10 μέρες, 10 ταινές (μέρα δεύτερη)


Αυτές οι μέρες βοηθάνε να σκεφτώ και να γράψω για τις δέκα ταινίες που είδα και δεν τις ξεχνώ. Όλος ο κόσμος βλέπει Mundial, οι άντρες της οικογένειας βλέπουν Mundial αλλά εγώ το βαριέμαι. Βαριέμαι και να χαζεύω χωρίς λόγο στο διαδίκτυο οπότε για να μη σέρνομαι χωρίς λόγο στο σπίτι σαν το φάντασμα, το να σκέφτομαι και να γράφω για ταινίες είναι μια κάποια λύση.

tommy_film_posterΔεύτερη μέρα λοιπόν και το Tommy. Δεν ξέρω αν θεωρείται αριστούργημα, είναι όμως η πρώτη ταινία που είδα στο σινεμά μόνη, χωρίς τους γονείς εννοώ. Πρέπει να ήμουν γύρω στα 14, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση τότε που άρχισαν να έρχονται στην Ελλάδα ταινίες χωρίς λογοκρισία. Κι όταν λέω πήγα σινεμά μόνη μου εννοείται πως είχα μαζί μου και τις μικρότερες αδελφές μου αφού δεν υπήρχε περίπτωση να βγω από το σπίτι χωρίς να πει η μαμά «να πάρεις και τις μικρές μαζί σου…». Τις πήρα λοιπόν και πήγαμε, δεν θυμάμαι σε ποιον κινηματογράφο, φαντάζομαι σε κάποιον από τους πολλούς που είχε εκείνα τα χρόνια στη γειτονιά μου. Η ταινία με εντυπωσίασε αν και μαθημένη μέχρι τότε σε απλές ταινίες με αρχή, μέση και τέλος, δεν κατάλαβα τίποτε. Για να μη μιλήσω για το πρήξιμο που έφαγα από τις μικρές που κατάλαβαν επίσης τίποτε αλλά εκείνες το φώναζαν κιόλας και με ζάλιζαν να φύγουμε. Εγώ σαν πιο ψυχαναγκαστική ήθελα να μείνω μέχρι το τέλος να δω που θα καταλήξει όλα αυτό. Τους The Who εννοείται πως δεν τους ήξερα αλλά μου άρεσε η μουσική και βγαίνοντας από την αίθουσα δεν είχα την αίσθηση πως ήταν δυο χαμένες ώρες, αν δεν είχα και το πρήξιμο από τις άλλες δύο θα ήταν ακόμη καλύτερα. Δικαίως βέβαια γκρίνιαζαν οι καημένες, ήταν γύρω στα 12 τότε, τι περίμενα κι εγώ; Ολοκληρωμένη δεν την ξανάδα ποτέ από τότε.

Η υπόθεση

Ποια υπόθεση; Η ταινία Tommy είναι ένα δραματικό μιούζικαλ φαντασίας βασισμένη στην ροκ όπερα την οποία είχα συνθέσει οι Who το 1969 με τίτλο Tommy και αφορούσε την ζωή ενός παιδιού με ειδικές ανάγκες και τις εμπειρίες τους από την ζωή αλλά και τις σχέσεις του με την οικογένεια.

Όπως και η ταινία έτσι και το soundtrack της ταινίας είναι βασισμένο στο δίσκο που κυκλοφόρησαν οι Who, με τον Pete Townshendεκτός από την σύνθεση να επιβλέπει και όλη την παραγωγή του δίσκου φέρνοντας την μουσική της ταινίας πολύ κοντά στις ροκ ρίζες του. Επιπλέον προστέθηκαν αρκετά ορχηστρικά κομμάτια, τα οποία ο Townshend είχε σκεφτεί και για την κυκλοφορία του δίσκου, αλλά δεν είχαν μπει στην αρχική ηχογράφηση. Κατά την νεότερη ηχογράφηση για την ταινία τα ορχηστρικά μέρη γράφτηκαν κατά κύριο λόγο με την χρήση συνθεσάιζερ.

Στον δίσκο της ταινίας εκτός από τους ηθοποιούς με πρώτο και σημαντικότερο τον Jack Nicholson και τους ίδιους τους Who συμμετείχαν και πολλοί άλλοι μουσικοί με γνωστότερους τους Elton JohnTina Turner και Eric Clapton.

Το κομμάτι “Pinball Wizard” με τον Elton John έγινε τεράστια επιτυχία όταν κυκλοφόρησε ως single, ενώ ο δίσκος έφτασε στο No2 του Billboard Pop Char και στο No 21 του Βρετανικού chart.

