Κάγκελα παντού


Χτες ξανακάλεσαν την κλάση μας, πάει κι ο Τζιμάκος από ανακοπή. Ένα καρδιακό ανάμεσα σε πολλούς καρκίνους που θερίζουν τη γενιά μας, άντε και τους λίγο μεγαλύτερους. Γέμισαν τα social media επικήδειους και και «καλό ταξίδι….» και πολλούς «καλούς παράδεισους»!!. Ειδικά αυτό το τελευταίο με έκανε και γέλασα πολύ, θα τους πέρναγε γεννεές δεκατέσσερις ο Τζιμάκος αν μπορούσε να το κάνει. Γλέντι τρελό θα γινόταν κι αυτοί που του εύχονται σήμερα «καλό παράδεισο» θα τον έτρεχαν για μηνύσεις. Διότι μάλλον δεν έχεις ιδέα ποιος ήταν, τι έκανε και τι έλεγε ο Τζιμης όσο ζούσε.

Μη ζώντας στην Αθήνα, έμαθα για τις Μουσικές Ταξιαρχίες όταν κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο. Οι «ψαγμένοι» φίλοι μου φοιτητές στην Πάτρα τον κουβάλησαν, τον βάλαμε στο πικάπ και….. Και δεν ξέρω….. Ήταν ροκάδες; Ήταν πάνκηδες; Ήταν «ταγάρια»; Τι σκατά ήταν αυτό που ακούγαμε; Διότι εκείνο τον καιρό (ίσως και τώρα, δεν ξέρω πλέον, μεγάλωσα και δεν με νοιάζουν αυτά εδώ και χρόνια) έπρεπε να ξέρουμε αν αυτό που ακούμε κολλάει σ’ αυτό που δηλώναμε πως είμαστε. Δεν μπορούσες να δηλώνεις ροκάς και να σ’ αρέσει η μαύρη μουσική ή τα λαϊκά ή τα κλαρίνα. Αν σ’ άρεσαν τα άκουγες μόνος σου, κάπως κρυφά κι όταν το ανακάλυπταν οι ροκάδες φίλοι σου έπρεπε να βρεις μια ιδεολογική πλατφόρμα για να στηρίξεις το γούστο σου. Εμείς πάντως τον κατατάξαμε στους ροκάδες και ησυχάσαμε. Αν και το χαρακτηριστικό του δεν ήταν η μουσική, τουλάχιστον για μένα που δεν ήμουν μουσικός ερχόταν σε δεύτερο πλάνο.Το ιδιαίτερο, αυτό το κάτι άλλο που έκανε τις Μουσικές Ταξιαρχίες διαφορετικές, ήταν ο στίχος τους. Ο στίχος που σε έκανε να γελάς, να θυμώνεις, να τα παίρνεις στο κρανίο ή να κουνάς το κεφάλι σου επιδοκιμαστικά φωνάζοντας «πέστα ρε Τζιμάκο!».Εμένα προσωπικά με εκνεύριζε πολύ ένα πράγμα, οι χοντροκομμένες πλάκες του. Μια φορά βρέθηκα σ’ ένα μαγαζί μου έκανε σόου, νομίζω ήταν το «Προσεχώς Βουλγάρες», τότε που έκανε τηλεφωνικές πλάκες μέσα από το μαγαζί, ήταν μέρος του σόου. Δεν ξέρω αν ήθελε να τσακίσει το μικροαστισμό των μικροαστών μ’ αυτό τον τρόπο, εμένα για κανιβαλισμός μου έμοιαζε. Θυμωμένη έφυγα από το μαγαζί εκείνο το βράδυ και θυμωμένα γελούσα με όσα άκουγα. Θυμωμένη με τον Τζιμάκο για όσα έκανε και θυμωμένη με μένα που γελούσα και ακόμα πιο θυμωμένη μαζί του επειδή παρ’ όλο που το θεωρούσα κανιβαλισμό είχε την ικανότητα να με κάνει να γελάω.

