ή ο Τζόε; Αυτό που θυμάμαι είναι πως μαγεύτηκα και πως , από κει και πέρα, ήξερα ότι μπορούσα να τον ακούω όλη μέρα. Από κείνο το βράδυ και μετά ήταν πάρα πολλά τα βράδια που μου έκανε παρέα ο Leonard Kohen. Ο δίσκος ήταν φυσικά το Songs of Leonard Cohen (1967).

So long Leonard !

Κοσμά, Τζό και Ηλία, ήσασταν οι καλοί μου μάγοι τότε

νιάτα


Να είναι Πάσχα, Μ. Παρασκευή. Να είσαι 21 χρόνων. Να μυρίζει όλος ο τόπος βιολέττες, πασχαλιές και Άνοιξη. Να είναι σούρουπο, ένα από κείνα τα χλιαρά και λιγωμένα ανοιξιάτικα απόβραδα. Να νιώθεις πως σκας από κάτι απροσδιόριστο, κάτι ανάμεσα σ’ ευτυχία και θλίψη. Να θες να πετάξεις και να γίνεις ένα μ’ αυτόν τον χλιαρό αέρα και ταυτόχρονα να θες να βυθιστείς στα Τάρταρα κλαίγοντας για όλους και για όλα. Να είσαι με την κολλητή σου στο σπίτι του καλού της, μ’ ανοιχτά τα παράθυρα για πρώτη φορά μετά το χειμώνα. Ν’ ανοίγεις την τηλεόραση και ν’ ακούς μια μουσική που σε μαγεύει. Κολλάς στις εικόνες που είναι το ίδιο μαγικές, κολλάει το ίδιο και η κολλητή σου που το παίζει σκληρή, τη βλέπεις με την άκρη του ματιού σου αλλά δεν βγάζεις κιχ μη το χαλάσεις. Ακούς ακίνητη, σε έκσταση, ρουφώντας τον μυρωδάτο αέρα. Κι όταν τελειώνει η μουσική καταλαβαίνετε πως είναι Μ. Παρασκευή κι έχετε πει πως κάθε τέτοια μέρα θα πηγαίνετε σε μια ήσυχη εκκλησία ν’ ακούσετε τους ύμνους που σας μαγεύουν κι ας είστε άθεες. Φεύγετε τρέχοντας, γελώντας και ψάχνοντας να βρείτε σε ποια θα πάτε. Σκέφτεσαι πως θα έχεις πάλι καυγάδες με τη μάνα σου γιατί ξεχάστηκες όλη μέρα στους δρόμους αλλά δεν σε νοιάζει. Θα τα μπαλώσεις πάλι, θα πεις πως πήγες στον Επιτάφιο. Δεν θα σε πιστέψει αλλά….

Δεν θυμάσαι σε ποια εκκλησία βρεθήκατε, δεν έχει πλέον σημασία. Αυτό που δεν ξεχνάς είναι η μυρωδιά του σούρουπου και τα δυο κορίτσια που έτρεχαν στους δρόμους της Τριανδρίας μαγεμένα από τη μουσική και τις μυρωδιές, ζαλισμένα από τα νιάτα τους.

Η μυρωδάτη πόλη ήταν η Θεσσαλονίκη και η Τριανδρία των αρχών του ’80 και η μουσική που τις μάγεψε ήταν το «Κύριε των Δυνάμεων» του Σταμάτη Σπανουδάκη με τις φωνές του Γιάννη Κούτρα και της Ελένης Βιτάλη.

Oasis


Μουσικό διάλειμμα με τη μαγική φωνή της Tarja

θα ξαναβρούμε αφορμή για την αθλιότητα, τώρα όμως θέλω μια σταγόνα ομορφιάς.

Μάης


Εδώ και μέρες μου έχει σφηνωθεί στο μυαλό το τραγούδι των Χατζιδάκι-Γκάτσου «Παράξενη Πρωτομαγιά». Όχι πως είναι κάτι περίεργο μετά από τέτοιο «βουβό» Πάσχα και τόσ «ήσυχη» Πρωτομαγιά. Ένα Πάσχα που στο χωριό δεν σου έπαιρναν τ’ αυτιά τα κλαρίνα και τα σκυλάδικα και τη μύτη η τσίκνα από τις σούβλες. και μια Πρωτομαγιά που κανείς δεν ήθελε ούτε το Μάη να πιάσει, ούτε σε πορεία να κατέβει ούτε τίποτε παρά να ξεχάσει. Όλα, το Πάσχα, ο Μάης, οι πορείες ήταν απλά μια διεκπεραίωση, κάτι που έπρεπε να γίνει.

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη εκτέλεση: Δήμητρα Γαλάνη & Μανώλης Μητσιάς

Παράξενη πρωτομαγιά
μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ηρθ’ ο καιρός του «έχε γεια»
τι να την κάνεις πια την περηφάνια.

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές.

Παράξενη πρωτομαγιά
ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση
μα της καρδιάς την πυρκαγιά
πού θα βρεθεί ποτάμι να την σβήσει.

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές.

Παράξενη πρωτομαγιά
μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ηρθ’ ο καιρός του «έχε γεια»
τι να την κάνεις πια την περηφάνια.

Παράξενη πρωτομαγιά, παράξενη πρωτομαγιά.