Το άλλο τραγούδι που μου άρεσε τότε ήταν το See Me, Feel Me

Η ταινία όπως και να το κάνουμε, ήταν πολύ εντυπωσιάκη για μία έφηβη στη δεκαετία του ’70 που μέχρι τότε είχε δει μόνον ελληνικές και τούρκικες ταινίες στα σινεμά β’ προβολής της γειτονιάς της. Αν και εντελώς απρόσμενα είχε δει και το Woodstock τις λίγες μέρες που πρόλαβε να μείνει σε αίθουσα πριν το κατεβάσουν, πάλι σ» ένα κινηματογράφο της γειτονιάς της αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Και κάπως έτσι άρχισε ο έρωτας με τη rock μουσική, ένας έρωτας που κρατάει ακόμα….

Advertisements

10 μέρες και 10 ταινίες


mv5bmjrky2vhyzmtzwqyns00oty2lwe5ntatyjlhnmqyyze5mmuxxkeyxkfqcgdeqxvymtqxnzmzndi-_v1_sy1000_cr006611000_al_Στα social media, και κυρίως στο Facebook, πολλές φορές παίζονται διάφορα παιχνίδια – αλυσίδες. Το ξεκινάει κάποιος και δίνει τη σκυτάλη σε κάποιον άλλο κι αυτός σε κάποιον άλλο και πάει λέγοντας…. Τα παιχνίδια αυτά είναι του τύπου «οι δέκα καλύτερες ταινίες μου», «οι είκοσι ωραιότεροι άντρες μου… (χο χο χο) και πάει λέγοντας. Συνήθως βαριέμαι αλλά αν πρόκειται για βιβλία, μουσικές και ταινίες κάτι με γαργαλάει. Επειδή όμως εκεί συνήθως δεν λες κάτι για τις επιλογές σου, απλώς τις δείχνεις, λέω ν’ αλλάξω τους κανόνες και να το κάνω εδώ, μόνη μου, χωρίς σκυτάλες και αλυσίδες.

Δέκα μέρες λοιπόν και δέκα ταινίες χωρίς αξιολογική σειρά, ημέρα πρώτη:

Αγκίρε, η μάστιγα του Θεού Aguirre, der Zorn Gottes (original title)

Γερμανική ταινία, σκηνοθεσία Βέρνερ Χέρτζογκ με τους: Κλάους Κίνσκι

Υπόθεση:

16ος αιώνας στις περουβιανές Άνδεις: Μια εξερευνητική αποστολή Ισπανών κονκισταδόρων αναζητά το Ελδοράδο, τη μυθική χώρα χρυσού των Ίνκας. Ο διψασμένος για εξουσία Αγκίρε παρακάμπτει ανωτέρους και ανακηρύσσει εαυτόν αρχηγό του στρατιωτικού αποσπάσματος που κατεβαίνει με σχεδίες τον Αμαζόνιο. Μέσα σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον με την πείνα, την εξάντληση, τις αρρώστιες και τα φαρμακερά βέλη των Ινδιάνων να θερίζουν, παράφρων πια, ο Αγκίρε ονειρεύεται εξουσία και μεγαλεία, ονειρεύεται να γράψει ιστορία ως κυρίαρχος του Ελδοράδο και διεξάγει τον ολοκληρωτικό πόλεμο ενάντια στον θεό και τον κόσμο όλο. Συνέχεια

Στην Κατεχάκη


Σήμερα το πρωί βρέθηκα στην Κατεχάκη μαζί με δεκάδες πρόσφυγες που ζητούν άσυλο. Τι δουλειά, θα μου πείτε, είχε η αφεντιά μου εκεί; Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά…