Άλλο ξεκίνησα να γράψω όμως κι άλλα γράφω, μου συμβαίνει συχνά τώρα τελευταία, μάλλον γερνάω… Πολλά τραγούδια του μου άρεσαν αλλά δυο τρία έχουν χαραχτεί στο μυαλό μου. Ούτε καν ολόκληρα τα τραγούδια αλλά κομμάτια από τους στίχους τους. Δεν υπήρχε περίπτωση να φτιάξω κασέτα ενενηντάρα για φίλο και να μη χώσω κάπου το «Γαμάτε γιατί χανόμαστε» ή την «Οικογενειακή συνομωσία». Το τραγούδι όμως που μια στροφή του ερχόταν πάντα στο μυαλό μου ήταν το «Κάγκελα παντού». Όχι για τη φράση που πέρασε στην καθημερινή μας γλώσσα, «τα μυαλά στα κάγκελα», αλλά για τη στροφή που λέει:

«Είμαστε η αδικημένη
γενιά του εξήντα
δίχως κατοχή και πείνα
χωρίς ρετσίνα»

Αυτό και οι στίχοι του Πορτοκάλογλου από το «Υπάρχει λόγος σοβαρός» από το δίσκο «Ρίσκο» του 1985

«Σε είχα δει και σένα σαν τ’ άλλα φοιτητάκια
αντάρτες της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά
(…)
Χούντα δε θυμάμαι μα ούτε ελευθερία
της μεταπολίτευσης καημένη γενιά»

Αυτοί ήμασταν. Τα παιδιά που δεν πρόλαβαν. Δεν προλάβαμε να φτιάξουμε τους δικούς μας ήρωες, αληθινούς κι όχι πέτσινους. Οι γονείς μας μιλούσαν για το Μεγάλο Πόλεμο και τον Εμφύλιο και οι λίγο μεγαλύτεροι για τη Χούντα και το Πολυτεχνείο. Στο Μεγάλο Πόλεμο και στον Εμφύλιο δεν είχαμε γεννηθεί και και τη Χούντα και το Πολυτεχνείο τα ζήμεμε είτε μωρά και παιδάκια. Προσπαθούσαμε λοιπόν να φτιάξουμε τα δικά μας τοτέμ αλλά τι ήρωες να φτιάξεις ζώντας σε μια εντελώς αντιηρωική εποχή; Κι ήρθε ο Τζιμάκος και μετά από λίγα χρόνια ο Πορτοκάλογλου και μας έφτυσαν αυτή την αλήθεια κατάμουτρα. Και είτε τους μισήσαμε είτε το καταλάβαμε και το τραγουδούσαμε με μια μικρή θλίψη γιατί τι να το κάνεις να έχεις ησυχία αλλά να μη μπορείς να φτιάξεις τους δικους σου ήρωες; Και μπορεί να ονειρευόμασταν ήρωες αλλά κάπου βαθιά μέσα μας ξέραμε πως αυτό που θα γίνει είναι:

«Πρώτα να τελειώσω το πανεπιστήμιό μου
μετά να κάνω τη θητεία στο στρατό
να πιάσω δουλειά σε κανένα γραφείο
να παντρευτούμε να κάνουμε παιδιά»

ΥΓ. Το βίντεο είναι ένα από τα τελευταία που έκανε με το Σωκράτη Μάλαμα, το τραγούδι «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» αλά Τζιμάκος

Advertisements

πρόβα χορωδίας


Άλλη μια 17η Νοέμβρη έρχεται κι άλλη μια γιορτή στο σχολείο ετοιμάζεται. Δεν την έχω αναλάβει (για τους αμύητους, τις σχολικές γιορτές αναλαμβάνουν να τις διοργανώσουν κάποιοι καθηγητές) αλλά είπα να βοηθήσω τις συναδέλφισσες που την ανέλαβαν στο κομμάτι της χορωδίας γιατί είχαν πνιγεί με όλα τα υπόλοιπα που ετοίμαζαν. Εννοείται πως δεν είμαι μουσικός, μόνο δυο τρεις μήνες πέρασα από Ωδείο προσπαθώνας να μάθω κλασική κιθάρα στα νιάτα μου αλλά δεν είχα την υπομονή, είχα και διάβασμα για τις εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο και τα παράτησα. Αυτό που έχω είναι καλό αυτί και μια σχετικά καλή φωνή οπότε ήμουν μια κάποια λύσις για τη χορωδία. Επιλέξαμε τα τραγούδια να ταιριάζουν με την περίσταση κι αρχίσαμε πρόβες στα κενά μου με μερικές μαθήτριες. Τα αγόρια σπάνια μπαίνουν σε τέτοιες διαδικασίες. Προς μεγάλη μου έκπληξη γνώριζαν τα περισσότερα τραγούδια (πιθανόν από προηγούμενες γιορτές), δεν είχαν ακούσει ποτέ το «Για τη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ» (και τώρα που το σκέφτομαι κανένα δεν ρώτησε τι είναι αυτό το ΕΦΕΕ…). Για να το μάθουν λοιπόν, ανοίξαμε κάποια στιγμή τον υπολογιστή και πήγαμε στο youtube να το ακούσουμε για να δουν αν μπορούν να το μάθουν στο λίγο χρόνο που είχαμε. Το ακούσαμε, τους άρεσε, προσπαθήσαμε να το βγάλουμε και μετά συνεχίσαμε με τα υπόλοιπα που τα ήξερα, ένα από αυτά και ο «Λεβέντης» του Θεοδωράκη. Πάνω που προβάτραμε το «Λεβέντη» μου λένε:

