Ημερολόγιο εγκλεισμού IV: Βόλτες στα δασάκια δίκην αγέλης


Σκέφτομαι πως malakia goes cloud (που λέμε στο χωριό μου). Απ’ όλους, κυβερνώντες και κυβερνούμενους.
Βγήκα μ’ ένα Β6 νωρίτερα γιατί ένιωσα πως αν δεν κουνήσω λίγο τα πόδια μου σ’ ένα πιο έντονο ρυθμό θα χρειαστώ οσονούπω αντισκωριακό. Το Πεδίο του Άρεως είναι κλειστό εδώ κι ένα μήνα, για να μη συνωστιζόμαστε στα περίπου 280 στρέμματά του, οπότε δεν υπάρχουν και πολλές επιλογές για μας τους δόλιους κατοίκους του κέντρου. Βόλτα στους δρόμους και για μια πράσινη πινελιά στο δασάκι της Ευελπίδων. Ε λοιπόν… όλος ο κόσμος που δεν μπορεί να πάει πλέον στο Πεδίο του Άρεως ήταν σήμερα μέσα στο δασάκι κι έκοβε βόλτες ή περπατούσε, καθόταν σε παγκάκια, σε πεζούλια ή βραχάκια ή στεκόταν στους δρόμους γύρω από το Πεδίο Άρεως και μέσα στο δασάκι.
undefinedΓια όσους δεν γνωρίζουν την περιοχή, το δασάκι της ΅Ευελπίδων είναι ένα μικρό άλσος -με πεύκα κυρίως- που ανήκει στο Υπ. Γεωργίας και εκτείνεται πίσω και πάνω από τα Δικαστήρια της Ευελπίδων. Μέχρι πριν ένα μήνα εκεί ήταν απλώς ένας σκυλότοπος, ήταν δηλαδή το μέρος που πήγαιναν οι κάτοικοι των γύρω περιοχών τα σκυλιά τους για βόλτα, τρέξιμο και χέσιμο. Στο, δε, πάνω μέρος του, που είναι και πολύ ανηφορικό δεν ξέρω ποιος μπορεί να πήγαινε, το πολύ πολύ κάποιο άστεγο ζευγαράκι για ένα στα γρήγορα ανάμεσα στις τσουκνίδες. Τώρα περνάει περίοδο δόξας, κοινώς γίνεται ο κακός χαμός. Για να μη πω για την Πλατεία Πρωτομαγιάς που μόλις βγήκα εκεί μ’ έπιασε αγοραφοβία από τα πλήθη που αντίκρισα.
Μεγάλοι και μικροί, σε μικρές ή μεγάλες παρέες συνωστίζονται σε παγκάκια, βραχάκια και πεζούλια. με ποδήλατα, μπάλες και μπύρες. Οι μαμάδες στο ένα πεζούλι/παγκάκι όλες μαζί και τα μικρά στο άλλο παγκάκι/πεζούλι καθισμένα αγκαλιά να χαζεύουν κινητά ή να παίζουν μπάλα ή να κυνηγιούνται, να κοπανιούνται, να κάνουν δηλαδή ό,τι και στα σχολεία τους. Αυτά τα μικρά είναι που θα κρατήσουν αποστάσεις τώρα που θ’ ανοίξουν τα σχολεία; Ποιος τους το έμαθε αυτό; Οι μαμάδες τους που τα έβλεπαν σαν σμάρι και ήταν άνετες και αδιάφορες ή οι μπαμπάδες που έπαιζαν όλοι μαζί ποδόσφαιρο; Κι εμείς θα έχουμε την ευθύνη αυτά τα μικρά να τα προσέχουμε έτσι ώστε να κρατάνε αποστάσεις κι αν πάθουν κάτι να μας το φορτώσουν; Ή θα έχουμε την ευθύνη για τους έφηβους που έπιναν μπύρες ή νερά ή κοκακόλες σε μεγάλες παρέες αγκαλιασμένοι;
Αυτά που είδα με έπεισαν. Οι Έλληνες αποφάσισαν πως θέλουν ανοσία αγέλης και θα την έχουν. Εγώ που δεν θέλω τι φταίω;
Όσο για το κλειστό Πεδίο Άρεως…..ας μη μιλήσω καλύτερα….

Πασχαλιά


Νομίζω πως άλλη φορά δεν έχω κάνει Πάσχα στην Αθήνα. Ψέμματα, έκανα μια φορά όταν γεννήθηκε ο Μ., είχαμε Πάσχα ένα μήνα μετά τη γέννησή του και δεν το ρίσκαρα να τον βάλω στο τρένο να ανέβουμε στη Θεσσαλονίκη και μετά στη Χαλκιδική. Το έκανα δυόμιση μήνες μετά που ήταν πλέον μεγάλος (χαχα).
Όλες τις πασχαλιές της ζωής μου από τότε που έφυγα από το σπίτι των γονιών μου τις πέρναγα μαζί τους, στη Θεσσαλονίκη και μετά στη Χαλκιδική όταν μετακόμισαν μόνιμα εκεί. Το Πάσχα είχε κάθε χρονιά τους φίλους μου που πάντα μαζεύονταν σε κάποια αυλή και σούβλιζαν αρνί και πήγαινα και τους έβρισκα μετά το πασχαλιάτικο τραπέζι με τους γονείς μου. Έτσι κι αλλιώς δεν είμαι φαν του αρνιού και όλων των υπόλοιπων πασχαλινών εδεσμάτων οπότε δεν με ένοιαζε αν θα υπήρχε αρνί όταν έφτανα στην αυλή που έψηναν. Την παρέα ήθελα, όχι το αρνί. Ακόμα κι όταν οι γονείς μετακόμισαν μόνιμα στη Χαλκιδική, πάντα έμενα δυο τρεις μέρες στη Θεσσαλονίκη πριν πάω να τους δω.

Το Πάσχα είχε και πασχαλιές, αγκαλιές ολόκληρες από τις πασχαλιές που είχε στην αυλή της η άλλη γιαγιά που ζούσε στις Συκιές και που κάθε Πάσχα όσο ζούσε πηγαίναμε και κόβαμε και γεμίζαμε τα βάζα στο σπίτι μας. Τι θεϊκή μοσχοβολιά αυτό το λουλούδι….

Το Πάσχα είχε πάντα τη μυρωδιά της Θεσσαλονίκης, της βόλτας στην Παραλία με την κολλητή, τη μυρωδιά από τσουρέκια περνώντας έξω από του Τερκενλή και τη γεύση της λιακάδας όταν σε χτυπάει στα μάτια πίνοντας ατέλειωτους καφέδες στο Majestic. Όταν ήμουν μικρή είχε τη μυρωδιά από τα τσουρέκια που έφτιαχνε η γιαγιά και από το ξύδι που βάζαμε για να βάψουμε τα αυγά τη Μ. Πέμπτη, την Κόκκινη Πέμπτη όπως τη λέγανε. Την περίμενα την Κόκκινη Πέμπτη για να βγω να δέσω ένα κόκκινο μαντήλι στο κάγκελο του μπαλκονιού, συμβόλιζε το αίμα του Χριστού αλλά στο μυαλό μου συμβόλιζε τα κόκκινα αυγά που βάφαμε εκείνη τη μέρα. Και μετά η μέρα είχε και τα τσουρέκια τα ζύμωνε η γιαγιά κι έβαζε τη ζύμη σε μια μεγάλη λεκάνη τυλιγμένη με κουβέρτες και την άφηνε να φουσκώσει και να γίνει «μανάρι». Κι όσο να φουσκώσει η ζύμη βάφαμε τ’ αυγά. τα στολίζαμε μα διάφορα φύλλα που τα βάζαμε πάνω στο αυγό και τα δέναμε με κομμάτια από παλιές νάιλον κάλτσες. τα ωραιότερα σχέδια τα έδιναν τα φύλλα του μαϊντανού και της τριανταφυλλιάς. Το δικό μου το μυαλό όμως ήταν στη ζύμη. Πόσο βαριόμουν να περιμένω…. Όλα κρυφοκοίταγα σηκώνοντας την κουβέρτα και με μάλωνε η γιαγιά «Μη! Θα ξεφουσκώσει η ζύμη και δεν θα έχει φέτος τσουρέκια, κανόνισε κακομοίρα μου…» Και κάποτε φούσκωνε αυτή η ζύμη κι ερχόταν η ωραία ώρα που θα έπλαθε η γιαγιά τις πλεξούδες και θα μου έδινε και μένα να πλάσω μικρά τσουρεκάκια. Κι έφτιαχνα σπείρες και «βαρκούλες» και γεμίζαμε τις μεγάλες λαμαρίνες που νωρίτερα είχα πάει βιαστική να φέρω από το φούρνο της γειτονιάς με ύφος μικρομέγαλο και πολύ σπουδαίο «μη μου μιλάτε έχω πολλές δουλειές και δεν προλαβαίνω…». Κι αυτές τις λαμαρίνες τις πηγαίναμε γεμάτες με τσουρέκια και στεφάνια και τσουρεκάκια στο φούρνο, τουλάχιστον πέντε λαμαρίνες κάθε Πάσχα, και μοσχοβολούσε όλη η γειτονιά γιατί όλες οι νοικοκυρές έκαναν το ίδιο. Γύριζαν ψημένα στο σπίτι και ζούσα ένα δράμα διότι έπρεπε να περιμένω το βράδυ του Μ. Σαββάτου για να τα δοκιμάσω. Μας λυπόταν όμως η γιαγιά και μας έδινε να φάμε κρυφά (έτσι νομίζαμε εμείς τα μικρά) ένα τσουρεκάκι που το έτρωγα γεμάτη τύψεις που ο καλός χριστούλης μαρτυρούσε στο σταυρό κι εγώ δεν μπορούσα να κρατηθώ και να μη δοκιμάσω το τσουρέκι που μου έσπαγε τη μύτη.
Το Πάσχα είχε και πασχαλιές, αγκαλιές ολόκληρες από τις πασχαλιές που είχε στην αυλή της η άλλη γιαγιά που ζούσε στις Συκιές και που κάθε Πάσχα όσο ζούσε πηγαίναμε και κόβαμε και γεμίζαμε τα βάζα στο σπίτι μας. Τι θεϊκή μοσχοβολιά αυτό το λουλούδι…. Φέτος αγόρασα από τη λαϊκή ένα μπουκέτο αλλά ήταν άοσμα τα λουλούδια. Πως τα κατάφεραν κι έφτιαξαν άοσμες πασχαλιές;
Φέτος ο κορωνοτέτοιος μου το χάλασε. Ούτε Θεσσαλονίκη αλλά ούτε και Χαλκιδική. Βόλτες με την κολλητή στην Παραλία γιοκ, όχι καφέδες και κουβέντες, όχι βόλτες στην πασχαλιάτικη αγορά. Γιαυτό κάθισα κι έφτιαξα τσουρέκια, έδεσα κι ένα κόκκινο μαντήλι στο κάγκελο του μπαλκονιού κι έβαψα και αυγά. Μύρισε το σπίτι μαστίχα και μαχλέπι και μέχρι που νομίζω ότι μύρισαν κάπως και οι πασχαλιές.