asylou_2Από τον Ιούνιο μένει στο διπλανό διαμέρισμα μια οικογένεια κούρδων προσφύγων από τη Συρία, η Σάλμα με τα τρία παιδιά της. Εικοσιεννιά χρονών η Σάλμα, με τρία παιδιά ηλικίας 3, 6 και 10 χρόνων, ξεκίνησε πριν ένα χρόνο το μακρύ ταξίδι από τις κουρδικές περιοχές της Συρίας για την Ευρώπη. Ο άντρας της ήταν ήδη ενάμισυ χρόνο στη Νορβηγία και ξεκίνησε να τον βρει. Στην περιοχή τους μαίνεται ο πόλεμος και ως κούρδοι έχουν τριπλά προβλήματα καθώς τους κυνηγάει και το καθεστώς του Άσαντ και οι αντάρτες και ο ISIS ή DAESH όπως λέγεται σε κείνα τα μέρη. Ο άντρας της ο Μαχμούντ ήταν μανάβης και δούλευε μ’ ένα μικρό αυτοκίνητο σε τοπική λαϊκή αγορά. Ένα πρωί ξεκίνησε χαράματα για τη δουλειά αλλά δεν γύρισε. Έφαγαν τον κόσμο να τον βρουν και τελικά κατάφεραν να μάθουν πως τον είχαν απαγάγει οι DAESH οι οποίοι έχουν την εξής πρακτική. Απαγάγουν κάποιον και στέλνουν μήνυμα ζητώντας λύτρα. Αν η οικογένεια δεν τα δώσει βρίσκουν απλώς το κεφάλι του απαχθέντα στο κατώφλι τους «προς γνώσιν και συμμόρφωσιν» των υπολοίπων. Για να μη βρουν το κεφάλι του Μαχμούντ στο κατώφλι τους μάζεψαν από φίλους και συγγενείς το ποσό και το έδωσαν στους DAESH και τελικά ο Μαχμούντ γύρισε σπίτι του. Γύρισε αλλά δεν ξαναβγήκε. Σταμάτησε να τρώει, να κοιμάται, είχε φρικάρει εντελώς και δεν μίλησε ποτέ για όσα είδε και έπαθε τις μέρες της αιχμαλωσίας του. Ξανά οικογενειακό συμβούλιο, μίλησαν και με την αδελφή του που ήταν ήδη στη Νορβηγία και αποφάσισαν πως ο Μαχμούντ έπρεπε να φύγει πάση θυσία. Αυτό και έγινε, του έστειλε κάποια χρήματα η αδελφή του και ξεκίνησε. Ήταν από τους τυχερούς που πέρασε από την Ελλάδα πριν έρθουν τα μιλιούνια το 2015 και κατάφερε να φτάσει στη Νορβηγία όπου πήρε κάρτα εργασίας και παραμονής. Η Σάλμα έμεινε στην πόλη τους. Όταν άρχισαν συνεχείς βομβαρδισμοί ο μεγάλος γιος τους, σχεδόν ολότελα κωφός εκ γεννετής, φρίκαρε κι αυτός με τη σειρά του αφού παρ’ όλο που δεν άκουγε τις βόμβες τις ένιωθε αλλά δεν μπορούσε ν’ ακούσει τα καθησυχαστικά λόγια της μάνας του. Όπως και ο πατέρας άρχισε τώρα κι ο γιος να έχει εφιάλτες και να μη τρώει κι έτσι η Σάλμα αποφάσισε να πάρει κι αυτή το δρόμο της προσφυγιάς με τα τρία μικρά παιδιά της. Ξανά έρανος στην οικογένεια για να βρεθούν τα χρήματα. Ξεκίνησε χωρίς να πει τίποτε στον Μαχμούντ, πέρασε περπατώντας με τα πιτσιρίκια στις κουρδικές περιοχές του Ιράκ, έμεινε περίπου 10 μέρες σ’ ένα καμπ και μετά πέρασε με τα πόδια στην Τουρκία. Πάλι σε καμπ και μετά στριμωγμένη αυτή και τα παιδιά μαζί με δεκάδες άλλους σε φορτηγό μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Εκεί αναμονή μερικές μέρες και με λεωφορείο έφτασε στη Σμύρνη. Αυτό είναι το δρομολόγιο που ακολουθούν οι κάτοικοι των κοπυρδικών περιοχω΄ν, από τα μέρη κοντά στο Χαλέπι περνάνε από άλλο δρόμο στην Τουρκία αλλά και πάλι η Πόλη είναι υποχρωτικός προορισμός πριν να φτάσουν στα παράλια.