  • Κυρία, υπάρχει μια πολύ ωραία διασκευή, πιο μοντέρνα, του «Λεβέντη», αυτού ντε που σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα, από ένα συγκρότημα που λέγεται Cosa Mostra.

Εγώ δεν ήξερα την ύπαρξή του αλλά επειδή μ’ αρέσει να μαθαίνω ακούγοντας διάφορα και από το γιο, σκέφτηκα πως για να διασκευάσουν το συγκεκριμένο τρταγούδι ίσως είναι κάτι σαν τους Social Waste. Το βάλαμε λοιπόν και κάτι μου στράβωσε από την αρχή της εισαγωγής ακόμα. Όταν προχώρησε λίγο τους είπα πως αποκλείεται να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη διασκευή, τελείως πανηγυριώτικο ρε φίλε!! Στίχοι – μουσική καμία σχέση. Κάτι σε βαλκανικό ροκ να το πω; Δεν ξέρω…… Πιο γρήγορο τέμπο, ντέφια, βιολιά, κραυγές Ε! Ε! Ε!….. Κι εκεί που αναρωτιούνται «ποιος κατεβάινει σήμερα στον Άδη;» θα μπορούσαν άνετα ν’ αναρωτιούνται «ποιος παντρεύεται σήμερα κι έχει χαρές»

Δεν ξέρω, μπορεί να είμαι απλά μια κολλημένη γραία αλλά ό,τι και να είμαι νομίζω πως τουλάχιστον οι στίχοι πρέπει να έχουν σχέση με τη μουσική.

Ναι ρε φίλε, ο λεβέντης δεν μεμψιμοιρεί, περήφανος κατεβαίνει στον Άδη αλλά όπως και να το κάνουμε στον Άδη πάει, όχι στα μπουζούκια ή στο πανηγύρι του χωριού του να σύρει πρώτος το χορό.

 

ΥΓ. Έψαξα να δω ποιοι είναι αυτοί οι Cosa Mostra και είδα πως μας εκπροσώπησαν ως χώρα στην Eurovision  του 2013

Έχει διαφορά το δωρεάν από το τζάμπα;


Διαβάζω το παρακάτω στα αιτήματα του συντονιστικού των μαθητών Αθήνας που καλούν σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις:

«Το υπουργείο και η κυβέρνηση να εξασφαλίσουν ΤΩΡΑ χρηματοδότηση για να λειτουργήσουν κανονικά τα σχολεία μας. Να αντιμετωπιστούν τα κενά, οι ελλείψεις σε καθηγητές, να δοθούν λεφτά για αναλώσιμα, υποδομές και ό,τι άλλο χρειάζεται για να λειτουργήσουν τα σχολεία μας.
Ούτε 1 ευρώ από την τσέπη των γονιών μας για τη μόρφωσή μας.»