Ημερολόγιο εγκλεισμού ΙΙ:Εξ αποστάσεως εκπαίδευση στου κασίδη το κεφάλι


Και μετά ήρθε ο κορονοϊός που στην αρχή τον υποτιμήσαμε αλλά στο τέλος καταλάβαμε πως μάλλον τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά. Τα σχολεία έκλεισαν, κλειστήκαμε στο σπίτι μας και στο σχολείο πήγαιναν μόνον οι διευθυντές και υποδιευθυντές κάνοντας στην αρχή τον κόσμο να αναρωτιέται τι δουλειά θα εύρισκαν να κάνουν σε άδεια σχολεία. Εκεί πάνω ήρθε η εξαγγελία της υπουργού Παιδείας. Εξ αποστάσεως εκπαίδευση, γεννηθήτω φως! Και θαμάξαμε όλοι, «κοίτα να δεις κάτι πράγματα που θα γίνουν»!!! και πιο πολύ θάμαξαν οι γονείς που από την πρώτη στιγμή φώναζαν για το «τι θα κάνουν τα παιδιά τους» λες και το σχολείο είναι πάρκινγκ παιδιών.

Οι πιο υποψιασμένοι κατάλαβαν πως άρχισαν τα όργανα διότι οι πιο υποψιασμένοι ήξεραν αυτά που δεν ήξερε η Υπουργός και δεν φρόντισε να μάθει (καλά, αυτή ούτε το ποσοστό του ΑΕΠ για την Παιδεία δεν ήξερε, σιγά μην ήξερε τέτοιες λεπτομέρειες). Τι ήξεραν;

Ασύγχρονη Εκπαίδευση: Στην ασύγχρονη εξ αποστάσεως εκπαίδευση, που είναι και πιο διαδεδομένη, ο εκπαιδευόμενος μαθαίνει όχι μόνο σε διαφορετικό χώρο από τον εκπαιδευτή, αλλά και σε διαφορετικό χρόνο από τη διαδικασία της παράδοσης ή δημιουργίας του μαθήματος.

Το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο είναι η επίσημη πλατφόρμα του Υπουργείο Παδείας. Πάνω της φιλοξενούνται ιστοσελίδες σχολείων και εκπαιδευτικών, το ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο σχολείων και εκπαιδευτικών, blogs σχολείων και εκπαιδευτικών, cloud για ανέβασμα αρχείων, η ηλεκτρονική τάξη «η-Τάξη» που φιλοξενεί τις «η-Τάξεις» διάφορων εκπαιδευτικών που τις χρησιμοποιούσαν επικουρικά του δια ζώσης μαθηματός τους και πολλά πολλά άλλα. Το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο δεν ήταν σχεδιασμένο για να σηκώσει το βάρος της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης όλων των σχολείων της α’βαθμιας και β’βάθμιας εκπαίδευσης της χώρας. Δεν έχει τους σέρβερς και το απαιτούμενο τεχνικό προσωπικό για να υποστηρίξει αυτό το εγχείρημα. Η υπουργός έπρεπε πρώτα να ρωτήσει τους τεχνικούς του υπουργείου που υποστηρίζουν το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο για το πόσο έτοιμο είναι και για το πότε θα μπορεί να σηκώσει το βάρος τόσων χρηστών, πριν κάνει τις εξαγγελίες της.

Αποτέλεσμα: Το ΠΣΔ «γονάτισε» με αποτέλεσμα χιλιάδες μαθητές και εκπαιδευτικοί να ξεροσταλιάζουν στους υπολογιστές τους, οι μεν προσπαθώντας να κάνουν λογαριασμό που θα τους δίνει το δικαίωμα πρόσβασης στα μαθήματα και οι δε για να στήσουν τις τάξεις και τα μαθήματά τους και να «ανεβάσουν» υλικό. Σήμερα, 27-3-2020 το πρόβλημα του ΠΣΔ παραμένει και για τους εκπαιδευτικούς αλλά κυρίως για τους μαθητές.

Σύγχρονη Εκπαίδευση μέσω τηλεδιασκέψεων: Το Υπουργείο, καταλαβαίνοντας πως με τα προβλήματα που υπάρχουν στο ΠΣΔ αποκλείεται να μπορέσουν να γίνουν και τηλεδιασκέψεις για τις οποίες υπάρχει δυνατότητα αλλά όχι με συνθήκες φόρτου του δικτύου, να δώσει το κομμάτι της σύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης σε μια ιδιωτική πολυεθνική που θα παραχωρήσει τις υπηρεσίες της δωρεάν. Χμμμ, χμμμμ…. Το προσπερνάω αυτό και πάμε στα προβλήματα

Εξοπλισμός μαθητών και εκπαιδευτικών.
Εκπαιδευτικοί.
Ναι, ζούμε στο αιώνα της τεχνολογίας, τα περισσότερα σπίτια έχουν έναν υπολογιστή και σύνδεση στο διαδίκτυο αλλά δεν έχουν όλοι, ούτε είναι υποχρεωμένοι να έχουν, εξοπλισμό για εξ αποστάσεως εκπαίδευση από τη στιγμή που το μάθημα γίνεται δια ζώσης στις αίθουσες διδασκαλίας και οι e-classes χρησιμοποιούνται επικουρικά απ’ όσους τις χρησιμοποιούν.
Μαθητές
Πολλοί μαθητές, πολλοί περισσότεροι από τους εκπαιδευτικούς, δεν διαθέτουν σταθερή σύνδεση τηλεφώνου στα σπίτια τους και υπολογιστή. Το υπουργείο λέει πως γίνεται και από κινητό τηλέφωνο αλλά στη σημερινή ενημέρωση είπαν πως δεν προάγουν αυτή την ιδέα διότι τα τηλεφωνικά δίκτυα κινητής τηλεφωνίας θα «γονατίσουν» πολύ πιο εύκολα και αυτο συμφώνησαν με τους παρόχους κινητής. Να μη τα φορτώσουν. Υπέροχα…. Βέβαια σε περιπτωση που δεν υπάρχει εναλλακτική να γίνει  χρήση κινητών τηλεφώνων. Μάθημα μέσω κινητού… Πρέπει να έχει πολύ μεγάλο εσωτερικό κίνητρο ο μαθητής για να το κάνει άρα χάνουμε στο δρόμο αρκετούς. Η συμμετοχή των μαθητών δεν είναι υποχρεωτική άρα όποιος δεν θέλει ή δεν μπορεί απλώς θα μείνει απ’ έξω.

Επιμόρφωση εκπαιδευτικών:
Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών σε πλατφόρμες εξ αποστάσεως εκπαίδευσης είναι ανύπαρκτη ως επίσημη διαδικασία του Υπουργείου Παιδείας. Υπήρξαν και υπάρχουν επιμορφωτικές δράσεις που στηρίζονται στον εθελοντισμό και την πρωτοβουλία κάποιων πρώην ΠΛΗΝΕΤ. Οι εκπαιδευτικοί δεν χρειάστηκε ποτέ να μάθουν και κανείς δεν τους προέτρεψε επίσημα να το κάνουν. Η εξ αποστάσεως εκπαίδευση είναι ένας εναλλακτικός τρόπος εκπαίδευσης, κυρίως για ενήλικες, και χρειάζεται άλλου είδους προσέγγιση από τους εκπαιδευτικούς, πέρα από το τεχνικό κομμάτι που είναι το πιο εύκολο αν παιδευτείς κι έχεις κάποια εξοικείωση με τον κόσμο των υπολογιστών. Ποιος τους το έμαθε αυτό και το ζητάει τώρα, σήμερα αν όχι χτες;

Ύλη
Από τη στιγμή που η συμμετοχή των μαθητών δεν είναι υποχρεωτική επιβάλλεται τα εξ αποστάσεως μαθήματα να έχουν μόνο τη μορφή επανάληψης της ήδη διδαχθείσας ύλης και όχι συνέχισής της διότι δημιουργούνται ζητήματα ίσης μεταχείρισης των μαθητών.

Γαμώ τα Υπουργεία μου


Αποτέλεσμα εικόνας για πανεπιστήμιαΠιστεύω πως το μεγάλο σκάνδαλο δεν είναι, στην ουσία του, πως η Κεραμιδαρέως αναγνώρισε τα αμφιβόλου ποιότητας ιδιωτικά κολέγια/πανεπιστήμια που υπάρχουν στην Ελλάδα, παρακάμπτοντας το Άρθρο 16 του Ελληνικού Συντάγματος. Το σκάνδαλο είναι πως το έκανε σαν μέτοχός τους, σαν μάνατζερ ή ατζέντης τους. Θέλεις μανδάμ να το κάνεις; Κάντο στην τελική αλλά με ίσους όρους με τα δημόσια Πανεπιστήμια αλλιώς λειτουργείς σαν ατζέντης των κολεγιάδων. Όχι κυρά μου, δεν μπορείς να βάζεις στο δημόσιο πανεπιστήμιο, που ακόμα δεν έχει δίδακτρα, εκατό εμπόδια και βάσεις του 10 για την πρόσβαση αλλά και κατά τη διάρκεια της φοίτησης (μη ξεχνάμε το ν + 2) αλλά επιτρέπεις να φοιτήσει οποιοσδήποτε στο ιδιωτικό, ελεύθερα και χωρίς κανένα εμπόδιο, αρκεί να έχει τα φράγκα και να αναγνωρίζεται μετά σαν ισότιμος με τον απόφοιτο του δημόσιου. Θέλετε βάση του 10 και ν+2 στο δημόσιο πανεπιστήμιο; Μαγκιά σας, αλλά βάλτε τη βάση του 10 και το ν+2 και στα ιδιωτικά κολέγια που θέλω να δω κάτι. Και μην ακούσω βλακείες περί Ευρώπης και Αμερικής και μπούρδες. Σε όλα τα σοβαρά πανεπιστήμια όπου γης, με το βαθμό σου σε παίρνουν, σε ΔΙΑΛΕΓΟΥΝ ανάλογα με το βαθμό σου, δεν πας όπου γουστάρεις ακόμα κι αν έχεις φράγκα.

Όσο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω γιατί έπρεπε να έχουμε για Υπουργό κάποιον Νομικό σπουδαγμένο στο Χάρβαρντ. Μάλλον εκεί στα Χάρβαρντ τους μαθαίνουν πως να κάνεις μεγάλες λοβιτούρες, όχι λουμπινιές της πλάκας.
Διορθώστε με αν κάνω λάθος διότι νομικά δεν ξέρω αλλά έχω την απλή λογική των μαθηματικών. Το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος του κράτους, σωστά; Άρα κανείς νόμος δεν μπορεί να αντιβαίνει στα άρθρα του Συντάγματος. Για παράδειγμα, το Σύνταγμα μιλάει για ανεξιθρησκεία, δεν μπορεί να υπάρχει νόμος που ορίζει πως όλοι οι μη Ορθόδοξοι θα φυλακίζονται -κι ας ψηφιστεί ομόφωνα και από τους 300 της Βουλής- διότι αντιβαίνει σε άρθρο του Συντάγματος, σωστά; Θέλει λοιπόν να είσαι επιστήμων της λοβιτούρας για να ψηφίσεις νόμο που αντιβαίνει σε άρθρο του Συντάγματος πράγμα που έκανε η Χαρβαρντιώτισσα υπουργός μας. Πως το έκανε αυτό; Έχω καταλήξει στο εξής.