Τέσσερις φορές μπήκε σε βάρκα για να φτάσει στη Χίο, τις τρεις γύρισαν πίσω και την τέταρτη τα κατάφεραν αλλά αναγκάστηκαν να πετάξουν όλα τα πράγματά τους στη θάλασσα για να μη πνιγούν. Μαζί με τα ρούχα τους έφτασαν στον πάτο του Αιγαίου και τα βιβλιάρια υγείας των παιδιών, μικρό το κακό…. Στη Χίο έφτασαν το Μάρτη, λίγες μέρες μετά τη συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας, αν δεν είχαν το μπαμπά στη Νορβηγία τώρα δεν θα είχαν ελπίδα να φτάσουν στη εκεί ή όπου αλλού. Ευτυχώς δεν έκαναν αίτηση για relocation αλλά για reunification. Στη Χίο έμειναν δύο μήνες στο καμπ της ΒΙΑΛ. Εκεί κόντεψε να τρελαθεί η φίλη μου, κοιμόταν κάτω σ’ ένα διάδρομο, σε κοινή θέα και με τον κόσμο να περνάει σχεδόν από πάνω τους με τα τρία παιδιά. Σύριοι, κούρδοι, αφρικανοί, πακιστανοί και ιρακινοί όλοι αντάμα. Οι μισές φυλές να αντιπαθούν και να σιχαίνονται τις άλλες μισές ( η Σάλμα δεν θέλει ν’ ακούει για αφγανούς και πακιστανούς), λίγο το φαγητό, το νερό, τα πάντα. Το νερό κρύο και να προσπαθεί να πλύνει τα παιδιά κι αυτά να τσιρίζουν, ο μεγάλος με το πρόβλημα της κώφωσης, η ίδια η Σάλμα σε απελπισία πλέον. Στο τέλος τα παιδιά έπιασαν ψείρες και αναγκάστηκε τα κουρέψει με την ψιλή και να κόψει τα μακριά μαλλιά της Αλμπίν που ακόμα το θυμάται και στενοχωριέται. Τελικά τη βρήκαν εκεί κάποιοι από το UNHCR και σε συνεργασία με τη Μ.Κ.Ο. PRAXIS τους έφεραν στην Αθήνα και στο διπλανό μου διαμέρισμα. Στην Κατεχάκη πήγαινε η Σάλμα για το θέμα του reunification. Την προηγούμενη Πάμπτη μου χτύπησε το κουδούνι και κλαίγοντας και γελώντας μου είπε πως την πήραν από την Κατεχάκη και της έκλεισαν ραντεβού για σήμερα το πρωί στις 9 να πάνε όλοι μαζί να πάρουν τα χαρτιά τους. Αυτό σήμαινε πως όλα θα τελειώναν εδώ και σε λίγο καιρό θα έφευγαν για τη Νορβηγία. Εδώ να πω ότι η Σάλμα δεν ξέρει αγγλικά κι εγώ δεν έχω ιδέα από κουρδικά ή αραβικά αλλά έχουμε βρει τον τρόπο να κουβεντιάζουμε για ώρες. Λίγες λέξεις αγγλικά, λίγες ελληνικά και πολύ «νοηματική», τώρα πλέον μας κάνει τον διερμηνέα και η μικρή της που πάει στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς από τον Οκτώβρη και μιλάει ήδη πολύ καλά ελληνικά.