Εγώ πάντως σκέφτομαι  πως αν ξανασπάσουν τις πόρτες και τα παράθυρα στο σχολείο, θέλω να καλέσω τους γονείς τους και να τους ζητήσω να τις πληρώσουν. Όχι μόνον ένα ευρώ από τις τσέπες των γονιών τους αλλά όσα ευρώ χρειαστούν. Διότι καλό είναι να απαιτείς από την πολιτεία δωρεάν παιδεία, υποδομές, βιβλία και αναλώσιμα αλλά πρέπει να ξέρεις πως έχεις την υποχρέωση και να τα σέβεσαι. Δεν γίνεται να φτιάχνονται οι πόρτες κάθε χρόνο, να μην έχει περάσει ούτε μήνας από την αρχή της χρονιάς και να έχουν βγει από τη θέση τους και τα κουφώματα. Δεν γίνεται να μη σέβεσαι το βιβλίο που σου δίνουν και να το χάνεις ή να το πετάς και να απαιτείς να σου δίνουν καινούριο κάθε φορά. Το έχασες ή το πέταξες; Πουλάνε στα βιβλιοπωλεία, δώσε τα 6 ή τα 8 ευρώ και ξαναπάρτο. Το κράτος σου το έδωσε, πρόβλημά σου αν το έχασες. Κι αν δεν υπάρχουν φράγκα στην οικογένεια, έπρεπε να το σκεφτείς πολύ καλύτερα πριν το χάσεις.
Διότι υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο ΔΩΡΕΑΝ και στο ΤΖΑΜΠΑ κι εγώ βαρέθηκα να χαϊδολογάμε τα παιδιά μη τυχόν και τους δημιουργήσουμε παιδικά τραύματα και μ’ αυτόν τον τρόπο να φτάνουν, τελικά, να γίνονται ανώριμοι και ανεύθυνοι ενήλικες.

παρελάσεις


parelasi22Θυμάμαι τις παρελάσεις επί χούντας. Στη Θεσσαλονίκη η μεγάλη στρατιωτική γινόταν παραδοσιακά τον Οκτώβρη. Η χαρά των μαθητών, μαζεμένες γιορτές μεγάλο διάλειμμα από το σχολείο.
Τις παρακολουθούσα σχεδόν πάντα. Όλοι μαζί, οικογενειακώς κατεβαίναμε στο κέντρο να τη δούμε, με τη μάνα μου να φοβάται μη χάσει κάποια από μας μέσα στο πατιρντί.
Και να τα τανκς, να οι όλμοι, να τα πεζοπόρα του στρατού, οι λοκατζήδες και οι αλπινιστές. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν οι πιο εντυπωσιακοί στα παιδικά μου μάτια…. Με τις λευκές στολές τους και τα σκί επ’ ώμου, πίστευα πως ήταν η πιο διασκεδαστική μονάδα του στρατού, σαν μοντέλα έμοιαζαν κι όχι σαν φαντάροι.
Κι όλα αυτά για να μας πείσουν (ή να πειστούν;) για το αξιόμαχον του στρατεύματος. Να μας πείσουν πως αν μας την πέσει η Τουρκιά, οι κακοί κομμουνιστές από το Βορρά ή όποιος άλλος, ο στρατός θα είναι εκεί να μας προστατέψει.
Και ήρθε το 1974, την έπεσε η Τουρκιά στην Κύπρο, έφαγε τη μισή σε 2-3 μερούλες, έγινε η επιστράτευση, κι όταν γύρισαν πίσω οι μπαμπάδες και οι θείοι μας, καταλάβαμε πως όλες οι παρελάσεις κι οι παράτες και το εθνικόν ρίγος ήταν για τα μάτια του κόσμου και πως αν στ’ αλήθεια μας την έπεφτε τότενες η Τουρκιά, θα έφτανε στην Ακρόπολη σε μια μέρα. Ο αξιόμαχος στρατός δεν διέθετε ούτε τη μία, απαραίτητη, σφαίρα ανά φαντάρο για να μπορέσει να αυτοκτονήσει κι έτσι να μη πέσει στα χέρια του οχτρού.
Οπότε δεν μας χέζετε με τις παρελάσεις σας και με τα εθνικά ρίγη;