Ανακατεύοντας και μπερδεύοντας τεχνηέντως τα Επαγγελματικά δικαιώματα με τα Ακαδημαϊκά δικαιώματα. Διότι ένα πράγμα είναι το ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ δικαίωμα και εντελώς διαφορετικό πράγμα είναι το ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟ δικαίωμα. Έτσι λοιπόν η Κεραμίδα που μας κάθισε στο κεφάλι, φωνάζει για επαγγελματικά δικαιώματα των απόφοιτων ΙΕΚ-Κολεγίων (γιατί πανεπιστήμια δεν τα λες) τα οποία ήταν ήδη αναγνωρισμένα ΑΛΛΑ για να διοριστείς σε σχολείο να δουλέψεις σαν εκπαιδευτικός ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ και ακαδημαϊκό δικαίωμα κι εδώ έρχεται το άρθρο 16 του Συντάγματος που απαγορεύει σε να δίνονται ακαδημαϊκά δικαιώματα από εκπαιδευτικούς οργανισμούς εκτός των δημόσιων Πανεπιστημίων. Για να δουλέψεις σαν εκπαιδευτικός απαιτείται ακαδημαϊκό δικαίωμα και επαγγελματικό δικαίωμα που παλιά το αποκτούσες είτε φοιτώντας σε -λεγόμενη- καθηγητική σχολή είτε φοιτώντας επιπλέον στην τότε ΣΕΛΕΤΕ τώρα ΑΣΠΑΙΤΕ για απόκτηση Παιδαγωγικής επάρκειας. Τώρα ακόμα και στις καθηγητικές σχολές είναι υποχρεωτικό να κάνεις μαθήματα Παιδαγωγικών και Διδακτικής του αντικειμένου σου, οι δε υπόλοιποι χωρίς ΑΣΠΑΙΤΕ σχολεία δεν βλέπουν.
Κι έρχεται η Υπουργός παίζοντας το εδώ δικαίωμα, εκεί δικαίωμα που είναι το δικαίωμα και θέλει να στείλει στα σχολεία ανθρώπους που μπορεί να φοίτησαν σε καλά κολέγια, να ήταν και καλοί σπουδαστές αλλά ΔΕΝ έχουν ούτε το ακαδημαϊκό δικαίωμα -διότι το απαγορεύει το Σύνταγμα, τι να κάνουμε τώρα;- αλλά ούτε και το επαγγελματικό όπως απαιτείται από όλους όσους έχουν το ακαδημαϊκό!!! Και μάλιστα απειλούν ήδη με προσφυγές διότι δεν πρόκαμαν να μπουν στη Προκήρυξη που τρέχει για διορισμό.
Αυτό όλο το πράγμα «στέκεται» δλδ νομικά; Θα μου πεις και τι; Θα το πας στο ΣτΕ; Ας γελάσω δυνατά…..

Και κάτι τελευταίο. Για να μπορεί ένας Εκπαιδευτικός Οργανισμός να αποκαλείται Πανεπιστήμιο πρέπει να κάνει Επιστημονική Έρευνα, δεν νοείται πανεπιστήμιο χωρίς Έρευνα. Επίσης οι διδάσκοντες σ’ αυτό πρέπει να πληρούν κάποιους όρους και να έχουν συγκεκριμένα τυπικά προσόντα στα οποία περιλαμβάνεται ένα διδακτορικό. Πείτε ένα από τα κολέγια που λειτουργούν στην Ελλάδα στο οποίο να γίνεται επιστημονική Έρευνα και το διδακτικό του προσωπικό να έχει αντίστοιχες βαθμίδες με τα Πανεπιστήμια και αντίστοιχα τυπικά προσόντα.

Ένα βρείτε μου. Κι όλα αυτά τα πρώην ιδιωτικά ΙΕΚ, όλους αυτούς τους Ξυνήδες τους βαφτίσαμε Πανεπιστήμια εν μία νυκτί.

Πάλι πέφτω από τα σύννεφα….


foi-708Δεν είναι φρέσκο νέο πως στα Πανεπιστήμια υπάρχουν υπόγειες συναλλαγές με διάφορα αντίτιμα, φράγκα, ψήφους ή κανένα πηδηματάκι στα γρήγορα. Από τα δικά μου τα χρόνια το θυμάμαι.
Το «σοκαριστικό» γεγονός (αν και τίποτε πλέον δεν είναι σοκαριστικό) είναι όσα δήλωσε πριν λίγο στην ΕΡΤ, με σοκαριστική ειλικρίνια αν όχι αφέλεια, ο εκπρόσωπος των φοιτητών του ΤΕΙ Σερρών.
Απαντώντας στην ερώτηση γιατί τόσα χρόνια δεν έλεγαν κάτι ενώ το ήξερε ολόκληρη η πόλη, είπε με λίγα λόγια πως «πιο παλιά ο κόσμος είχε λεφτά να πληρώνει οπότε όλα καλά και όλοι βολεύονταν ενώ τώρα με την κρίση έσφιξαν τα πράγματα και δεν μπορούν πλέον να τα ακουμπάνε κι έτσι ήρθαν και οι καταγγελίες…»
Καταλάβατε καλοί μου άνθρωποι;
ΚΩΛΟΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ, ΛΕΦΤΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ

10 μέρες, 10 ταινίες (μέρα τρίτη)


Έχει πέσει πολλή δουλειά κι έτσι δεν είναι δυνατόν να το πηγαίνω μια ταινία κάθε μέρα, οπότε θα είναι μια ταινία κάθε όποτε μπορώ. Και μην αναρωτηθεί κανείς «τι δουλειά μας λες καλέ; Δεν έχετε τρεις μήνες διακοπές εσείς οι εκπαιδευτικοί;» διότι αυτή την εποχή «τρέχουν» ακόμα πανελλαδικές κι αυτό σημαίνει πάρα πολλή δουλειά για κάποιους. Τέλος πάντων….

Τρίτη ημέρα λοιπόν και τρίτη ταινία. Ήμουν δεκάξι χρονώμν όταν την είδα, είχε χαρακτηριστεί «Ακατάλληλη δι ανηλίκους κάτω των 17» κι εγώ φόρεσα τακούνια και βάφτηκα ελαφρώς για να μπορέσω να μπω στο «Ράδιο Σίτυ» και να τη δω. Αφού είχα πουλήσει ένα παραμύθι στο μπαμπά για την υπόθεση, έτσι ώστε να προσπεράσω το πρώτο εμπόδιο. Για ποια ταινία μιλάω; Για το έπος του Μπερνάντο Μπερτολούτσι, το «1900», το πρώτο μέρος φυσικά, το δεύτερο το είδα αργότερα αλλά δεν θυμάμαι πότε και που. Η ταινία μου άρεσε πάρα πολύ και με σόκαρε πάρα πολύ. Για χρόνια είχα ολοζώντανη μπροστά μου τη σκηνή με τον Σάδερλαντ να λιώνει τη γάτα, είχα φρικάρει εντελώς εκείνη τη στιγμή. Είχα όμως σοκαριστεί και με τις ερωτικές σκηνές, στα 16 μου χρόνια δεν είχα δει ποτέ γυμνό άνθρωπο και είχα δει μόνο παθιασμένα φιλιά σε ταινίες, τίποτε περισσότερο. Σας σοκάρει η αθωότητα των 16 μου χρόνων; Άλλα χρόνια τότε και είχα και πολύ αυστηρούς γονείς. Συνέχεια

10 μέρες, 10 ταινές (μέρα δεύτερη)


Αυτές οι μέρες βοηθάνε να σκεφτώ και να γράψω για τις δέκα ταινίες που είδα και δεν τις ξεχνώ. Όλος ο κόσμος βλέπει Mundial, οι άντρες της οικογένειας βλέπουν Mundial αλλά εγώ το βαριέμαι. Βαριέμαι και να χαζεύω χωρίς λόγο στο διαδίκτυο οπότε για να μη σέρνομαι χωρίς λόγο στο σπίτι σαν το φάντασμα, το να σκέφτομαι και να γράφω για ταινίες είναι μια κάποια λύση.

tommy_film_posterΔεύτερη μέρα λοιπόν και το Tommy. Δεν ξέρω αν θεωρείται αριστούργημα, είναι όμως η πρώτη ταινία που είδα στο σινεμά μόνη, χωρίς τους γονείς εννοώ. Πρέπει να ήμουν γύρω στα 14, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση τότε που άρχισαν να έρχονται στην Ελλάδα ταινίες χωρίς λογοκρισία. Κι όταν λέω πήγα σινεμά μόνη μου εννοείται πως είχα μαζί μου και τις μικρότερες αδελφές μου αφού δεν υπήρχε περίπτωση να βγω από το σπίτι χωρίς να πει η μαμά «να πάρεις και τις μικρές μαζί σου…». Τις πήρα λοιπόν και πήγαμε, δεν θυμάμαι σε ποιον κινηματογράφο, φαντάζομαι σε κάποιον από τους πολλούς που είχε εκείνα τα χρόνια στη γειτονιά μου. Η ταινία με εντυπωσίασε αν και μαθημένη μέχρι τότε σε απλές ταινίες με αρχή, μέση και τέλος, δεν κατάλαβα τίποτε. Για να μη μιλήσω για το πρήξιμο που έφαγα από τις μικρές που κατάλαβαν επίσης τίποτε αλλά εκείνες το φώναζαν κιόλας και με ζάλιζαν να φύγουμε. Εγώ σαν πιο ψυχαναγκαστική ήθελα να μείνω μέχρι το τέλος να δω που θα καταλήξει όλα αυτό. Τους The Who εννοείται πως δεν τους ήξερα αλλά μου άρεσε η μουσική και βγαίνοντας από την αίθουσα δεν είχα την αίσθηση πως ήταν δυο χαμένες ώρες, αν δεν είχα και το πρήξιμο από τις άλλες δύο θα ήταν ακόμη καλύτερα. Δικαίως βέβαια γκρίνιαζαν οι καημένες, ήταν γύρω στα 12 τότε, τι περίμενα κι εγώ; Ολοκληρωμένη δεν την ξανάδα ποτέ από τότε. Συνέχεια

10 μέρες και 10 ταινίες


mv5bmjrky2vhyzmtzwqyns00oty2lwe5ntatyjlhnmqyyze5mmuxxkeyxkfqcgdeqxvymtqxnzmzndi-_v1_sy1000_cr006611000_al_Στα social media, και κυρίως στο Facebook, πολλές φορές παίζονται διάφορα παιχνίδια – αλυσίδες. Το ξεκινάει κάποιος και δίνει τη σκυτάλη σε κάποιον άλλο κι αυτός σε κάποιον άλλο και πάει λέγοντας…. Τα παιχνίδια αυτά είναι του τύπου «οι δέκα καλύτερες ταινίες μου», «οι είκοσι ωραιότεροι άντρες μου… (χο χο χο) και πάει λέγοντας. Συνήθως βαριέμαι αλλά αν πρόκειται για βιβλία, μουσικές και ταινίες κάτι με γαργαλάει. Επειδή όμως εκεί συνήθως δεν λες κάτι για τις επιλογές σου, απλώς τις δείχνεις, λέω ν’ αλλάξω τους κανόνες και να το κάνω εδώ, μόνη μου, χωρίς σκυτάλες και αλυσίδες.