Τώρα τη σχέση μπορεί να έχει η Πρωομαγιά με τον Αρθρούρο Ρεμπό θα σας γελάσω αλλά αυτό μου ήρθε στο καπάκι. Κι είχα χρόνια να τ’ ακούσω. Πάλι από το ίδιο δίδυμο Χατζιδάκις – Γκάτσος.

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη εκτέλεση: Μανώλης Μητσιάς

Αρθούρε Ρεμπώ
απόχε θα μπω
στο μαυρο μεθυσμένο σου καράβι
μακριά ν’ανοιχτώ
σε κυκλο φριχτό
που ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει

Αγγέλου γιασεμιά
σκόρπισες μέσα στην βρομιά
κληρονομιά
για μας
κι εσύ παντοτινά
σε σταυροδρόμια σκοτεινά
το σατανά πολεμάς

Αρθούρε Ρεμπώ
το βράδυ θαμπό
και η πόρτα του παράδεισου κλεισμένη
κατάρα κι οργή
μοιράζουν την γη
και χέρι χέρι παν οι κολασμένοι

Αρθούρε Ρεμπώ
θα μπω στο μεθυσμένο σου καράβι
Αρθούρε Ρεμπώ
να δω ποια σπίθα σώθηκε κι ανάβει

Gabriella Ferri


Είναι Πάσχα του 1984 κι έχω ανέβει στη Θεσσαλονίκη για τις διακοπές. Με την κολλητή μου είμαστε σε μια περίεργη κατάσταση, περνάει τη φάση της και δεν την καταλαβαίνω οπότε κάνω πίσω εκείνες τις μέρες. Αυτό σημαίνει όμως πως ξαφνικά είμαι «άστεγη». Όχι, δεν μ’ έχουν διώξει και από το σπίτι μου αλλά ελάτε στη θέση μου…. είναι ήδη ο έκτος χρόνος που ζω μόνη, σε άλλη πόλη. Κάθε φορά που γυρνάω στη Θεσσαλονίκη για διακοπές είναι και πιο δύσκολο να ξαναμπω στο παιδικό μου κρεβάτι και να ξανα-υποταχτώ στους κανόνες της οικογένειας. Έτσι κάθε φορά στις διακοπές έχουμε μεγάλους καυγάδες για όσα σε μένα φαίνονται αυτονόητα αλλά όχι και στους υπόλοιπους. Αυτός είναι και ο λόγος που φροντιζω να εξαφανίζομαι από το σπίτι όσο περισσότερες ώρες μπορώ. Κι επειδή δεν γίνεται να βολοδέρνομαι όλη μέρα στους δρόμους πάω και τη χώνομαι στο σπίτι της κολλητής μου που είχε κάνει την επανάστασή της και έμενε μόνη σχεδόν αμέσως μόλις τελειώσαμε το σχολείο.

Εκείνη την εποχή συγκατοικούσε με μια άλλη παλιά μας συμμαθήτρια και είναι στην εποχή της μεγάλης τρέλας. Επειδή οι φάσεις μας δεν ταίριαζαν εκείνο το Πάσχα, δεν περνούσα σχεδόν καθόλου από το σπίτι της προτιμώντας να κόβω βόλτες στο κέντρο και στην Παραλία ή να θυμάμαι και να επισκέπτομαι διάφορους ξεχασμένους φίλους και γνωστούς. Σε μια απ’ αυτές τις βόλτες συνάντησα το Γιάννο, έναν αρχιτέκτονα αρκετά μεγαλύτερό μου που τον είχα γνωρίσει ένα δυο χρόνια πριν μέσω άλλων φίλων. Τον πέτυχα σε μια βόλτα στην Παραλία, εγώ με τα πόδια κι αυτός με το ποδήλατό του.  Πιάσαμε την κουβέντα και με κάλεσε στο σπίτι του για καφέ. Πήγα και μιας και έμενε κοντά στο πατρικό μου, το σπίτι του Γιάννου έγινε το καταφύγιό μου για κείνο το Πάσχα. Ο Γιάννος ήταν καλή παρέα, δεν μου την έπεφτε (τουλάχιστον όχι άγρια, λίγο ίσως και πολύ διακριτικά), είχε ωραίο καφέ, καλές μουσικές και πολλά βιβλία. Συν ενδιαφέρουσες κουβέντες που για μένα -την τότε πιτσιρίκα- ήταν «μαγνήτης». Εκείνο το Πάσχα λοιπόν, στο σπίτι του Γιάννου «γνώρισα» την Gabriella Ferri.  Είχε δύο μεγάλες αγάπες ο φίλος μου, τη Ferri και τη Σέριφο. Στο σαλίνι του είχε δύο κορνίζες που το περιέχομένό τους με εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή. Στη μία, μέσα σ’ ένα μεγάλο μπλε φόντο, κολυμπούσε καταμεσής η Σέριφος, κομμένη από χάρτη. Μια μικρούλα Σέριφος που στο κέντρο του κάδρου γινόταν το κέντρο του τοίχου. Ο Γιάννος είχε έρωτα με το νησί κι αυτός ήταν ο τρόπος που βρήκε για να τον εκφράσει. Στο άλλο κάδρο είχε τη Gabriella Ferri, αν θυμάμαι καλά από ένα εξώφυλλο ιταλικού περιοδικού με τίτλο κάτι σαν: «Γκαμπριέλα Φέρι, μια καλλιτέχνις ή ένας καραγκιόζης;». Μου έκανε εντύπωση, δεν την είχα ξανακούσει και φυσικά μόλις ρώτησα ποια είναι, έδωσα εναύσμα στο Γιάννο να μου μιλάει με τις ώρες για την αγαπημένη του τραγουδίστρια. Άκουσα τότε πολλά δικά της τραγούδια  και μου έγραψε και μια κασέτα ο Γιάννος να πάρω μαζί μου φεύγοντας. Μη έχοντας όμως πικάπ δεν ασχολήθηκα παραπάνω με το να βρω περισσότερους δίσκους της. Ξανάπεσα πάνω της όταν «κληρονόμησα» ένα στερεοφωνικό και χωνόμουν στο “Philodisc” για να τσιμπήσω κανένα φτηνό βινύλιο. Εκεί βρήκα ένα δυο δίσκους της και τους αγόρασα. Όταν την πρωτόπαιξα σε φίλους δεν τους πολυάρεσε, ήταν η εποχή που είχε γίνει μόδα η Nuova Compagnia di Canto Popolare και η Ferri ακουγόταν λίγο άγρια στ’ αυτιά τους. Εμένα πάλι αυτή η «αγριάδα» μου άρεσε, ίσως να με είχε επηρεάσει κι ο Γιάννος.