Παραληρήματος συνέχεια


Επειδή μεγάλη ταραχή γίνεται με ο διάλογο για την παιδεία ας βγάλω λίγο τα σώψυχά μου κι εγώ, συνεχίζοντας το παραλήρημα του της προηγούμενης ανάρτησης.
Πέρα από τα μεγαλόπνοα ή μη σχέδια και τις βαρύγδουπες και επιστημονικές κουβέντες εγώ ένα έχω να πω μιλώντας στον εαυτό μου.
Δεν ξέρω τι αλλαγές πρέπει να γίνουν σε επίπεδο εκπαιδευτικής πολιτικής το σίγουρο πάντως είναι πως ένα πράγμα δεν θα συζητηθεί καθόλου.
Ποιος είναι ο ρόλος του εκπαιδευτικού μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα;
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, πρέπει επειγόντως να επαναπροσδιορίσουμε το τι είμαστε εμείς οι εκπαιδευτικοί, τι δουλειά πρέπει να κάνουμε μέσα σ’ ένα σχολείο, ποιος είναι ο ρόλος μας βρε αδελφέ. Ή πιο επιστημονικά, ποια είναι η περιγραφή του επαγγελματικού μας προφίλ;
Χρόνια τώρα (και κάθε χρόνο και χειρότερα) βλέπω γύρω μου εκπαιδευτικούς μαμάδες/μπαμπάδες, εκπαιδευτικούς ψυχολόγους, εκπαιδευτικούς κοινωνικούς λειτουργούς, εκπαιδευτικούς ψυχίατρους, μαθητευόμενους μάγους, νταντάδες και πάει λέγοντας. Τρικυμία εν κρανίω για την κοινωνία και τρικυμία εν κρανίω δικό μας.
Τι σκατά πρέπει να κάνουμε μέσα σε μια τάξη;
Κι αυτό που βλέπω είναι πως όλο και λιγότερο μας ζητάνε όλοι να κάνουμε μάθημα, να μάθουμε στα παιδιά γράμματα όπως έλεγαν οι παλιοί, κι όλο περισσότερο να πρέπει να κάνουμε όλα τα άλλα. Κι εμείς ζαλισμένοι προσπαθούμε (όχι όλοι φυσικά) να ανταποκριθούμε σε όλα αυτά, συνήθως με μικρή επιτυχία.
Εσείς γονείς, όταν πάτε σε γιατρό γαστρεντερολόγο του ζητάτε να κάνει διάγνωση και για τα πνευμόνια σας και ολίγον ορθοπεδική κι άμα του περισσεύει χρόνος να ρίξει και μια ματιά στη φορολογική σας δήλωση; Πως διάολο τα θέλετε όλα από έναν δάσκαλο;
Και το αντίθετο, αν εσείς συνάδελφοι ήσασταν γιατροί γαστρεντερολόγοι θα προσπαθούσατε να το παίξετε και πνευμονολόγοι με ολίγον από λογιστές; Θα το θεωρούσατε φυσιολογικό αυτό;
Εγώ πάντως δηλώνω αδυναμία, δεν τα ξέρω όλα, δεν μπορώ να τα κάνω όλα και κυρίως δεν θέλω να τα κάνω όλα.
Διάβασα πριν από λίγο και το άλλο, υποθέτω από συνάδελφο, πάνω σε μια φράση που αποδίδεται στον Α. Λιάκο και έλεγε (ο Λιάκος) πως πρέπει να μαθαίνουμε στα παιδιά πως να μαθαίνουν. Η απάντηση ήταν όλο αγανάκτηση τύπου «φτάνει πια με το ΠΩΣ μαθαίνουν τα παιδιά, το θέμα είναι ΤΙ μαθαίνουν».