Δέκα μέρες λοιπόν και δέκα ταινίες χωρίς αξιολογική σειρά, ημέρα πρώτη:

Αγκίρε, η μάστιγα του Θεού Aguirre, der Zorn Gottes (original title)

Γερμανική ταινία, σκηνοθεσία Βέρνερ Χέρτζογκ με τους: Κλάους Κίνσκι

Υπόθεση:

16ος αιώνας στις περουβιανές Άνδεις: Μια εξερευνητική αποστολή Ισπανών κονκισταδόρων αναζητά το Ελδοράδο, τη μυθική χώρα χρυσού των Ίνκας. Ο διψασμένος για εξουσία Αγκίρε παρακάμπτει ανωτέρους και ανακηρύσσει εαυτόν αρχηγό του στρατιωτικού αποσπάσματος που κατεβαίνει με σχεδίες τον Αμαζόνιο. Μέσα σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον με την πείνα, την εξάντληση, τις αρρώστιες και τα φαρμακερά βέλη των Ινδιάνων να θερίζουν, παράφρων πια, ο Αγκίρε ονειρεύεται εξουσία και μεγαλεία, ονειρεύεται να γράψει ιστορία ως κυρίαρχος του Ελδοράδο και διεξάγει τον ολοκληρωτικό πόλεμο ενάντια στον θεό και τον κόσμο όλο. Συνέχεια

Αυτοπροσδιορισμοί (που είναι της μόδας)


Γεννήθηκα στη Σαλονίκη (όπως λέει και ο Σαββόπουλος). Ζω στην Αθήνα τα τελευταία 33 χρόνια κι έζησα και στην Πάτρα άλλα οκτώ χρόνια. Όταν με ρωτούν από που είμαι απαντώ πως είμαι μια σαλονικιά σε εσωτερική μετανάστευση. Οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μου γεννήθηκαν στην Ανατολική Θράκη και στη Μικρασία. Οι δύο από τους τέσσερις ήρθαν στην Ελλάδα πρόσφυγες το ’22, η μια γιαγιά έφτασε στη Θεσσαλονίκη, πρόσφυγας κι αυτή το ’12 κι ο άλλος παππούς ήρθε κι αυτός το ’12 να πολεμήσει εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους, ξαναγύρισε στον τόπο του και μετά ήρθε πάλι πρόσφυγας το ’22. Οι δύο τελευταίοι έμειναν στη Θεσσαλονίκη και οι δύο πρώτοι πήγαν σ’ ένα χωριό του νομού Πέλλας, κοντά στα φρεσκοφτιαγμένα σύνορα με…… αλήθεια, δεν ξέρω πως τον έλεγαν εκείνο τον τόπο τότε και μέχρι να φτιάξει ο Τίτο την ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Αν ρωτούσες τη γιαγιά, σου απαντούσε πως είναι Θρακιώτισσα, τους παππούδες δεν τους γνώρισα και την άλλη γιαγιά της Σαλονίκης την έχασα όταν ήμουν μικρή για να έχω τέτοιες απορίες.

Η γιαγιά πάντα ξεχώριζε τους πρόσφυγες από τους ντόπιους και ντόπιους αποκαλούσε αυτούς που μιλούσαν τη ντόπια διάλεκτο, εννοώντας τα σλαβομακεδόνικα τα οποία τα καταλάβαινε και αυτή και η μαμά μου. Όλοι μαζί στον ίδιο τόπο ζούσαν φυσικό να καταλαβαίνουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου. Άλλωστε δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τον καιρό που σ’ αυτό τον τόπο ζούσαν όλοι μαζί, ανακατωμένοι, ως υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η γιαγιά καταλάβαινε και τα τούρκικα, άσχετα αν δεν ήθελε ούτε να τα μιλήσει ποτέ ούτε να τα μεταφράσει.

Τα τοπωνύμια και τα ονόματα των χωριών τα έμαθα στα ελληνικά, ήμουν μεγάλη πλέον όταν συνειδητοποίησα πως όλα αυτά τα χωριά άλλαξαν τα ονόματά τους για να μη θυμίζουν σε τίποτε το ανακάτωμα των λαών που ζούσαν εκεί αλλά και των γλωσσών που μιλιόνταν μέχρι την χάραξη συνόρων και την προσπάθεια ομογενοποίησης των ανθρώπων υπό μια γλώσσα, μια θρησκεία κι ένα έθνος. Μόνο τα κεράσια Βοδενών δεν άλλαξαν όνομα αλλά πολύ αργά συνειδητοποίησα πως Βοδενά λεγόταν η Έδεσσα κι εγώ έτρωγα κεράσια από την Έδεσσα κι όχι από κάποιο εξωτικό μέρος. Μεγάλη, επίσης, έμαθα πως απαγορευόταν στους ντόπιους να μιλάνε το ντόπιο ιδίωμα ή να κάνουν αναφορά στο παλιό όνομα του χωριού τους. Παρ’ όλα αυτά σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση πως όλα τα χρόνια της σχολικής μας ζωής τα βιβλία της Γεωγραφίας, (χουντικά ή μεταπολιτευτικά) στο κεφάλαιο για τη Γιουγκοσλαβία ανέφεραν τη Δημοκρατία της Μακεδονίας σαν ένα από τα ομόσπονδα κράτη που την αποτελούσαν. Στην Ιστορία μαθαίναμε για τις τρεις Μακεδονίες (την Ελληνική, τη Γιουγκοσλάβικη και τη Βουλγάρικη) και μας φαινόταν απολύτως φυσιολογικός αυτός ο χωρισμός. Με μπέρδευαν λίγο οι ιστορίες και οι ταινίες για τους κομιτατζήδες αλλά το προσπερνούσα.

Αν με ρωτήσεις τι είμαι απαντώ πως είμαι Σαλονικιά, Ελληνίδα, με καταγωγή από πρύσφυγες, όνομα βυζαντινό και επίθετο ρουμανοβλάχικο αρκετά κοινό σε σλαβόφωνες χώρες. Ένα mix είμαι όπως όλοι όσοι ζούσαν σ’ εκείνα τα μέρη μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Μόνο που εγώ δεν αναγκάστηκα να είμαι κάτι, ευτυχώς.

 

Κάγκελα παντού


Χτες ξανακάλεσαν την κλάση μας, πάει κι ο Τζιμάκος από ανακοπή. Ένα καρδιακό ανάμεσα σε πολλούς καρκίνους που θερίζουν τη γενιά μας, άντε και τους λίγο μεγαλύτερους. Γέμισαν τα social media επικήδειους και και «καλό ταξίδι….» και πολλούς «καλούς παράδεισους»!!. Ειδικά αυτό το τελευταίο με έκανε και γέλασα πολύ, θα τους πέρναγε γεννεές δεκατέσσερις ο Τζιμάκος αν μπορούσε να το κάνει. Γλέντι τρελό θα γινόταν κι αυτοί που του εύχονται σήμερα «καλό παράδεισο» θα τον έτρεχαν για μηνύσεις. Διότι μάλλον δεν έχεις ιδέα ποιος ήταν, τι έκανε και τι έλεγε ο Τζιμης όσο ζούσε.

Μη ζώντας στην Αθήνα, έμαθα για τις Μουσικές Ταξιαρχίες όταν κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο. Οι «ψαγμένοι» φίλοι μου φοιτητές στην Πάτρα τον κουβάλησαν, τον βάλαμε στο πικάπ και….. Και δεν ξέρω….. Ήταν ροκάδες; Ήταν πάνκηδες; Ήταν «ταγάρια»; Τι σκατά ήταν αυτό που ακούγαμε; Διότι εκείνο τον καιρό (ίσως και τώρα, δεν ξέρω πλέον, μεγάλωσα και δεν με νοιάζουν αυτά εδώ και χρόνια) έπρεπε να ξέρουμε αν αυτό που ακούμε κολλάει σ’ αυτό που δηλώναμε πως είμαστε. Δεν μπορούσες να δηλώνεις ροκάς και να σ’ αρέσει η μαύρη μουσική ή τα λαϊκά ή τα κλαρίνα. Αν σ’ άρεσαν τα άκουγες μόνος σου, κάπως κρυφά κι όταν το ανακάλυπταν οι ροκάδες φίλοι σου έπρεπε να βρεις μια ιδεολογική πλατφόρμα για να στηρίξεις το γούστο σου. Εμείς πάντως τον κατατάξαμε στους ροκάδες και ησυχάσαμε. Αν και το χαρακτηριστικό του δεν ήταν η μουσική, τουλάχιστον για μένα που δεν ήμουν μουσικός ερχόταν σε δεύτερο πλάνο.Το ιδιαίτερο, αυτό το κάτι άλλο που έκανε τις Μουσικές Ταξιαρχίες διαφορετικές, ήταν ο στίχος τους. Ο στίχος που σε έκανε να γελάς, να θυμώνεις, να τα παίρνεις στο κρανίο ή να κουνάς το κεφάλι σου επιδοκιμαστικά φωνάζοντας «πέστα ρε Τζιμάκο!».Εμένα προσωπικά με εκνεύριζε πολύ ένα πράγμα, οι χοντροκομμένες πλάκες του. Μια φορά βρέθηκα σ’ ένα μαγαζί μου έκανε σόου, νομίζω ήταν το «Προσεχώς Βουλγάρες», τότε που έκανε τηλεφωνικές πλάκες μέσα από το μαγαζί, ήταν μέρος του σόου. Δεν ξέρω αν ήθελε να τσακίσει το μικροαστισμό των μικροαστών μ’ αυτό τον τρόπο, εμένα για κανιβαλισμός μου έμοιαζε. Θυμωμένη έφυγα από το μαγαζί εκείνο το βράδυ και θυμωμένα γελούσα με όσα άκουγα. Θυμωμένη με τον Τζιμάκο για όσα έκανε και θυμωμένη με μένα που γελούσα και ακόμα πιο θυμωμένη μαζί του επειδή παρ’ όλο που το θεωρούσα κανιβαλισμό είχε την ικανότητα να με κάνει να γελάω.

Άλλο ξεκίνησα να γράψω όμως κι άλλα γράφω, μου συμβαίνει συχνά τώρα τελευταία, μάλλον γερνάω… Πολλά τραγούδια του μου άρεσαν αλλά δυο τρία έχουν χαραχτεί στο μυαλό μου. Ούτε καν ολόκληρα τα τραγούδια αλλά κομμάτια από τους στίχους τους. Δεν υπήρχε περίπτωση να φτιάξω κασέτα ενενηντάρα για φίλο και να μη χώσω κάπου το «Γαμάτε γιατί χανόμαστε» ή την «Οικογενειακή συνομωσία». Το τραγούδι όμως που μια στροφή του ερχόταν πάντα στο μυαλό μου ήταν το «Κάγκελα παντού». Όχι για τη φράση που πέρασε στην καθημερινή μας γλώσσα, «τα μυαλά στα κάγκελα», αλλά για τη στροφή που λέει:

«Είμαστε η αδικημένη
γενιά του εξήντα
δίχως κατοχή και πείνα
χωρίς ρετσίνα»

Αυτό και οι στίχοι του Πορτοκάλογλου από το «Υπάρχει λόγος σοβαρός» από το δίσκο «Ρίσκο» του 1985

«Σε είχα δει και σένα σαν τ’ άλλα φοιτητάκια
αντάρτες της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά
(…)
Χούντα δε θυμάμαι μα ούτε ελευθερία
της μεταπολίτευσης καημένη γενιά»