Η Gabriella Ferri λοιπόν, γεννήθηκε στη Ρώμη στις 18 Σεπτεμβρίου του 1942 και πέθανε στις 3 Απριλίου του 2004. Ο πατέρας της, Vittorio, ήταν έμπορος γλυκών  και λάτρης των παραδοσιακών λαϊκών τραγουδιών της Ρώμης.

Η σταδιοδρομία της ξεκίνησε σε ένα νυχτερινό κλαμπ του Μιλάνου το 1963 και το 1965 είχε έκανε ένα πολύ επιτυχημένο ξεκίνημα στη μουσική σκηνή της Ρώμης, τραγουδώντας δημοφιλή λαϊκά τραγούδια της Ρώμης. Όλα ξεκίνησαν όταν η Gabriella συνάντησε τη Luisa De Santis και τα δύο κορίτσια έγιναν στενές φίλες. Και οι δύο απολάμβαναν το τραγούδι και αποφάσισαν να παρουσιαστούν ως duo: Luisa e Gabriella, τραγουδώντας λαϊκά τραγούδια της Ρώμης. Κατά τη διάρκεια μιας παράστασης στο «Intra Club» στο Μιλάνο το 1963, τις πρόσεξε ο Walter Guertler, ο οποίος τους έκανε συμβόλαιο  και τις βοήθησε στην παραγωγή του  πρώτου τους single «Joly», που ήταν μια νέα ερμηνεία του λαϊκού τραγουδιού «La società dei magnaccioni ». Μετά από μια εμφάνιση στην τηλεόραση στο show του Mike Bongiorno, το single τους πούλησε πάνω από 500.000 αντίτυπα. Το πρώτο τους single ακολούθησαν άλλα όπως τα «Sciuri sciuri e Vitti’na crozzà» και «La povera Cecilia» αλλά με μικρότερη επιτυχία. Λόγω αυτής της μικρής επιτυχίας αλλά και του γεγονότος πως η Luisa δεν ευχαριστιέται την επαφή με το κοινό, το δίδυμο αποφασίζει να χωρίσει. Η Gabriella συνέχισε την καριέρα της ως σόλο καλλιτέχνης και θα κυκλοφορήσει το πρώτο της άλμπουμ το 1966. Την ίδια χρονιά περιόδευσε στον Καναδά, μαζί με άλλους λαϊκούς καλλιτέχνες, όπως η Κατερίνα Bueno, Otello Profazio και Lino Toffolo, σε παράσταση σε σκηνοθεσία του Alda Trionfo.

Το 1968 υπέγραψε στην ARC και κυκλοφόρησαν το single «Ε scesa ormai la sera», που δεν έγινε μεγάλη επιτυχία στην Ιταλία. Ωστόσο, το b-side του single – «Τι regalo gli occhi miei» – ηχογραφήθηκε και στα ισπανικά ως «Te regalo mis ojos». Αυτή η ισπανική ηχογράφηση πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα στη Νότια Αμερική. Το 1969 υπέγραψε με RCA της Ιταλίας και συμμετείχε στο φεστιβάλ του Σαν Ρέμο, μαζί με τον Stevie Wonder. Τραγούδησε ένα σπουδαίο rhythm ‘n blues τραγούδι, το «Se tu ragazzo mio» αλλά το τραγούδι αποκλείστηκε στον πρώτο γύρο. Η Gabriella δεν έλαβε από τότε ποτέ ξανά μέρος στο φεστιβάλ του Σαν Ρέμο. Ωστόσο, το τραγούδι έγινε εμπορική επιτυχία και ακολουθήθηκε από το album «Gabriella Ferri». Με αυτό το δίσκο η Gabriella έφερε καινοτομίες στην παραδοσιακή ιταλική λαϊκή μουσική εκμοντερνίζοντάς την.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του εβδομήντα, ηGabriella εκτός από ερμηνεύτρια έκανε και πολλές εμφανίσεις στην τηλεόραση αλλά και τηλεοπτικά shows. («Sera Questa … Gabriella Ferri», «Dove sta Ζα Ζα», «Circo delle voci» και «Mazzabubù».) Το 1981, κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Gabriella», το οποίο περιείχε, επί το πλείστον, τραγούδια που γράφτηκαν γι ‘αυτήν από τον Paolo Conte . Μετακομίζει στις ΗΠΑ για ένα διάστημα όπου αφιερώνεται μόνο στη μουσική της. Το 1987 επιστρέφει στην Ιταλία και παρουσιάζει στην τηλεόραση το show «Biberon». Το 1997 κυκλοφορεί το άλμπουμ «Ritorno al futuro», ένα πολύ προσωπικό άλμπουμ με πολλά τραγούδια γραμμένα από την ίδια τη Ferri. Η Gabriella υποφέρει από σοβαρές καταθλίψεις και εξαφανίζεται από το δημόσιο βίο.