Ρε γαμώτο, το θέμα δεν είναι μόνο το τι μαθαίνουν (τι προσπαθούμε να τους μάθουμε καλύτερα) αλλά και πως το μαθαίνουν (τους το μαθαίνουμε)  και κυρίως αν προσπαθούμε να τους διδάξουμε πως να μαθαίνουν. Δεν θα έχουν πάντα δίπλα τους έναν δάσκαλο-δεκανίκι να τους δείχνει τι πρέπει να διαβάσουν, τι πρέπει να μάθουν. Δεν θα έχουν πάντα κάποιον να μασάει τα παξιμάδια για πάρτη τους μη τυχόν και σπάσουν τα δοντάκια τους. Για παράδειγμα, μου τη δίνει απεριόριστα η ερώτηση «σε ποια σελίδα κυρία;». Παθαίνω εγκεφαλικό. Που κολλάει σ’ όλα τα προηγούμενα αυτή η ερώτηση;
Τους κάποια πράγματα από ένα κεφάλαιο και τους λες «και τώρα θα κάνουμε μερικές ασκήσεις για να το καταλάβετε καλύτερα». Και αμέσως πέφτει η ερώτηση «σε ποια σελίδα κυρία;». Στην αρχή απαντούσα μέχρι που συνειδητοποίησα πως ρωτάνε επειδή απλώς βαριούνται να ψάξουν να βρουν στο βιβλίο το κεφάλαιο που μόλις διδάχτηκε και να δουν στο τέλος τις ασκήσεις. Γιατί άλλωστε να ψάχνουν αφού είναι πιο εύκολο να τους πει ο δάσκαλος τη σελίδα και να πάνε κατευθείαν; Λεπτομέρειες θα μου πείτε αλλά οι μικρές λεπτομέρειες μαζεμένες κάνουν τα παιδιά ανίκανα να σκεφτούν. Το έκοψα λοιπόν και δεν απαντάω ποτέ σ’ αυτή την ερώτηση λέγοντάς τους πως έχουν αρκετό μυαλό για να βρουν μέσα στο βιβλίο το κεφάλαιο που αναφέρεται σε όσα λέγαμε δύο λεπτά νωρίτερα και να βρουν τις ασκήσεις. Τα βιβλία έχουν μια λογική σειρά δεν είναι χύμα ό,τι νάναι όπου νάναι ώστε να είναι δύσκολο να βρεις τις ασκήσεις μιας θεματικής ενότητας. Με έμαθαν πλέον, παρ’ όλα αυτά όλο και κάποιος θα ρωτήσει κάθε φορά «σε ποια σελίδα κυρία;»και οι υπόλοιποι θα τους φωνάξουν εν χορώ «αφού ρε η κυρία δεν απαντάει σ’ αυτό….».
Δεν ξέρω αν έχουν καταλάβει γιατί δεν απαντώ, παρ’ όλο που κάθε φορά το εξηγώ, πιθανόν απλώς με θεωρούν εκκεντρική για να μην πω στριμένη. Παρ’ όλο που είναι κουραστικό να μην απαντώ (είναι πιο εύκολο να πω σελ. 56 και να τελειώνει εκεί το θέμα) το συνεχίζω σταθερά διότι πιστεύω πως είναι -φυσικά- πολύ σημαντικό το ΤΙ τους μαθαίνουμε αλλά είναι ακόμα πιο σημαντικό να φεύγουν από το σχολείο και να έχουν πάρει μια ιδέα πως να μαθαίνουν, με ποιο μίτο της Αριάδνης πλοηγείσαι στον λαβύρινθο της οποιασδήποτε γνώσης. Ίσως κάποια στιγμή κάποιο απ’ αυτά καταλάβει πως κάτι ήθελε να τους μάθει εκείνη η στριμένη κυρία και γιαυτό δεν απαντούσε στην απλή ερώτηση «σε ποια σελίδα κυρία;»