Αυτοί ήμασταν. Τα παιδιά που δεν πρόλαβαν. Δεν προλάβαμε να φτιάξουμε τους δικούς μας ήρωες, αληθινούς κι όχι πέτσινους. Οι γονείς μας μιλούσαν για το Μεγάλο Πόλεμο και τον Εμφύλιο και οι λίγο μεγαλύτεροι για τη Χούντα και το Πολυτεχνείο. Στο Μεγάλο Πόλεμο και στον Εμφύλιο δεν είχαμε γεννηθεί και και τη Χούντα και το Πολυτεχνείο τα ζήμεμε είτε μωρά και παιδάκια. Προσπαθούσαμε λοιπόν να φτιάξουμε τα δικά μας τοτέμ αλλά τι ήρωες να φτιάξεις ζώντας σε μια εντελώς αντιηρωική εποχή; Κι ήρθε ο Τζιμάκος και μετά από λίγα χρόνια ο Πορτοκάλογλου και μας έφτυσαν αυτή την αλήθεια κατάμουτρα. Και είτε τους μισήσαμε είτε το καταλάβαμε και το τραγουδούσαμε με μια μικρή θλίψη γιατί τι να το κάνεις να έχεις ησυχία αλλά να μη μπορείς να φτιάξεις τους δικους σου ήρωες; Και μπορεί να ονειρευόμασταν ήρωες αλλά κάπου βαθιά μέσα μας ξέραμε πως αυτό που θα γίνει είναι:

«Πρώτα να τελειώσω το πανεπιστήμιό μου
μετά να κάνω τη θητεία στο στρατό
να πιάσω δουλειά σε κανένα γραφείο
να παντρευτούμε να κάνουμε παιδιά»

ΥΓ. Το βίντεο είναι ένα από τα τελευταία που έκανε με το Σωκράτη Μάλαμα, το τραγούδι «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» αλά Τζιμάκος

πρόβα χορωδίας


Άλλη μια 17η Νοέμβρη έρχεται κι άλλη μια γιορτή στο σχολείο ετοιμάζεται. Δεν την έχω αναλάβει (για τους αμύητους, τις σχολικές γιορτές αναλαμβάνουν να τις διοργανώσουν κάποιοι καθηγητές) αλλά είπα να βοηθήσω τις συναδέλφισσες που την ανέλαβαν στο κομμάτι της χορωδίας γιατί είχαν πνιγεί με όλα τα υπόλοιπα που ετοίμαζαν. Εννοείται πως δεν είμαι μουσικός, μόνο δυο τρεις μήνες πέρασα από Ωδείο προσπαθώνας να μάθω κλασική κιθάρα στα νιάτα μου αλλά δεν είχα την υπομονή, είχα και διάβασμα για τις εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο και τα παράτησα. Αυτό που έχω είναι καλό αυτί και μια σχετικά καλή φωνή οπότε ήμουν μια κάποια λύσις για τη χορωδία. Επιλέξαμε τα τραγούδια να ταιριάζουν με την περίσταση κι αρχίσαμε πρόβες στα κενά μου με μερικές μαθήτριες. Τα αγόρια σπάνια μπαίνουν σε τέτοιες διαδικασίες. Προς μεγάλη μου έκπληξη γνώριζαν τα περισσότερα τραγούδια (πιθανόν από προηγούμενες γιορτές), δεν είχαν ακούσει ποτέ το «Για τη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ» (και τώρα που το σκέφτομαι κανένα δεν ρώτησε τι είναι αυτό το ΕΦΕΕ…). Για να το μάθουν λοιπόν, ανοίξαμε κάποια στιγμή τον υπολογιστή και πήγαμε στο youtube να το ακούσουμε για να δουν αν μπορούν να το μάθουν στο λίγο χρόνο που είχαμε. Το ακούσαμε, τους άρεσε, προσπαθήσαμε να το βγάλουμε και μετά συνεχίσαμε με τα υπόλοιπα που τα ήξερα, ένα από αυτά και ο «Λεβέντης» του Θεοδωράκη. Πάνω που προβάτραμε το «Λεβέντη» μου λένε:

  • Κυρία, υπάρχει μια πολύ ωραία διασκευή, πιο μοντέρνα, του «Λεβέντη», αυτού ντε που σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα, από ένα συγκρότημα που λέγεται Cosa Mostra.

Εγώ δεν ήξερα την ύπαρξή του αλλά επειδή μ’ αρέσει να μαθαίνω ακούγοντας διάφορα και από το γιο, σκέφτηκα πως για να διασκευάσουν το συγκεκριμένο τρταγούδι ίσως είναι κάτι σαν τους Social Waste. Το βάλαμε λοιπόν και κάτι μου στράβωσε από την αρχή της εισαγωγής ακόμα. Όταν προχώρησε λίγο τους είπα πως αποκλείεται να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη διασκευή, τελείως πανηγυριώτικο ρε φίλε!! Στίχοι – μουσική καμία σχέση. Κάτι σε βαλκανικό ροκ να το πω; Δεν ξέρω…… Πιο γρήγορο τέμπο, ντέφια, βιολιά, κραυγές Ε! Ε! Ε!….. Κι εκεί που αναρωτιούνται «ποιος κατεβάινει σήμερα στον Άδη;» θα μπορούσαν άνετα ν’ αναρωτιούνται «ποιος παντρεύεται σήμερα κι έχει χαρές»

Δεν ξέρω, μπορεί να είμαι απλά μια κολλημένη γραία αλλά ό,τι και να είμαι νομίζω πως τουλάχιστον οι στίχοι πρέπει να έχουν σχέση με τη μουσική.

Ναι ρε φίλε, ο λεβέντης δεν μεμψιμοιρεί, περήφανος κατεβαίνει στον Άδη αλλά όπως και να το κάνουμε στον Άδη πάει, όχι στα μπουζούκια ή στο πανηγύρι του χωριού του να σύρει πρώτος το χορό.

 

ΥΓ. Έψαξα να δω ποιοι είναι αυτοί οι Cosa Mostra και είδα πως μας εκπροσώπησαν ως χώρα στην Eurovision  του 2013

Έχει διαφορά το δωρεάν από το τζάμπα;


Διαβάζω το παρακάτω στα αιτήματα του συντονιστικού των μαθητών Αθήνας που καλούν σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις:

«Το υπουργείο και η κυβέρνηση να εξασφαλίσουν ΤΩΡΑ χρηματοδότηση για να λειτουργήσουν κανονικά τα σχολεία μας. Να αντιμετωπιστούν τα κενά, οι ελλείψεις σε καθηγητές, να δοθούν λεφτά για αναλώσιμα, υποδομές και ό,τι άλλο χρειάζεται για να λειτουργήσουν τα σχολεία μας.
Ούτε 1 ευρώ από την τσέπη των γονιών μας για τη μόρφωσή μας.»

Εγώ πάντως σκέφτομαι  πως αν ξανασπάσουν τις πόρτες και τα παράθυρα στο σχολείο, θέλω να καλέσω τους γονείς τους και να τους ζητήσω να τις πληρώσουν. Όχι μόνον ένα ευρώ από τις τσέπες των γονιών τους αλλά όσα ευρώ χρειαστούν. Διότι καλό είναι να απαιτείς από την πολιτεία δωρεάν παιδεία, υποδομές, βιβλία και αναλώσιμα αλλά πρέπει να ξέρεις πως έχεις την υποχρέωση και να τα σέβεσαι. Δεν γίνεται να φτιάχνονται οι πόρτες κάθε χρόνο, να μην έχει περάσει ούτε μήνας από την αρχή της χρονιάς και να έχουν βγει από τη θέση τους και τα κουφώματα. Δεν γίνεται να μη σέβεσαι το βιβλίο που σου δίνουν και να το χάνεις ή να το πετάς και να απαιτείς να σου δίνουν καινούριο κάθε φορά. Το έχασες ή το πέταξες; Πουλάνε στα βιβλιοπωλεία, δώσε τα 6 ή τα 8 ευρώ και ξαναπάρτο. Το κράτος σου το έδωσε, πρόβλημά σου αν το έχασες. Κι αν δεν υπάρχουν φράγκα στην οικογένεια, έπρεπε να το σκεφτείς πολύ καλύτερα πριν το χάσεις.
Διότι υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο ΔΩΡΕΑΝ και στο ΤΖΑΜΠΑ κι εγώ βαρέθηκα να χαϊδολογάμε τα παιδιά μη τυχόν και τους δημιουργήσουμε παιδικά τραύματα και μ’ αυτόν τον τρόπο να φτάνουν, τελικά, να γίνονται ανώριμοι και ανεύθυνοι ενήλικες.

παρελάσεις


parelasi22Θυμάμαι τις παρελάσεις επί χούντας. Στη Θεσσαλονίκη η μεγάλη στρατιωτική γινόταν παραδοσιακά τον Οκτώβρη. Η χαρά των μαθητών, μαζεμένες γιορτές μεγάλο διάλειμμα από το σχολείο.
Τις παρακολουθούσα σχεδόν πάντα. Όλοι μαζί, οικογενειακώς κατεβαίναμε στο κέντρο να τη δούμε, με τη μάνα μου να φοβάται μη χάσει κάποια από μας μέσα στο πατιρντί.
Και να τα τανκς, να οι όλμοι, να τα πεζοπόρα του στρατού, οι λοκατζήδες και οι αλπινιστές. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν οι πιο εντυπωσιακοί στα παιδικά μου μάτια…. Με τις λευκές στολές τους και τα σκί επ’ ώμου, πίστευα πως ήταν η πιο διασκεδαστική μονάδα του στρατού, σαν μοντέλα έμοιαζαν κι όχι σαν φαντάροι.
Κι όλα αυτά για να μας πείσουν (ή να πειστούν;) για το αξιόμαχον του στρατεύματος. Να μας πείσουν πως αν μας την πέσει η Τουρκιά, οι κακοί κομμουνιστές από το Βορρά ή όποιος άλλος, ο στρατός θα είναι εκεί να μας προστατέψει.
Και ήρθε το 1974, την έπεσε η Τουρκιά στην Κύπρο, έφαγε τη μισή σε 2-3 μερούλες, έγινε η επιστράτευση, κι όταν γύρισαν πίσω οι μπαμπάδες και οι θείοι μας, καταλάβαμε πως όλες οι παρελάσεις κι οι παράτες και το εθνικόν ρίγος ήταν για τα μάτια του κόσμου και πως αν στ’ αλήθεια μας την έπεφτε τότενες η Τουρκιά, θα έφτανε στην Ακρόπολη σε μια μέρα. Ο αξιόμαχος στρατός δεν διέθετε ούτε τη μία, απαραίτητη, σφαίρα ανά φαντάρο για να μπορέσει να αυτοκτονήσει κι έτσι να μη πέσει στα χέρια του οχτρού.
Οπότε δεν μας χέζετε με τις παρελάσεις σας και με τα εθνικά ρίγη;