Κι έτσι, μαζί με τη Σάλμα βρέθηκα το πρωί στην Κατεχάκη. Σκέφτξηκα να πάω μαζί της, να μην είναι μόνη της με τα τρία πιτσιρίκια κι αν μπορέσω να μπω μαζί της να συνεννοηθώ παρ’ όλο που υπάρχουν διερμηνείς εκεί. Το ραντεβού της ήταν για τις 9 το πρωί, φτάσαμε εκεί γύρω στις 9 παρά. Ψοφόκρυο και κόσμος μαζεμένος. Κάποιοι περίμεναν μέσα από το κάγκελο σε σειρ΄λα και οι υπόλοιποι έξω χωρίς σειρά. Τουρλουμπούκι που στριμώχνονταν στη μικρή πόρτα. Δεν έβλεπα κάποιον να ρωτήσω τι γίνεται, υπήρχε μια ανακοίνωση στα αγγλικά κολλημένη στα κάγκελα «Relocation is relocateded, διεύθυνση κάπου στον Άλιμο» αλλά πόσοι ήξεραν αγγλικά για να τη διαβάσουν; Ερχόταν συνεχώς καινούριοι που προσπαθούσαν να χωθούν πατώντας τους μπροστινούς στην πόρτα. Κάποια στιγμή εμφανίστηκαν δύο αστυνομικοί προσπαθώντας να πείσουν τον κόσμο να ανοίξει διάδρομο γαι να βγουν κάποιοι, κανένας δεν κουνήθηκε ρούπι. Αυτοί οι κάποιοι όμως βγήκαν και μόνο που δεν πάτησαν στα καρότσια με τα μωρά που στριμώχνονταν ανάμεσα στον κόσμο. Άρχισαν να τσιρίζουν τα μωρά, η δικιά μας η μικρή φρίκαρε κι άρχισε να κλαίει και να μου φωνάζει να τη βγάλω έξω αλλά που να την πήγαινα; Αν προχωρούσε η μάνα της και χώριζαν πως διάολο θα την έβαζα μέσα; Ο κόσμος ήταν φρικαρισμένος αλλά φρικαρισμένοι και οι δυο τρεις αστυνομικοί που ήταν εκεί και προσπαθούσαν να τους πείσουν να μπουν σε μια σειρά για να μη ποδοπατηθεί κανείς. Πάνω στο χαμό είδα τη Σάλμα να αγριοκοιτάζει μια δυο φορές έναν τύπο πίσω της και νόμισα πως το έκανε επειδή κόντευε να πατήσει τη μικρή. Αμ δε…. Κάποια στιγμή γυρνάει, τον κοιτάζει άγρια και χωρίς φωνές βάζει το χέρι της στο στήθος του και τον σπ΄ρωχνει σταθερά και με δύναμη καμμιά τριανταριά εκατοστά. «Εκεί» του είπε κι αυτός δεν κουνήθηκε, ήταν τελικά ο εφαψίας που κρύβεται σε κάθε σειρά ανθρώπων που στριμώχνονται. Κάποια στιγμή έγινε ένα μεγάλο στριμωξίδι και το «κύμα» πήρε τη Σάλμα με τον μικρούλη που τον είχε αγκαλιά κι έμεινα εγώ με τα δύο μεγαλύτερα να προσπαθώ να πείσω τον αστυνομικό να τα  αφήσει να φτάσουν στη μαμά τους. Κάποια στιγμή τα έχωσα ανάμεσα στον κόσμο και την έφτασαν, ρώτησα τον αστυνομικό αν μπορούσα να μπω κι εγώ μαζί τους μέσα «μπες αν θέλεις να πας φυλακή» μου απάντησε αγριεμένος αλλά λίγο μετά χαλάρωσε κάπως και μου είπε πως είναι από τις 5 το πρωί εκεί προσπαθώνας να βάλει τον κόσμο σε μια σειρά. Για να πω την αλήθεια σκεφτόμουν κι εγώ πως δεν γίνεται δουλειά με τέτοιο τουρλουμπούκι, αν κρατούσαν μια σειρά από την αρχή δεν θα τρώγαμε μισή ώρα διαπραγματεύσεις και ποδοπάτρημα για να ανοίξει η πόρτα. Κάποια στιγμή κατάφερε να μπει η Σάλμα και τα μωρά μέσα, της φώναξα πως θα την περιμένω αλλά μετά από λίγο ήρθε στο κάγκελο και μου είπε να φύγω γιατί θα έπαιρνε πολύ ώρα και δεν είχε νόηγμα να κάθομαι στην παγωνιά αφού δεν υπήρχε περίπτωση να με αφήσουν να μπω μέσα.Έφυγα σκεπτόμενη πως είμαστε κι εμείς το χάλι μας αλλά είναι και όλοι αυτοί που περίμεναν, άντρες κυρίως, που δεν θα είχαν ενδοιασμό να πατήσουν τα μωρά για να μπουν πριν απ’ αυτά μέσα.

Περίμενα πως η Σάλμα θα επέστεφε σπίτι μέχρι τις 2 το μεσημέρι αφού μπήκε στην αυλή της Κατεχάκη γύρω στις 10 το πρωί αλλά γελάστηκα. Έφτασε σπίτι κατά τις 16:30 και μου χτύπησε την πόρτα. Παγωμένη, κατακουρασμένη, με το μωρό να κοιμάται στην αγκαλιά της και χωρίς να έχει κάνει κάτι. Τσάτρα πάτρα μου έδωσε να καταλάβω πως περίμενε μέχρι τις 15:00 εκεί έξω στο κρύο, με τα παιδιά παγωμένα και πεινασμένα να κλαίνε και να γκρινιάζουν, για να μάθει πως αυτή που χειρίζεται την υπόθεσή της είναι σε άδεια και δυστυχώς δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί σήμερα!!!!