ΥΓ. Κάποιες φορές η ερώτηση είναι μονολεκτική: «Σελίδα;»

Είμαι καθηγήτρια και δεν είμαι καλά


sxoleio-paidiaΕίμαι καθηγήτρια τα τελευταία είκοσι χρόνια. Τα περισσότερα απ’ αυτά στην Τεχνική και Επαγγελματική εκπαίδευση. Πέρασα κι από ΙΕΚ, πέρασα κι από φορέα του Υπουργείου ως αποσπασμένη (είμαι βλέπετε περίεργος κι ανήσυχος τύπος και θέλω να τα βλέπω και να τα μαθαίνω όλα). Πέρασα και μια διετή διαθεσιμότητα και τελικά κατέληξα να διδάσκω μαθηματικά σ’ ένα γυμνάσιο στο κέντρο της Αθήνας.
Στα είκοσι αυτά χρόνια έζησα μεγάλες «μεταρρυθμίσεις», μικρές μεταρρυθμίσεις, ντεμί μεταρρυθμίσεις, αντιμεταρρυθμίσεις κι ότι βάλει ο νους του ανθρώπου. Μετά απ’ όλες αυτές τις «μεταρρυθμίσεις» το αποτέλεσμα είναι ένα. Τα πάντα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Όλοι μαζί, καθηγητές, μαθητές και γονείς, κυνηγάμε παραζαλισμένοι τις μεταρρυθμίσεις και μέχρι να καταλάβουμε τι συνέβη, τσουπ! εμφανίζεται η νέα μεταρρύθμιση, του νέου επίδοξου Παπανούτσου. Κι έτσι πηδώντας χαρωποί από μεταρρύθμιση σε μεταρρύθμιση, χάσαμε τη μπάλα.
Γράφω αυτό το κείμενο προσπαθώντας να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά, να καταλάβω ίσως τι δεν πάει καλά. Κι επειδή είμαι των θετικών επιστημών και τα λέω τσεκουράτα ας τα πιάσουμε από την αρχή. Γιατί έγινα καθηγήτρια; Γιατί ενώ, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, δούλευα σε μια καλοπληρωμένη δουλειά με «κύρος», τα παράτησα όλα και αποφάσισα να δουλέψω στο δημόσιο σχολείο με πολύ λιγότερα χρήματα;
Η απάντηση είναι διπλή. Πρώτον γιατί ξαφνικά συνειδητοποίησα πως μου έλειπε η «μυρωδιά» του σχολείου ή καλύτερα η μυρωδιά ενός χώρου όπου υπάρχει η διαδικασία της μάθησης. Και δεύτερον γιατί μου άρεσε και μου αρέσει να μοιράζομαι, να μοιράζομαι τα πράγματα που μου αρέσουν και πιστεύω πως αξίζουν να τα μοιραστώ.
Αυτοί ήταν οι δύο λόγοι που με οδήγησαν στο δημόσιο σχολείο κι όχι οι καλοκαιρινές διακοπές. Ακόμα και τότε, στο μακρινό 1995, η πρώτη επαφή μου με το σχολείο ήταν σοκαριστική, βρήκα ένα σχολείο που σε τίποτε δεν θύμιζε το σχολείο που άφησα αρκετά χρόνια πριν. Παρ’ όλα αυτά ακόμα κι εκείνο το σχολείο που τότε με σόκαρε τώρα φαντάζει στα μάτια μου σαν κολέγιο.
Τι άλλαξε; Γιατί κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι γκρινιάζουν για το χάλι του σχολείου; Γιατί κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι μαθητές λένε πως μισούν το σχολείο κι έρχονται σ’ αυτό «με το πιστόλι στο κρόταφο» επειδή τους υποχρεώνουν οι γονείς τους; Τι δεν κάνουμε όλοι μας καλά;
Απάντηση εύκολη δεν υπάρχει αλλά ψυχανεμίζομαι πως το πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός πως το μπερδέψαμε το καημένο το σχολείο. Νομίζω πως η αλήθεια κρύβεται σε μια φράση που επαναλαμβάνουν οι παλιότεροι κάθε φορά που νοσταλγούν το σχολείο του καιρού τους, «Τότε μαθαίναμε γράμματα, δεν βγαίναμε από το σχολείο στουρνάρια. Το φοβόμασταν αλλά μαθαίναμε γράμματα». Για μένα αυτή είναι η φράση κλειδί.
Το σχολείο σαράντα ή πενήντα χρόνια πριν είχε αυστηρότητα, ξύλο και δάσκαλους πολύ λιγότερο μορφωμένους από τους σημερινούς. Γιατί το νοσταλγούν όσοι το έζησαν; Η δική μου απάντηση είναι πως το νοσταλγούν επειδή τότε ήταν ξεκάθαρος ο ρόλος του, ξεκάθαρος κι ο ρόλος των δασκάλων και τέλος ήταν ξεκάθαρο τι περίμεναν μαθητές και γονείς από το σχολείο και τους δάσκαλους. Περίμεναν να μάθουν γράμματα και τίποτε άλλο.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια που βρίσκομαι στην εκπαίδευση τίποτε δεν είναι ξεκάθαρο. Οι γονείς τα θέλουν όλα από το σχολείο και το δάσκαλο. Θέλουν  να μάθει στα παιδιά τους γράμματα αλλά και να τα νταντέψει, να τα καταλάβει, να τα γιατρέψει, να είναι ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, φίλος, να είναι αυστηρός αλλά και να μην είναι, με λίγα λόγια να είναι γονιός, δάσκαλος και γιατρός μαζί.
Ο (κακοπληρωμένος) δάσκαλος από την άλλη είτε προσπαθεί ν’ αντεπεξέλθει με επιτυχία σε όλους αυτούς τους ρόλους για τους οποίους δεν έχει καν προετοιμαστεί και εκπαιδευτεί είτε τα παρατάει ξεπνοημένος και απλώς διεκπεραιώνει. Άλλωστε μέχρι να καταλάβει τι του ζητάνε, έρχεται η επόμενη μεταρρύθμιση και τον απορυθμίζει και φτου κι απ’ την αρχή.
Τέλος, ο μαθητής δεν βρίσκει τίποτε ενδιαφέρον σ’ όλα αυτά και απλά μισεί το σχολείο. Ανάλογα τον ψυχισμό του είτε κάνει υπομονή μέχρι να τελειώσει το βασανιστήριο είτε γίνεται θιασώτης της ιδέας πως «το σχολείο φωτίζει μόνον όταν καίγεται»
Κι η Πολιτεία, το Υπουργείο, το Κράτος; Τι κάνουν αυτά; Αυτά απλώς ετοιμάζουν πάντα μια καινούρια «μεταρρύθμιση», συνήθως στο πόδι και αντιγράφοντας ακόμα ένα «επιτυχημένο» μοντέλο από το εξωτερικό χωρίς ποτέ να λάβουν υπόψη πως αυτό το επιτυχημένο μοντέλο πέτυχε γιατί απευθυνόταν σε μια άλλη χώρα, σε μια άλλη κοινωνία, σε μια διαφορετική οικονομία και δοκιμάστηκε πριν εφαρμοστεί, διορθώθηκαν οι δυσλειτουργίες του και μετά εφαρμόστηκε για αρκετά χρόνια μιας και στην Εσπερία δεν έχουν χόμπι τις «μεταρρυθμίσεις» για να μη βαριόμαστε στη ρουτίνα.