Πέθανε το Corchiano, επαρχία του Viterbo, μετά από πτώση από το μπαλκόνι του τρίτου ορόφου σε μια προφανή αυτοκτονία. Τα μέλη της οικογένειας όμως το αρνούνται΄, υποστηρίζοντας πως ίσως έχασε την ισορροπία της εξαιτίας της λήψης αντικαταθλιπτικής φαρμακευτικής αγωγής.

Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ήταν «Sempre» («Always»).

 

Το soundtrack της επανάστασης στην Αραβία!!


El General – πραγματικό όνομα Χαμάντα Μπεν Αμόρ, γεννημένος στις 20 Μαρτίου 1986. Ράπερ από το Σφαξ της Τυνησίας. Το τραγούδι του «Ρέις λε μπλεντ» («Πρόεδρε της χώρας») είναι ο ύμνος που τραγουδούσαν στην Τυνησία, στην εξέγερση κατά του Μπουτεφλίκα, στον Πλατεία Ταχρίρ, στην επανάσταση κατά του Μουμπάρακ, και που τώρα ακούγεται στο Μπαχρέιν (αν και έχουν βασιλιά εκεί…), στην Υεμένη, στη Λιβύη, στην Αλγερία…

Πρόεδρε της χώρας / ο λαός σου πεθαίνει / ο κόσμος τρώει σκουπίδια / Κοίτα γύρω σου τι συμβαίνει / παντού αθλιότητα Πρόεδρε της χώρας / Μιλάω χωρίς φόβο / αν και ξέρω ότι θα βρω τον μπελά μου / βλέπω αδικία παντού…

Θα σε φιλέψω στεναγμέ


Θα σε φιλέψω στεναγμέ
τα όχι σου να γίνουν ναι
απ΄την ψυχή μου σαν περνάς
ανάλαφρα να περπατάς.

Να τρέξει φλέβα του καημού
με την ορμή του ποταμού
Σαν φτάσει η αγάπη την αυγή
να’χει στερέψει η πληγή.

Αγκάλιασέ με ουρανέ,
γέλασε κι άστραψε για με
Ρίξε φωτιά του κεραυνού
στην στράτα του αποχωρισμού…

Σταβέντο


Μ’ οργή και κακιωμό ένας τυφώνας
το πέλαγο βαθιά ανακατεύει
και λύτρωση η ψυχή μου να γυρεύει
τη νύχτα αυτή που γίνηκε αιώνας
Το SOS έχει η καρδιά μου τώρα εκπέμψει
την ύστατη απευθύνω ικεσία
σε μια αφροντυμένη οπτασία
δική σου, έχει ο νους μου πια σαλέψει

Σταβέντο, περπατάω στην κουβέρτα
και μέσα στο χαμό παραμιλάω
τα κύματα με πάνε και δεν πάω
σε ξέφρενη αλήθεια σούρτα φέρτα
Δεν έχω πια κορμί, έχω κουρέλια
σμπαράλια το σαρκίο μου έχει γίνει
που καίγεται, σε διάπυρο καμίνι
θα πέσω κι ας κρατιέμαι από τα ρέλια

Το πέλαγος αυτό θα με δροσίσει
δυο μέτρα μένουν ως το παραπέτο
κι ο χάρος πειρατής μ’ ένα μουσκέτο
μεσόφρυδα όπου να ‘ναι θα χτυπήσει
Ανάξιο της θάλασσας θρασίμι
π’ αγέρωχη αφρίζει από κάτου
η άλλη όψη θα ‘ναι του θανάτου
λικνίζομαι κι εγώ σ’ ένα ταξίμι

Πνιγμένου ναυτικού οργανοπαίχτη
που αγάπησε πολύ ωσάν κι εμένα
κι ονείρατα στη θάλασσα αφημένα
τον δίκασαν τον άμοιρο σαν φταίχτη
και πριν τη δυστυχία μου να ρίξω
στο πέλαγο που μαίνεται ακόμα
φιλί γλυκό μου έδωσες στο στόμα
εγώ στην αγκαλιά μου θα σε πνίξω

Μου σφύριξες και τέρμα το παλάντζο
διαλέγω τη ζωή που δεν ορίζω
πως θα ‘ρθεις να με βρεις ξανά ελπίζω
κι η πόρτα της καρδιάς μου είναι στο γάντζο

Μουσική: Θανάσης Γκαϊφύλλιας
Στίχοι: Θανάσης Αβραμίδης

πέτρα βουβή


Πέτρα βουβή στο βορεινό πως νταγιαντίζεις πε μου
το ξεροβόρι του χιονιά, την όργητα τ’ ανέμου.