Παραληρήματος συνέχεια


Επειδή μεγάλη ταραχή γίνεται με ο διάλογο για την παιδεία ας βγάλω λίγο τα σώψυχά μου κι εγώ, συνεχίζοντας το παραλήρημα του της προηγούμενης ανάρτησης.
Πέρα από τα μεγαλόπνοα ή μη σχέδια και τις βαρύγδουπες και επιστημονικές κουβέντες εγώ ένα έχω να πω μιλώντας στον εαυτό μου.
Δεν ξέρω τι αλλαγές πρέπει να γίνουν σε επίπεδο εκπαιδευτικής πολιτικής το σίγουρο πάντως είναι πως ένα πράγμα δεν θα συζητηθεί καθόλου.
Ποιος είναι ο ρόλος του εκπαιδευτικού μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα;
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, πρέπει επειγόντως να επαναπροσδιορίσουμε το τι είμαστε εμείς οι εκπαιδευτικοί, τι δουλειά πρέπει να κάνουμε μέσα σ’ ένα σχολείο, ποιος είναι ο ρόλος μας βρε αδελφέ. Ή πιο επιστημονικά, ποια είναι η περιγραφή του επαγγελματικού μας προφίλ;
Χρόνια τώρα (και κάθε χρόνο και χειρότερα) βλέπω γύρω μου εκπαιδευτικούς μαμάδες/μπαμπάδες, εκπαιδευτικούς ψυχολόγους, εκπαιδευτικούς κοινωνικούς λειτουργούς, εκπαιδευτικούς ψυχίατρους, μαθητευόμενους μάγους, νταντάδες και πάει λέγοντας. Τρικυμία εν κρανίω για την κοινωνία και τρικυμία εν κρανίω δικό μας.
Τι σκατά πρέπει να κάνουμε μέσα σε μια τάξη;
Κι αυτό που βλέπω είναι πως όλο και λιγότερο μας ζητάνε όλοι να κάνουμε μάθημα, να μάθουμε στα παιδιά γράμματα όπως έλεγαν οι παλιοί, κι όλο περισσότερο να πρέπει να κάνουμε όλα τα άλλα. Κι εμείς ζαλισμένοι προσπαθούμε (όχι όλοι φυσικά) να ανταποκριθούμε σε όλα αυτά, συνήθως με μικρή επιτυχία.
Εσείς γονείς, όταν πάτε σε γιατρό γαστρεντερολόγο του ζητάτε να κάνει διάγνωση και για τα πνευμόνια σας και ολίγον ορθοπεδική κι άμα του περισσεύει χρόνος να ρίξει και μια ματιά στη φορολογική σας δήλωση; Πως διάολο τα θέλετε όλα από έναν δάσκαλο;
Και το αντίθετο, αν εσείς συνάδελφοι ήσασταν γιατροί γαστρεντερολόγοι θα προσπαθούσατε να το παίξετε και πνευμονολόγοι με ολίγον από λογιστές; Θα το θεωρούσατε φυσιολογικό αυτό;
Εγώ πάντως δηλώνω αδυναμία, δεν τα ξέρω όλα, δεν μπορώ να τα κάνω όλα και κυρίως δεν θέλω να τα κάνω όλα.
Διάβασα πριν από λίγο και το άλλο, υποθέτω από συνάδελφο, πάνω σε μια φράση που αποδίδεται στον Α. Λιάκο και έλεγε (ο Λιάκος) πως πρέπει να μαθαίνουμε στα παιδιά πως να μαθαίνουν. Η απάντηση ήταν όλο αγανάκτηση τύπου «φτάνει πια με το ΠΩΣ μαθαίνουν τα παιδιά, το θέμα είναι ΤΙ μαθαίνουν».
Ρε γαμώτο, το θέμα δεν είναι μόνο το τι μαθαίνουν (τι προσπαθούμε να τους μάθουμε καλύτερα) αλλά και πως το μαθαίνουν (τους το μαθαίνουμε)  και κυρίως αν προσπαθούμε να τους διδάξουμε πως να μαθαίνουν. Δεν θα έχουν πάντα δίπλα τους έναν δάσκαλο-δεκανίκι να τους δείχνει τι πρέπει να διαβάσουν, τι πρέπει να μάθουν. Δεν θα έχουν πάντα κάποιον να μασάει τα παξιμάδια για πάρτη τους μη τυχόν και σπάσουν τα δοντάκια τους. Για παράδειγμα, μου τη δίνει απεριόριστα η ερώτηση «σε ποια σελίδα κυρία;». Παθαίνω εγκεφαλικό. Που κολλάει σ’ όλα τα προηγούμενα αυτή η ερώτηση;
Τους κάποια πράγματα από ένα κεφάλαιο και τους λες «και τώρα θα κάνουμε μερικές ασκήσεις για να το καταλάβετε καλύτερα». Και αμέσως πέφτει η ερώτηση «σε ποια σελίδα κυρία;». Στην αρχή απαντούσα μέχρι που συνειδητοποίησα πως ρωτάνε επειδή απλώς βαριούνται να ψάξουν να βρουν στο βιβλίο το κεφάλαιο που μόλις διδάχτηκε και να δουν στο τέλος τις ασκήσεις. Γιατί άλλωστε να ψάχνουν αφού είναι πιο εύκολο να τους πει ο δάσκαλος τη σελίδα και να πάνε κατευθείαν; Λεπτομέρειες θα μου πείτε αλλά οι μικρές λεπτομέρειες μαζεμένες κάνουν τα παιδιά ανίκανα να σκεφτούν. Το έκοψα λοιπόν και δεν απαντάω ποτέ σ’ αυτή την ερώτηση λέγοντάς τους πως έχουν αρκετό μυαλό για να βρουν μέσα στο βιβλίο το κεφάλαιο που αναφέρεται σε όσα λέγαμε δύο λεπτά νωρίτερα και να βρουν τις ασκήσεις. Τα βιβλία έχουν μια λογική σειρά δεν είναι χύμα ό,τι νάναι όπου νάναι ώστε να είναι δύσκολο να βρεις τις ασκήσεις μιας θεματικής ενότητας. Με έμαθαν πλέον, παρ’ όλα αυτά όλο και κάποιος θα ρωτήσει κάθε φορά «σε ποια σελίδα κυρία;»και οι υπόλοιποι θα τους φωνάξουν εν χορώ «αφού ρε η κυρία δεν απαντάει σ’ αυτό….».
Δεν ξέρω αν έχουν καταλάβει γιατί δεν απαντώ, παρ’ όλο που κάθε φορά το εξηγώ, πιθανόν απλώς με θεωρούν εκκεντρική για να μην πω στριμένη. Παρ’ όλο που είναι κουραστικό να μην απαντώ (είναι πιο εύκολο να πω σελ. 56 και να τελειώνει εκεί το θέμα) το συνεχίζω σταθερά διότι πιστεύω πως είναι -φυσικά- πολύ σημαντικό το ΤΙ τους μαθαίνουμε αλλά είναι ακόμα πιο σημαντικό να φεύγουν από το σχολείο και να έχουν πάρει μια ιδέα πως να μαθαίνουν, με ποιο μίτο της Αριάδνης πλοηγείσαι στον λαβύρινθο της οποιασδήποτε γνώσης. Ίσως κάποια στιγμή κάποιο απ’ αυτά καταλάβει πως κάτι ήθελε να τους μάθει εκείνη η στριμένη κυρία και γιαυτό δεν απαντούσε στην απλή ερώτηση «σε ποια σελίδα κυρία;»

ΥΓ. Κάποιες φορές η ερώτηση είναι μονολεκτική: «Σελίδα;»

Είμαι καθηγήτρια και δεν είμαι καλά


sxoleio-paidiaΕίμαι καθηγήτρια τα τελευταία είκοσι χρόνια. Τα περισσότερα απ’ αυτά στην Τεχνική και Επαγγελματική εκπαίδευση. Πέρασα κι από ΙΕΚ, πέρασα κι από φορέα του Υπουργείου ως αποσπασμένη (είμαι βλέπετε περίεργος κι ανήσυχος τύπος και θέλω να τα βλέπω και να τα μαθαίνω όλα). Πέρασα και μια διετή διαθεσιμότητα και τελικά κατέληξα να διδάσκω μαθηματικά σ’ ένα γυμνάσιο στο κέντρο της Αθήνας.
Στα είκοσι αυτά χρόνια έζησα μεγάλες «μεταρρυθμίσεις», μικρές μεταρρυθμίσεις, ντεμί μεταρρυθμίσεις, αντιμεταρρυθμίσεις κι ότι βάλει ο νους του ανθρώπου. Μετά απ’ όλες αυτές τις «μεταρρυθμίσεις» το αποτέλεσμα είναι ένα. Τα πάντα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Όλοι μαζί, καθηγητές, μαθητές και γονείς, κυνηγάμε παραζαλισμένοι τις μεταρρυθμίσεις και μέχρι να καταλάβουμε τι συνέβη, τσουπ! εμφανίζεται η νέα μεταρρύθμιση, του νέου επίδοξου Παπανούτσου. Κι έτσι πηδώντας χαρωποί από μεταρρύθμιση σε μεταρρύθμιση, χάσαμε τη μπάλα.
Γράφω αυτό το κείμενο προσπαθώντας να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά, να καταλάβω ίσως τι δεν πάει καλά. Κι επειδή είμαι των θετικών επιστημών και τα λέω τσεκουράτα ας τα πιάσουμε από την αρχή. Γιατί έγινα καθηγήτρια; Γιατί ενώ, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, δούλευα σε μια καλοπληρωμένη δουλειά με «κύρος», τα παράτησα όλα και αποφάσισα να δουλέψω στο δημόσιο σχολείο με πολύ λιγότερα χρήματα;
Η απάντηση είναι διπλή. Πρώτον γιατί ξαφνικά συνειδητοποίησα πως μου έλειπε η «μυρωδιά» του σχολείου ή καλύτερα η μυρωδιά ενός χώρου όπου υπάρχει η διαδικασία της μάθησης. Και δεύτερον γιατί μου άρεσε και μου αρέσει να μοιράζομαι, να μοιράζομαι τα πράγματα που μου αρέσουν και πιστεύω πως αξίζουν να τα μοιραστώ.
Αυτοί ήταν οι δύο λόγοι που με οδήγησαν στο δημόσιο σχολείο κι όχι οι καλοκαιρινές διακοπές. Ακόμα και τότε, στο μακρινό 1995, η πρώτη επαφή μου με το σχολείο ήταν σοκαριστική, βρήκα ένα σχολείο που σε τίποτε δεν θύμιζε το σχολείο που άφησα αρκετά χρόνια πριν. Παρ’ όλα αυτά ακόμα κι εκείνο το σχολείο που τότε με σόκαρε τώρα φαντάζει στα μάτια μου σαν κολέγιο.
Τι άλλαξε; Γιατί κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι γκρινιάζουν για το χάλι του σχολείου; Γιατί κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι μαθητές λένε πως μισούν το σχολείο κι έρχονται σ’ αυτό «με το πιστόλι στο κρόταφο» επειδή τους υποχρεώνουν οι γονείς τους; Τι δεν κάνουμε όλοι μας καλά;
Απάντηση εύκολη δεν υπάρχει αλλά ψυχανεμίζομαι πως το πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός πως το μπερδέψαμε το καημένο το σχολείο. Νομίζω πως η αλήθεια κρύβεται σε μια φράση που επαναλαμβάνουν οι παλιότεροι κάθε φορά που νοσταλγούν το σχολείο του καιρού τους, «Τότε μαθαίναμε γράμματα, δεν βγαίναμε από το σχολείο στουρνάρια. Το φοβόμασταν αλλά μαθαίναμε γράμματα». Για μένα αυτή είναι η φράση κλειδί.
Το σχολείο σαράντα ή πενήντα χρόνια πριν είχε αυστηρότητα, ξύλο και δάσκαλους πολύ λιγότερο μορφωμένους από τους σημερινούς. Γιατί το νοσταλγούν όσοι το έζησαν; Η δική μου απάντηση είναι πως το νοσταλγούν επειδή τότε ήταν ξεκάθαρος ο ρόλος του, ξεκάθαρος κι ο ρόλος των δασκάλων και τέλος ήταν ξεκάθαρο τι περίμεναν μαθητές και γονείς από το σχολείο και τους δάσκαλους. Περίμεναν να μάθουν γράμματα και τίποτε άλλο.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια που βρίσκομαι στην εκπαίδευση τίποτε δεν είναι ξεκάθαρο. Οι γονείς τα θέλουν όλα από το σχολείο και το δάσκαλο. Θέλουν  να μάθει στα παιδιά τους γράμματα αλλά και να τα νταντέψει, να τα καταλάβει, να τα γιατρέψει, να είναι ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, φίλος, να είναι αυστηρός αλλά και να μην είναι, με λίγα λόγια να είναι γονιός, δάσκαλος και γιατρός μαζί.
Ο (κακοπληρωμένος) δάσκαλος από την άλλη είτε προσπαθεί ν’ αντεπεξέλθει με επιτυχία σε όλους αυτούς τους ρόλους για τους οποίους δεν έχει καν προετοιμαστεί και εκπαιδευτεί είτε τα παρατάει ξεπνοημένος και απλώς διεκπεραιώνει. Άλλωστε μέχρι να καταλάβει τι του ζητάνε, έρχεται η επόμενη μεταρρύθμιση και τον απορυθμίζει και φτου κι απ’ την αρχή.
Τέλος, ο μαθητής δεν βρίσκει τίποτε ενδιαφέρον σ’ όλα αυτά και απλά μισεί το σχολείο. Ανάλογα τον ψυχισμό του είτε κάνει υπομονή μέχρι να τελειώσει το βασανιστήριο είτε γίνεται θιασώτης της ιδέας πως «το σχολείο φωτίζει μόνον όταν καίγεται»
Κι η Πολιτεία, το Υπουργείο, το Κράτος; Τι κάνουν αυτά; Αυτά απλώς ετοιμάζουν πάντα μια καινούρια «μεταρρύθμιση», συνήθως στο πόδι και αντιγράφοντας ακόμα ένα «επιτυχημένο» μοντέλο από το εξωτερικό χωρίς ποτέ να λάβουν υπόψη πως αυτό το επιτυχημένο μοντέλο πέτυχε γιατί απευθυνόταν σε μια άλλη χώρα, σε μια άλλη κοινωνία, σε μια διαφορετική οικονομία και δοκιμάστηκε πριν εφαρμοστεί, διορθώθηκαν οι δυσλειτουργίες του και μετά εφαρμόστηκε για αρκετά χρόνια μιας και στην Εσπερία δεν έχουν χόμπι τις «μεταρρυθμίσεις» για να μη βαριόμαστε στη ρουτίνα.