Ο φασισμός δεν έρχεται από το μέλλον


Μα πάλι θέ ν’ απλώσει σα χολέρα
πατώντας πάνω στην ανεμελιά σου,
και δίπλα σου θα φτάσει κάποια μέρα
αν χάσεις τα ταξικά γυαλιά σου.

Πολύς κόσμος τα έχασε τα ταξικά γυαλιά του και ακόμα χαμένα τα έχει. Αν είχαν μείνει τα γυαλιά μας στη θέση τους, δεν θα πέφταμε τα τελευταία χρόνια, αλλά και μέχρι σήμερα κάποιοι, από τα σύννεφα για τα ποσοστά της ΧΑ, για την αφισοκόλληση της οροθετικής στη Λέσβο και για όλα τα φαινόμενα εκφασισμού της κοινωνίας μας.

Καταλάβατε φίλοι, γνωστοί και πρώην σύντροφοι; Ψάξτε να βρείτε τα ταξικά γυαλιά σας για να δείτε καλά τριγύρω σας, σε ποιο κόσμο ζείτε αλλά κυρίως σε ποια τάξη ανήκετε. Κι αφήστε τις μεταμοντερνιές περί του «τέλους των μεγάλων αφηγήσεων» και του «τέλους της πάλης των τάξεων». Η πάλη των τάξεων θα τελειώσει όταν δεν θα υπάρχουν τάξεις, μέχρι τότε καλά θα κάνετε να βρείτε και να στερεώσετε καλά τα ταξικά γυαλιά σας στη μύτη κι ν’ αφήσετε τις δηθενιές.

Κάποιοι άλλοι αφήστε το επαναστατικό know how, το από καθέδρας ύφος, την -από τη σιγουριά της δουλειάς και του σπιτιού σας- επαναστατική καθοδήγηση και μη κουνάτε επαναστατικά το δάχτυλο κάτω από τη μύτη ανθρώπων που αγωνίζονται με νύχια και με δόντια για να σταθούν στα πόδια τους ή για να μη χάσουν τη δουλειά τους. Μη τους λοιδωρείτε και μη τους σνομπάρετε επειδή δεν υπήρξαν μια ζωή επαναστάτες και βγήκαν στους δρόμους τώρα που «ξεβολεύτηκαν». Αυτοί τουλάχιστον βγήκαν στους δρόμους να διεκδικήσουν -έστω και με μη ενδεδειγμένους κατά την επαναστατική σας άποψη- τρόπους το δίκιο τους, κάποιοι άλλοι απλώς κλαίνε τη μοίρα τους ή γλείφουν δεξιά και αριστερά για να βρουν κάπου να ξανακουρνιάσουν.  Η έξοδος όμως στο δρόμο θα μεταλλάξει κάποιους και θα τους οδηγήσει στο να βάλουν τα ταξικά γυαλιά τα οποία πιθανόν ποτέ δεν είχαν.