Κι οι πέτρες δεν την έχουνε την τόση αμοναξά μου
γιατί είδα μια κι είχε αγκαλιά τη ρίζα τ’ ασφεντάμου.

Ένα τραγούδι και η ιστορία του: interlude (time)


Είναι δυο μέρες τώρα που κόλλησα άσχημα μ’ ένα τραγούδι. Δεν είναι η πρώτη φορά που μου συμβαίνει. Κατά καιρούς κολλάω με διάφορα.  Θυμάμαι μια εποχή άκουγα όλη μέρα το Passenger του Iggy Pop. Μιαν άλλη φορά είχα κολλήσει με το Kyoto Song των Cure. Τώρα κόλλησα με το Interlude. Δεν το άκουσα προχτές για πρώτη φορά, έχω καιρό τώρα το cd της Diamanda Galas που το περιέχει. Προχτές όμως ξαφνικά το άκουσα πιο προσεχτικά και κόλλησα. Άρχισα να ψάχνω λοιπόν στοιχεία γιαυτό, κυρίως τους στίχους κι έτσι βρήκα ποιος και που το πρωτοτραγούδησε και τι άλλες διασκευές του υπάρχουν.

Λοιπόν,0ι στίχοι έχουν γραφτεί από τον Hal Shaper για την ταινία του Douglas Sirk «Interlude» το 1968 και το είχε τραγουδήσει η Timi Yuro. Δένει αρμονικά με την μουσική του George De La Rue.

Η εκτέλεση των Morrissey & Siouxsie δεν διαφέρει πολύ από την αυθεντική είναι από ένα single 8/8/1994

Η εκτέλεση όμως που μ’ αρέσει περισσότερο απ’ όλες είναι η σπαρακτική εκτέλεση της Diamanda Galas

Interlude

Time, is like a dream,
Now, for a time,
you are mine.
Let’s hold fast,
to the dream,
that tastes and sparkles like wine.

Who knows if it’s real,
or just something we’re both dreaming of.
What seems like an interlude now,
Could be the beginning of love.

Loving you, is the world that’s strange,
So much more than my heart can hold,
Loving you makes the whole world change.
Loving you, I could not grow old.

No-nobody knows,
When love will end,
so ’til then, sweet fiend.
Time, is like a dream
and, now, for a time,
You are mine.
Let’s hold fast to the dream
that tastes and sparkles like

Στίχοι: Hal Shaper
Μουσική: George De La Rue
Πρώτη εκτέλεση: Timi Yuro

Έχει διασκευαστεί από τους δικούς μας Πλιάτσικα και Τσάτσου με τίτλο «Στο αίμα μου αλλάζει ο καιρός». Δεν είναι κακοί οι στίχοι στην ελληνική διασκευή και η φωνή της Τσάτσου είναι σκοτεινή και ζεστή όπως της Diamanda.

Στο αίμα μου αλλάζει ο καιρός

Βάφεις με τη βροχή
τη μέρα που δίπλα ξυπνά
στο αίμα σου αλλάζει ο καιρός
και όσο αλλάζει πονάω

Ποιος ξέρει αν μπορείς να ελπίζεις
να βλέπεις να ξεχνάς
και αν θέλεις να αρχίσεις ξανά
μια αρχή που ένα τέλος γεννά

Ο Αύγουστος σε μία φωτογραφία
μακρινός, βαθύς γλυκός
μοιάζεις να μην είσαι εσύ
μοιάζω να να μην είμαι εγώ

Πόσα μου ζητάς κι αν στο χρόνο
θα τα βρεις ποτέ
Πόσα σου ζητάω και πόσα σου χρωστάω
Στο αίμα σου αλλάζει ο καιρός
και όσο αλλάζει πονάω

Ποιος ξέρει αν μπορείς να ελπίζεις…

Στίχοι: Φίλιππος Πλιάτσικας & Γιάννης Παπαχρήστου
Μουσική: George De La Rue
Πρώτη εκτέλεση: Πυξ Λαξ

Τέλος υπάρχει και μια διασκευή στα γιαπωνέζικα από την Asakawa Maki, η οποία δεν έχω ιδέα ποιά είναι. Αν εξαιρέσω τα γιαπωνέζικα που με ξενίζουν είναι κι αυτή πολύ καλή εκτέλεση από μια ακόμα φωνή στο στιλ της φωνής της Galas.

Εμιγκρέδες της Ρουμανίας


Αυτός είναι ο τίτλος ενός τραγουδιού της Λένας Πλάτωνος.