Ο φασισμός δεν έρχεται από το μέλλον


Μα πάλι θέ ν’ απλώσει σα χολέρα
πατώντας πάνω στην ανεμελιά σου,
και δίπλα σου θα φτάσει κάποια μέρα
αν χάσεις τα ταξικά γυαλιά σου.

Πολύς κόσμος τα έχασε τα ταξικά γυαλιά του και ακόμα χαμένα τα έχει. Αν είχαν μείνει τα γυαλιά μας στη θέση τους, δεν θα πέφταμε τα τελευταία χρόνια, αλλά και μέχρι σήμερα κάποιοι, από τα σύννεφα για τα ποσοστά της ΧΑ, για την αφισοκόλληση της οροθετικής στη Λέσβο και για όλα τα φαινόμενα εκφασισμού της κοινωνίας μας.

Καταλάβατε φίλοι, γνωστοί και πρώην σύντροφοι; Ψάξτε να βρείτε τα ταξικά γυαλιά σας για να δείτε καλά τριγύρω σας, σε ποιο κόσμο ζείτε αλλά κυρίως σε ποια τάξη ανήκετε. Κι αφήστε τις μεταμοντερνιές περί του «τέλους των μεγάλων αφηγήσεων» και του «τέλους της πάλης των τάξεων». Η πάλη των τάξεων θα τελειώσει όταν δεν θα υπάρχουν τάξεις, μέχρι τότε καλά θα κάνετε να βρείτε και να στερεώσετε καλά τα ταξικά γυαλιά σας στη μύτη κι ν’ αφήσετε τις δηθενιές.

Κάποιοι άλλοι αφήστε το επαναστατικό know how, το από καθέδρας ύφος, την -από τη σιγουριά της δουλειάς και του σπιτιού σας- επαναστατική καθοδήγηση και μη κουνάτε επαναστατικά το δάχτυλο κάτω από τη μύτη ανθρώπων που αγωνίζονται με νύχια και με δόντια για να σταθούν στα πόδια τους ή για να μη χάσουν τη δουλειά τους. Μη τους λοιδωρείτε και μη τους σνομπάρετε επειδή δεν υπήρξαν μια ζωή επαναστάτες και βγήκαν στους δρόμους τώρα που «ξεβολεύτηκαν». Αυτοί τουλάχιστον βγήκαν στους δρόμους να διεκδικήσουν -έστω και με μη ενδεδειγμένους κατά την επαναστατική σας άποψη- τρόπους το δίκιο τους, κάποιοι άλλοι απλώς κλαίνε τη μοίρα τους ή γλείφουν δεξιά και αριστερά για να βρουν κάπου να ξανακουρνιάσουν.  Η έξοδος όμως στο δρόμο θα μεταλλάξει κάποιους και θα τους οδηγήσει στο να βάλουν τα ταξικά γυαλιά τα οποία πιθανόν ποτέ δεν είχαν.

επέτειος


10492456_10202736208915345_3246488563712231186_n

Νομίζω πως είναι η καλύτερη φωτογραφία για να σχολίασω μιαν επέτειο. Σήμερα κλείνει ένας χρόνος από κείνο το ζεστό απόγευμα που έμαθα από την Τρέμη πως καταργήθηκα. Και μαζί με μένα καταργήθηκαν οι μαθητές μου, η ειδικότητά μου στο σχολείο και οι ειδικότητες άλλων 2400 συναδέλφων και κοντά 20.000 μαθητών.

Ένας χρόνος πέρασε, με δεκάδες πορείες, συλλαλητήρια, χημικά, καταλήψεις υπουργείων και πολιτικών γραφείων, ξύλο με τα ΜΑΤ, υποσχέσεις, καταθλίψεις, αγώνων, αγωνιών….. Ένας χρόνος και είμαστε οι περισσότεροι ακόμα στην ίδια κατάσταση. Έγιναν εκλογές, ανασχηματισμός, άλλαξε ο υπουργός, οι υφυπουργοί, άλλαξαν τα σχολεία κι εμείς ακόμα είμαστε εκεί που ξεκινήσαμε σχεδόν.

Και ο κόσμος γύρω μας σωριάζεται…….

Τακ, τακ, τακ, τακ…..


Οι μέρες πλέον έχουν αρχίσει να μετράνε ανάποδα. Τακ, τακ, τακ, τακ… σαν χρονόμετρο που μετράει την απόσταση από την ανεργία. Πέρασαν έξι μήνες, μένουν άλλοι δύο. Σαν το μαρτύριο της σταγόνας που σταλάζει στο μέτωπό σου και σε κάθε τακ περιμένεις το πως θα τρυπήσει το μέτωπο σου για να ξεχυθούν τα μυαλά σου έξω. Όχι, δεν είναι ακόμα η ώρα, πρέπει να πέσουν κι άλλες σταγόνες. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι, 61 ημέρες, 1,464 ώρες, 87.840 λεπτά, 5.270.400 δευτερόλεπτα. Τόσες σταγόνες σε χωρίζουν από την ανεργία και ήδη, μέχρι να γράψεις αυτές τις λέξεις, χάθηκαν μερικές. Όπως και να τα μετρήσεις δεν βγαίνει ο λογαριασμός, γεμίσαμε αριθμούς που τους μετράμε. Πόσα μόρια έχεις; τα μετράς και τα ξαναμετράς, αύριο θα τα δεις και επίσημα μετρημένα, αλλά όσο και να τα μετράς και να ψάχνεις μπας και ξέχασες κανένα μόριο κρυμμένο σε τσέπη, ξεχασμένο σαν κέρματα που τα πέταξες κάποια στιγμή και τα ξέχασες, αυτά μένουν ίδια. Τι μετράει στα μόρια, ποια χαρτιά; Χαρτιά έχεις αλλά δεν μετράνε, έχεις άλλα απ’ αυτά που μετράνε. Δεν μετράει ούτε η αγάπη σου για τη δουλειά σου, ούτε η ανάγκη σου, ούτε τα πτυχία σου. Μετράνε άλλα πτυχία που δεν τα έχεις, μετράει ο ΑΣΕΠ που δεν υπήρχε όταν διορίστηκες και πρέπει το κράτος να τιμωρήσει εσένα και όσους δεν το προβλέψανε, δεν πήγανε σε μάγισσες και χαρτορρίχτρες να τους πουν το μέλλον, που έλεγε πως κάποια στιγμή, κάποιος Αρσένης θα αλλάξει το σύστημα κι πως έπρεπε να περιμένετε γιατί κάποια άλλη στιγμή, το κράτος θα σας τιμωρούσε γιαυτή την απρονοησιά σας.

Περιμένεις….. τακ, τακ, τακ, τακ, φαγώγηκαν μερικά ακόμα δευτερόλεπτα. Υποσχέσεις… «θα επιστρέψουν δεύτερα πτυχία, έχουμε ανάγκη από μαθηματικούς…». Επέστρεψαν… κάποια, όχι το δικό σου. Κι αυτά τα κάποια δεν έκαναν όλα αίτηση να γυρίσουν, είχαν ΑΣΕΠ και θα πάνε σε ΙΕΚ, γιατί να διαβάσουν από την αρχή καινούρια πράγματα ή μάλλον παλιά, παρατημένα για χρόνια; Υποσχέσεις ξανά…. «ήταν άδικο, αβλεψία, σας χρειαζόμαστε, σας αδικήσαμε και θα επανορθώσουμε…… όπου νάναι θα ξαναπροκηρυχθούν δεύτερα πτυχία» λέει ο Λ. Αναθαρρείς, περιμένεις, θα ξαναμπείς σε τάξη… ίσως…. ίσως δεν μείνεις άνεργη… Και μετά ο Λ. τα παίρνει στο κρανίο «μ’ έχετε γαμήσει» λέει σε κάποιους, σπάει το κινητό του, κοπανάει τοίχους και πόρτες και φεύγει. «Ρε δε γαμιέστε, εμείς θέλουμε να απολύσουμε 400 κι εσείς με τις μαλακίες σας θα καταφέρετε ν’ απολυθείτε περισσότεροι….» σκέφτεται, και κάνει πάσα το θέμα στον Β. αλλά ο Β. δεν έχει ιδέα για το θέμα, υποθέτεις πως δεν θέλει καν ν’ αποκτήσει. Παίρνεις τηλέφωνο να μάθεις. Η γραμματέας του, γνωστή σου από παλιά, «δεν ξέρω, δεν έχει ενημερωθεί, δεν ξέρω ποιος θα αναλάβει το θέμα.. ξαναπάρε κατά το τέλος της βδομάδας». Κι εσύ βουλιάζεις στο αδιέξοδο, ποιό τέλος της βδομάδας; Που ζούνε; Δεν ακουν το τακ, τακ, τακ, τακ…… Όχι, δεν το ακούνε, δεν νοιάζονται, δεν χτυπάει γι’ αυτούς.