Να κάνω από την αρχή μια δήλωση. Είμαι φαν της Πλάτωνος από την πρώτη στιγμή που κυκλοφόρησε το «Σαμποτάζ» και άκουσα το πρώτο τραγούδι. Άρα δεν ξέρω πόσο αντικειμενική θα είναι η γνώμη μου για τη συναυλία που παρακολούθησα την προηγούμενη Τρίτη στο Παλλάς. Τη συναυλία μου τη «χάρισε» ο Pan, ξέροντας πόσο μου αρέσει η Πλάτωνος και το «Σαμποτάζ» της. Πέρσι έπαιζε στο Κύτταρο αλλά δεν είχα καταφέρει να πάω. Στο φετεινό της όμως come back στο Παλλάς, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, θα ερμήνευαν τα τραγούδια του «Σαμποτάζ» η Σαββίνα Γιαννάτου και ο Γιάννης Παλαμίδας που τα πρωτοερμήνευσαν το 1981.  Το ανεπανάληπτο αυτό τρίο ξαναβρέθηκε για να παρουσιάσει ζωντανά στην σκηνή του Παλλάς σε μια μοναδική συναυλία, τα 13 τραγούδια του «Σαμποτάζ» σε στίχους Μαριανίνας Κριεζή αλλά και άλλα, από την μουσική και στιχουργική δημιουργία της Πλάτωνος. Πραγματικά δεν ήθελα να το χάσω με τίποτε. Βόλεψα υποχρεώσεις και στις οκτώμιση ήμουν έξω από το Παλλάς με τη φιλενάδα Γιούλη, που ναι μεν δεν είχε γεννηθεί όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος αλλά από την άλλη κάτι είχε ακούσει, την έπεισε κι ο δικός μου ενθουσιασμός και ήρθε.. Με την πρώτη νότα έγινα κουβάρι από την ένταση. Η Πλάτωνος στο πιάνο, η Σαββίνα και ο Γιάννης ντυμένοι στ’ άσπρα. «Τι νέα, ψιψίνα», «Αλοίμονο», «Οι εμιγκρέδες της Ρουμανίας», τραγούδια από τα «Ημερολόγια» με τη φωνή της Πλάτωνος, λίγο σπασμένη αλλά συγκινητική, τη φωνή της Γιαννάτου το ίδιο κρυστάλλινη όπως πριν από 30 χρόνια και του Παλαμίδα να μην έχει χάσει τίποτε από την ιδιαίτερότητά της Εκεί ανάμεσα και δύο τραγούδια από τη «Λιλιπούπολη», «Το χοντρό μπιζέλι» και το «Ρόζα Ροζαλία». Πανηγύρι έγινε στο κοινό με το που ακούστηκαν οι πρώτες νότες της Λιλιπούπολης. Ξαναθυμήθηκα τον εαυτό μου, φοιτήτρια όντας, να στήνομαι στο ραδιόφωνο να την ακούσω στο Γ’ Πρόγραμμα κι αν δεν προλάβαινα το πρωί να την ακούω στην απογευματινή επανάληψη.

Η Γιούλη δίπλα κατάφερε να τραβήξει μερικές φωτογραφίες ενθουσιασμένη, τραγούδι με το τραγούδι, από τα πάντα. Με το που την πήραν χαμπάρι βέβαια ήρθαν και της είπαν πως απαγορεύεται αλλά μέχρι τότε κάτι είχε προλάβει να κρατήσει στην κάρτα μνήμης. Κι εγώ όσο περνάει η ώρα να νιώθω πως συρρικνώνομαι και γίνομαι ένας πυκνός λευκός νάνος. Από την ένταση είχα μεταλλαχθεί σ’ ένα τεράστιο αυτί που ρουφούσε μουσική. Στο πρώτο μέρος υπήρχαν τραγούδια που τα ήξερα και τραγούδια που τ’ άκουγα για πρώτη φορά, όμως το συναίσθημα που μου προξένησαν ήταν το ίδιο μ’ αυτό της πρώτης φοράς που άκουσα το «Σαμποτάζ». Κι η Πλάτωνος να δηλώνει ευτυχισμένη τρις, σ΄ένα τραγούδι που δεν θυμάμαι τον τίτλο του.

Ευτυχώς που υπήρχε διάλειμμα και μπόρεσα να καπνίσω ένα τσιγάρο έξω από το Παλλάς, να χαλαρώσω και να είμαι έτοιμη για το δεύτερο μέρος και την παρουσιάση των τραγουδιών του «Σαμποτάζ». Σ’ αυτό το δεύτερο μέρος, εκτός από τον κόσμο, φάνηκε πως το ευχαριστιόταν και οι δύο τραγουδιστές. Γελούσαν, χαμογελούσαν και αγκαλιάζονταν μεταξύ τους. Το κοινό, που όλοι ήταν «κολλημένοι» με τη δουλειά της Πλάτωνος, ήταν το ίδιο ενθουσιασμένο. Κι η Γιαννάτου με τον Παλαμίδα μας έπαιρναν μαζί τους στην «Πτήση 201», μας έδιναν «Ραντεβού στην όαση», μας κάλεσαν να «Πάμε σινεμά», πήγαμε μαζί τους για ψώνια στο «Σούπερ Μάρκετ» φορώντας «Τα μαγικά μας τα μπλου τζιν»  και κάναμε «Σαμποτάζ» στο τρένο με τις κούκλες των ενοχών και των αραχνιασμένων παραμυθιών…

_MG_0005_a Η Πλάτωνος εμφανίστηκε στο τέλος, κάθησε στο πιάνο με τον Παλαμίδα γονατισμένο δίπλα της, του έδωσε πάσα για το «Κοπερτί» και όλο το Παλλάς ανατρίχιασε. Αυτό ήταν το τελευταίο τραγούδι, το κοινό χειροοκροτούσε όρθιο κι εγώ δεν νομίζω πως έχω χειροκροτήσει άλλη φορά τόσο πολύ. Ξαναβγήκαν για encore, έφυγαν αλλά ο κόσμος επέμενε κι έτσι υπήρξε και δεύτερο. Και πάλι νομίζω δεν μας έφτασε….

Βγαίνοντας από το θέατρο ήταν αδύνατο να πάω κατευθείαν στο σπίτι και να πέσω για ύπνο. Χρειαζόμουν αποφόρτιση κι έτσι πήγαμε με την ενθουσιασμένη μικρή για ένα ποτήρι κρασί και λίγη κουβέντα.

Το τραγούδι της νύχτας


Μια από τις πιο μαγικές φωνές που γέννησε αυτή η χώρα. Η φωνή της Φλέρης Νταντωνάκη.

στίχοι: Μιχάλη Μαρματάκη
μουσική: Τερμίτες
από το δίσκο Τσιμεντένια Τραίνα, 1986

Εκεί σκορπισμέμη στον ύπνο μουσκεύει η ψυχή
θλιμμένη αγαπιέμαι από σκεύη κουζίνας και πράγματα
και κάπου στο βάθος της νύχτας αστράφτεις εσύ
σε εικόνες γεμάτες περάσματα.

Αίμα στο στόμα μου και τ’ όνειρο άσπρο
μικρές αγγελίες στον τύπο διαβάζεις
μου μοιαζεις με όστρακο κι απόρθητο κάστρο
Αίμα στα πόδια μου και τ’ όνειρο άσπρο
γυμνή-ξαπλωμένη να τρέχω διατάζεις
μου μοιάζεις απόμακρος και σβήνεις σαν άστρο
αίμα στο βλέμμα μου και τ’ όνειρο άσπρο
στο χρώμα μπερδεύτηκα – δεν βλέπω – μ’ αρπάζεις
φωνάζω σαν νήπιο μια λέξη σαν »άσ’ το».

Εκεί διάλυμένη στον ύπνο, βαμμένη χρυσή
με γέλια φλερτάρω ένα σκεύος κουζίνας χαράματα
και μ’ ένα μπουκάλι υγρό γεννημένο εσύ
γυμνή με δικάζεις να βάλω τα κλάματα

‘Να ‘μαι » φωνάζω μπροστά στον καθρέφτη
»γυναίκα από πέτρα με ψυχή βιασμένη»
κοιτάζω τη φάτσα μου να βλέπει τον κλέφτη
»να ‘μαι » ψελλίζω κοντά στον καθρέφτη
διακρίνω τη χλόη μου με στάχτη βαμμένη
και κει μπρος στα πόδια μου το σώμα μου πέφτει
»να ‘μαι » υστερίζω σιμά στον καθρέφτη
τον χτυπώ με γροθιά και με βλέπω σπασμένη.

Ξυπνώ μουσκεμένη κοντά σ’ ένα κάλπικο ψεύτη.

Ξυπνώ μουσκεμένη…

αφιερωμένα στους φίλους μου


Στον αγαπημένο μου Νικόλα (γιατί είναι θαλασσινός)

Στη Μαργαρίτα (γιατί αυτό το τραγούδι μου θυμίζει τη Θεσσαλονίκη του ’86, όταν πρωτάνοιξε το λιμάνι. Θυμάσαι Μαργαρίτα;)

Στον Νίκο (γιατί έτσι…)

Στο Μαράκι (θυμάσαι το δίσκο που τον ακούγαμε προσπαθώντας να βγάλουμε τους στίχους;)

Στη Μαρία και την Αθηνά

Στον Niki (γιατί κάποτε μου το χάρισε)

Δεν είναι bloggers, είναι οι αγαπημένοι μου φίλοι.

Still life


Καλοκαίρι


Οι εκλογές πέρασαν. Το καλοκαίρι ήρθε. Κι όσο κι αν θέλω να μείνω σοβαρή και ανεπηρέαστη δεν μπορώ. Μου κλείνει το μάτι, με τραβάει απ’ το μανίκι. Οι διακοπές αργούν ακόμα αλλά ένα τσιπουράκι, μια μπυρίτσα, μια βόλτα με παρέα έχουν άλλη γλύκα απ’ όταν κάνεις τα ίδια το χειμώνα.
Και δεν ξέρω τι λέτε εσείς αλλά ξέρετε ποιά είναι η μεγαλύτερη χάρη του καλοκαιριού για μένα; Δεν χρειάζεσαι πάνω από 3 λεπτά για να ντυθείς.Καλοκαίρι λοιπόν και θυμήθηκα διάφορα τραγουδάκια καλοκαιρινά.


Νέο Κύμα και Καίτη Χωματά. Το λάτρευα αυτό το τραγούδι μικρή. Χαρμολύπη.

Δάκης, Γοργόνες και Μάγκες και «Τόσα καλοκαίρια». Ελληνικός κινηματογράφος. Σε κινηματογράφους β’ προβολής της γειτονιάς μου, το «Δήμητρα», το «Μετροπόλιταν, τον «Απόλλωνα» και άλλα. «Σήμερον 2 έργα» και σπόρια.

«Εκείνο το καλοκαίρι» με το Λάκη Κομνηνό που στοίχειωνε τις εφηβικές μου σκέψειςκαι την κούκλα Έλενα Ναθαναήλ που ήθελα να της μοιάζω. Κλάμα που έρριξα….