Σκέφτεσαι, ξανασκέφτεσαι, μετράς και ξαναμετράς… δεν βγαίνουν τα νούμερα. Σε δύο μήνες δεν θα βγαίνουν τα νούμερα καθόλου. ΔΕΗ, ΟΤΕ, δάνειο, φαγητό, γερμανικά, χαράτσια, φόροι….. δεν βγαίνουν. Σκέφτεσαι θα κάνεις αίτηση για σύνταξη, έχεις θεμελιώσει δικαίωμα και κάποιοι σε μακαρίζουν που έχεις κι αυτό σαν λύση απελπισίας. Και για σένα λύση απελπισίας είναι, εσύ δεν ήθελες να βγεις στη σύνταξη, έλεγες «είναι νωρίς ρε παιδιά, δεν με πήραν δα και τα χρόνια. Άλλωστε μου αρέσει να δουλεύω, τι θα κάνω στο σπίτι; Θα σαπίσω…». Τώρα σκέφτεσαι πως δεν είναι μόνο το σάπισμα, είναι και το ότι θα μετατρέψουν σε επίδομα τη σύνταξη, το λένε όλοι. Ένα επίδομα 360 ευρώ ίσα για να πάρεις μια φρατζόλα ψωμί τη μέρα να μη ψοφήσεις απ’ την πείνα. Ούτε όμως ψωμί δεν θα μπορείς να πάρεις, τα 300 θα στα παίρνουν πίσω. Το δάνειο βλέπεις, η εξαγορά των πλασματικών για να καταφέρεις να θεμελιώσεις το «δικαίωμα». Δικαίωμα… ας γελάσω….. Δεν υπάρχουν πια δικαιώματα, μόνο υποχρεώσεις υπάρχουν. Κι ο χρόνος που μετράει αμείλικτος ανάποδα.

Τακ, τακ, τακ, τακ…… Η εγχείρηση πέτυχε αλλά ο ασθενής απέθανε. Μπορείς όμως να περηφανεύεσαι, απέθανες αλλά το κράτος σώθηκε….

 

πρωτοχρονιές


10_2_0Ο μπαμπάς την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πάντα δούλευε. Μάλλον έβγαζε καλό μεροκάματο και δεν ήθελε να το χάσει, δεν ήμασταν δα και πλούσιοι. Συγγενείς δεν είχαμε (είχαμε δλδ αλλά δεν μιλιόμασταν) κι όλες τις γιορτές, Πάσχα, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά τις περνούσαμε μονάχοι μας. Πόσο ζήλευα τα άλλα παιδιά που έλεγαν «θα φάμε στο θείο μας, στις ξαδέλφες….», που διηγούνταν τη Δευτέρα πως πέρασαν με τα ξαδέλφια τους, τι φαγητά έφτιαξαν οι θείες τους, τι τραγούδησαν και πόσο παραπάνω ήπιαν οι θείοι τους. Εγώ δεν είχα τίποτε να διηγηθώ, δεν θυμόμουν κανένα μεγάλο οικογενειακό τραπέζι και το βούλωνα όταν άκουγα διηγήσεις. Τι να έλεγα; Ήξερα πως είχα πολλά ξαδέλφια αλλά με ελάχιστα απ’ αυτές και πολύ λίγες φορές έπαιξα και γέλασα. Όταν μεγαλώσαμε λίγο και μπήκαμε στην εφηβεία άλλαξε το σκηνικό. Τα παιδιά της γειτονιάς άρχισαν να βαριούνται τα οικογενειακά τραπέζια, ήθελαν ν’ αρχίσουν να βγαίνουν μόνα τους, είχαν βαρεθεί τις θείες που τσιμππάνε μάγουλα και σε φιλάνε αφήνοντας σάλια στο μάγουλο και τα μωρά ξαδέλφια που σκούζουν και μπουσουλάνε. Εγώ ακόμα τα ζηλευα, είχαν ξάδελφους και μπορούσαν να βγαίνουν μαζί τους και με τους φίλους τους. Εμείς μόνο τρία κορίτσια στην οικογένεια, δεν υπήρχε διέξοδος, δεν υπήρχε μεγάλος αδελφός, δεν υπήρχε ξάδελφος να μας αφήσουν να βγούμε μαζί τους και αφού θα είχαμε οικογενειακό «προστάτη» να επιστρέψουμε λίγο πιο αργά χωρίς να γίνει σαματάς και καυγάς.

Ο μπαμπάς την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πάντα δούλευε. Κι η μαμά δούλευε. Η γιαγιά έφτιαχνε φαγητό, περιμέναμε να έρθουν τα μεσάνυχτα, να σβήσουμε τα φώτα, ν’ ανοίξουμε τις βρύσες για να ρέουν τ’ αγαθά τη νέα χρονιά όπως το νερό της βρύσης, να ακούσουμε τα βεγγαλικά και την αλλαγή της χρονιάς στο ραδιόφωνο και να ευχηθούμε μεταξύ μας «Καλή χρονιά». Μέχρι τα μεσάνυχτα προσπαθούσα να φτιάξω κλίμα εορταστικό, ήθελα απεγνωσμένα να νιώσω πως η βραδιά είναι διαφορετική, πιο «λαμπερή» από όλες τις άλλες του χρόνου αλλά δεν θυμάμαι να τα κατάφερα ποτέ. Δεν ήξερα και τι ακριβώς σημαίνει αυτό το Λαμπερή» αλλά ήμουν σίγουρη πως σε μια «λαμπερή» βραδιά εμείς δεν θα φορούσαμε τα καθημερινά μας ρούχα, δεν θα παίζαμε μεταξύ μας «πάρτα όλα» με φασόλια μόνες μας όπως κάθε άλλη μέρα, η μαμά δεν θα έκανε μπάνιο μέχρι τελευταία στιγμή επειδή είχε γυρίσει αργά από τη δουλειά και θα φορούσε ένα όμορφο φουστάνι, θα χαμογελούσε θα ήταν ξεκούραστη και δεν θα είχε νεύρα, ο μπαμπάς θα ήταν σπίτι από νωρίς και θα φορούσε κι αυτός τα «καλά» του και θα είχαμε κόσμο, συγγενείς και φίλους και ξαδέλφια και όλοι θα γελούσαμε και θα τραγουδούσαμε. Κι όταν άλλαζε ο χρόνος όλοι θα αγκαλιαζόμασταν και θα φιλιόμασταν και θα τα αλλάζαμε δώρα που θα βρίσκονταν κάτω από το δέντρο και τα δώρα θα ήταν ό,τι τραβούσε η ψυχή μας. Και δεν θα νυστάζαμε νωρίς, θα ξενυχτούσαμε έτσι μεσ’ την ευτυχία μέχρι το πρωί.

Σαν ταινία είχα μέσα στο μυαλό μου τις «λαμπερές» νύχτες αν και δεν είχα δει πολλές ταινίες και δεν υπήρχε τηλεόραση για να υπάρχουν και διοαφημίσεις. Έτσι όμως είχα μεταφράσει τις διηγήσεις των άλλων παιδιών της γειτονιάς για το πως πέρναγαν τις γιορτές. Στο σπίτι μας υπήρχε ησυχία εκτός από τις φωνές μας αλλά μετά πολλές φορές καταλήγαμε σε αψιμαχίες και η μαμά νευρίαζε γιατί ήταν κουρασμένη. Η γιαγιά όμως έψηνε ωραία πιτάκια με τυρί στο τηγάνι, έφτιαχνε τηγανίτες και είχαμε σακούλες γεμάτες με ξηρούς καρπούς που τους σπάγαμε με τις ώρες και φτιάχναμε στίβες από τσόφλια. Κι όταν άλλαζε ο χρόνος πηγαίναμε μετά από λίγο για ύπνο και σπάνια μας πετύχαινε ξύπνιες ο μπαμπάς που έκανε ποδαρικό στο σπίτι, σχεδόν πάντα αυτός.

Θυμάμαι τις παραμονές αλλά δεν θυμάμαι καθόλου τις Πρωτοχρονιές ανήμερα. Μάλλον θα ήταν εξαιρετικά αδιάφορες, σαν κάθε μέρα άντε το πολύ πολύ σαν κάθε Κυριακή.

το πράσινο μίλι


Είναι κάποιες μέρες που μου κολλάει στο μυαλό σαν τσίχλα μια φράση ή ένας στίχος. Νταξ, δεν είναι κάτι μοναδικό, σε όλους συμβαίνει αλλά λέμε τώρα…… Συνήθως ψάχνω να βρω από που ξεκινάει αυτό, ποιο ήταν το πρωταρχικό ερέθισμα που δεν συνειδητοποίησα. Συνήθως είναι ένα χαζοτράγουδο που άκουσα ασυναίσθητα ή μια φράση από διαφήμιση που πέτυχε -εν μέρει- το σκοπό της, αφού μια διαφήμιση είναι πετυχημένη όταν θυμάσαι ποιον και τι διαφημίζει κι όχι το σλόγκαν. Ξέφυγα πάλι από το θέμα μου….. το παθαίνω τώρα τελευταία, γι’ αλλού κινώ κι αλλού βρίσκομαι.

Σήμερα λοιπόν σκεφτόμουν συνεχώς τη φράση «το πράσινο μίλι». Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως αυτός είναι ο τίτλος μιας ταινίας (The Green Mile). Καλή ταινία με τον  Tom Hanks αλλά ήταν περίεργο πως μου κόλλησε, δεν την είδα χτες ούτε συζήτησα κάτι γι’ αυτήν. Περίεργο……

Αργότερα κατάλαβα πως μου κόλλησε. Η ταινία διηγείται τα υπερφυσικά γεγονότα που συνέβησαν στην πτέρυγα θανατοποινιτών μιας αμερικάνικης φυλακής. Στην πτέρυγα αυτή είχε δοθεί από τους φύλακες το όνομα «Πράσινο μίλι»  επειδή οι θανατοποινίτες που περπατούν προς την εκτέλεσή τους λέγεται ότι περπατούν το «τελευταίο μίλι» τους προς την ηλεκτρική καρέκλα. Ναι, καλά όλα αυτά αλλά τι σχέση έχουν αυτά με μένα;

Έχει, έτσι νιώθω κι εγώ. Σαν να ζω στην πτέρυγα των θανατοποινιτών περιμένοντας την εκτέλεση. Νταξ, δεν θα χάσω τη ζωή μου αλλά αν δεν αλλάξει κάτι θα χάσω τα μέσα για να ζω τη ζωή μου. Έτσι είμαστε όλοι τους τελευταίους τρεις μήνες. Έχει επιδικαστεί η ποινή, απόλυση. Περιμένουμε όμως μέχρι να εκτελεστεί, οκτώ μήνες αναμονή και ταυτόχρονα συμβαίνουν όλα αυτά που έχουμε διαβάσει ή έχουμε δει σε ταινίες με θανατοποινίτες. Και να οι εφέσεις, οι συνεννοήσεις με τους δικηγόρους, οι ελπίδες για ένα θαύμα, να οι συγκεντρώσεις με τα πανώ και τις πικέτες «Free Τάδε» έξω από τη φυλακή ή μπροστά στο υπουργείο, να οι εκδηλώσεις συμπαράστασης, οι ερωτήσεις και οι παρεμβάσεις των αλληλέγγυων, οι ανακοινώσεις του υπουργού, οι διαβεβαιώσεις, τα μίση και τα πάθη ανάμεσα στους θανατοποινίτες, η διαφορετικές αντιδράσεις ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία τους απέναντι στο επικείμενο τέλος, την εκτέλεση.

Να λοιπόν πόθεν η φράση στο κεφάλι μου. Αυτό είμαστε, ζούμε στο πράσινο μίλι μας περιμένοντας την ώρα μας για την «καρέκλα»