Ο Thomas Fritsch είχε κάνει κατάληψη στα όνειρά μου πριν τον Κομνηνό. Ε ναι λοιπόν, κι εγώ ονειρευόμουν κάποια εποχή έναν ξανθό πρίγκηπα. Μετά μου πέρασε και το γύρισα στους μελαχροινούς. Σκέτους, χωρίς στέμα ή τίτλο.

Και μετά μεγάλωσα. Ήρθε ο Σαββόπουλος και το rock. μετά το New Wave, οι Clash και οι Cure, η συναυλία στο Καλλιμάρμαρο. Άρχισα να φτύνω τον Σαββόπουλο αλλά το «Καλοκαίρι» του πόσο μου άρεσε!!! Και μόνον αυτούς τους στίχους να είχε μου έφτανε:

«…στόμα υγρό, μικροί λαγώνες, καλοκαίρι
με τη φέτα το καρπούζι στο ένα χέρι
με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι
καλοκαίρι
λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι…»


Μεγάλωσα και γιαυτό φαίνεται ξέχασα την Άνναμπελ. Για σένα Mr Berlin. Και για μένα.

«Στάσου μύγδαλα…»

ELECTRIC LITANY_"TEAR"


Τους πρωτάκουσα όταν μου έστειλε το λινκ ένας φίλος. Είναι πάρα πολύ καλοί. Τους μοιράζομαι με όλους λοιπόν…

Arvo Part


Έχετε ακουστά τον Arvo Part; Θέλει ούμλαουντ πάνω από το α στο επίθετό του, αλλά δεν ξέρω πως ή αν μπορώ να τα βάλω από το πληκτρολόγιό μου. Φαντάζομαι θα υπάρχει κάποιος τρόπος που βαριέμαι να ψάχνω. Τι είναι αυτός ο κύριος; Είναι ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους μουσικούς. Δείτε λοιπόν.
Γεννήθηκε το 1935 στο Paide της Εσθονίας. Τα πρώτα μαθήματα μουσικής πήρε στο Rakvere Music School όπου εκτός από τα μαθήματα πιάνου αποπειράθηκε και τις πρώτες του συνθέσεις. Το 1954 σπουδάζει σύνθεση με τον Veljo Tormis στο Tallinn Music College που όμως δεν περάτωσε λόγω της στρατιωτικής του θητείας κατά την οποία υπηρέτησε ως μέλος στρατιωτικής μπάντας μέχρι το 1956.
Από το 1957 ως το 1963, σπούδασε σύνθεση με τον Heino Eller στο Conservatory Of Music in Tallinn. Το 1958 έγινε διευθυντής του studio παραγωγής του ραδιοφωνικού σταθμού ESTI RADIO, ενώ ταυτόχρονα συνθέτει. Το 1996 μετακόμισε στη Βιέννη και δύο χρόνια μετά στο Βερολίνο όπου ζει μέχρι σήμερα.
Οι συνθέσεις του Arvo Pärt μπορούν να χωριστούν σε δύο περιόδους. Οι συνθέσεις της πρώτης περιόδου είναι κυρίως σειριακές. Το έργο του »Credo» (1968) σηματοδοτεί το τέλος αυτής της περιόδου. Η περίοδος από το 1968 μέχρι το 1976 μπορεί να θεωρηθεί μεταβατική, χαρακτηριστικό έργο της αποτελεί η τρίτη συμφωνία του.Οι σπουδές του της Μεσαιωνικής Μουσικής σημαίνουν την ύστερη φάση του που ο ίδιος αποκαλεί »Tintinnabuli Style» (Little Bells) . Το 1984 ξεκινάει τη δημιουργική του συνεργασία με τo γερμανικό label ECM, όπου εκδίδει στη συνέχεια όλα τα μεγάλα έργα του της τελευταίας περιόδου.
Για περισσότερα στοιχεία η wikipedia να είναι καλά.

Έχει κανένα χρόνο που τον ανακάλυψα (αργώ αλλά κάποια στιγμή τα βρίσκω τα καλά) και μ’ αρέσει πολύ. Στο youtube έχει αρκετό υλικό γι αυτόν αλλά εμένα μου αρέσει πολύ ένα κομμάτρι του που το έχει χορογραφήσει σε μια υπέροχη χορογραφία ο Miguel Robles. Σας το βάζω να το απολαύσετε κι εσείς.

Διάλειμμα μετά μουσικής…


Λεμονάδες, πορτοκαλάδες, Coca Cola, τσιιιιπς……….

Archive – Again

Archive – You make me feel stronger

Παλιό τραγουδάκι


Μικρή άκουγα από το ραδιόφωνα τραγούδια σαν το παρακάτω και στραβομουτσούνιαζα. Στην εφηβεία δήλωνα σε όλους τους τόνους πως τέτοιου είδους τραγούδια μου φέρνουν τάση για εμετό και μάλωνα με τη μάνα μου για τις δικές μου επιλογές. Εκείνη θεωρούσε πως τα τραγούδια πρέπει να έχουν μελωδία κι εγώ πως πρέπει να έχουν ρυθμό, ηλεκτρικές κιθάρες και επανάσταση.
Μάλλον γέρασα και παρόλο που μου φαίνονται ακόμα μελοδραματικά αυτά τα τραγούδια, δεν τα θεωρώ μελό. Τα αναζητώ, κάποιες φορές τα ακούω ευχάριστα και κάποιες στιγμές με συγκινούν.

Καλό φθινόπωρο…