Ρε μάγκες εκεί στην Κατεχάκη, έφυγα το πρωί σκεπτόμενη πως έχετε κι εσείς τα δίκια σας και πως ζορίζεστε και σεις με τόσο κόσμο που δεν μπορεί να μπει σε σειρά για να τελειώνει πιο γρήγορα αλλά τώρα που γύρισε η Σάλμα μου το χαλάσατε. Να μπει ο κόσμος σε μια σειρά και να μη ποδοπατιούνται σαν βάρβαροι, ούτε εμένα μου άρεσε η εικόνα που είδα, αλλά τι να την κάνουν τη σειρά όταν περιμένουν υπομονετικά ( η Σάλμα είναι από τους πιο ευγενικούς και διακριτικούς ανθρώπους που έχω συναντήσει) για να τους πείτε μετά από τόσες ώρες στην παγωνιά «Λυπόμαστε αλλά δεν θα εξυπηρετηθείτε σήμερα διότι η υπάλληλος είναι σε άδεια, ελάτε πάλι αύριο….». Αφού η υπάλληλος θα έπαιρνε άδεια γιατί δεν ειδοποιήσατε τηλεφωνικά τα ραντεβού της να μην έρθουν; Τόσος κόπος είναι;

λίγη κανονικότητα επιτέλους!


prosfigopoula2016Διαβάζω δύο εντελώς αντίθετα πράγματα. Αλλού κλειδώνουν τα σχολεία για να μη μπουν προσφυγόπουλα για μάθημα, κι αλλού τα υποδέχονται εν χορδαίς και οργάνοις. Υπερβολικοί σε όλα μας, όπως πάντα.
Στο δικό μας σχολείο φοιτούν ήδη 4 προσφυγόπουλα, ήρθαν μια μέρα με έλληνες συνοδούς και μας ρώτησαν αν μπορούμε να πάρουμε κάποια παιδιά, ζουν σ’ έναν χώρο καταλειμμένο. Τέσσερα χωρούσαν στο σχολείο μας με τις μικρές αίθουσες όπου σε κάποιες απ’ αυτές οι καθηγητές δεν έχουν που ν’ ακουμπήσουν το βιβλίο τους. Ξέρουν ελάχιστες λέξεις στα ελληνικά, ένα δυο μιλάνε κάπως αγγλικά. Ενσωματώθηκαν αμέσως στη ζωή του σχολείου, τα παιδιά ζουζούνισαν γύρω τους κι άρχισαν να συνεννοούνται, λίγο στα αγγλικά, λίγο στα ελληνικά και πολύ με νοήματα. Θέληση να υπάρχει και αυτά ξεπερνιούνται. Δεν σχολίασαν τη μαντήλα που φοράει η μεγαλύτερη, τη γλώσσα τους ή το που μένουν. Αλίμονο αν είχαν πρόβλημα σ’ ένα σχολείο με ποσοστό αλλοδαπών μαθητών γύρω στο 80%. Πιο πολύ εντυπωσίασε η όρεξή τους να μάθουν και το γεγονός πως στα μαθηματικά καταλαβαίνουν πράγματα (ειδικά η μεγαλύτερη) ενώ δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα.
Στα μαθήματα βαριούνται, ειδικά στα θεωρητικά που δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα, και τα παίρνει μερικές φορές ο ύπνος. Τα τρία από τα τέσσερα τα γράψαμε στην πρώτη τάξη, ήθελαν να είναι μαζί αν και ηλικιακά θα μπορούσαν να πάνε στη δευτέρα ή στην τρίτη τάξη. Ο τέταρτος μεγαλόδειχνε, πως να τον βάλεις ανάμεσα στα πιτσιρίκια της πρώτης που ακόμα νομίζουν πως είναι στο δημοτικό;
Στα μαθηματικά κάτι καταλαβαίνουν, τα είχαν κάνει και στο δικό τους το σχολείο. Όσο προλαβαίνω τους εξηγώ στα αγγλικά, προσπαθούν να λύνουν ασκήσεις γιατί δεν θέλουν να βαριούνται, θέλουν να γίνουν κανονικοί μαθητές. Έγραψαν και τεστ χωρίς να είναι υποχρεωμένα. Τα βλέπω στην αυλή, είναι τόσο χαρούμενα που μιλάνε με τα υπόλοιπα, κάποια από τα κοριτσάκια τα δικά μας έχουν πάρει υπό την προστασία τους τις δύο πιτσιρίκες…..
Δεν ξέρω τι θα γίνει από δω και πέρα, ίσως χρειαστεί να πάνε στα απογευματινά μαθήματα, ίσως είναι καλύτερα να μάθουν κάπως τη γλώσσα για να μπορέσουν να παρακολουθούν και να μη βαριούνται. Θα τους λείψουν σίγουρα οι παρεούλες που ήδη έφτιαξαν, Αν πάντως πρέπει να φύγουν από το κανονικό πρόγραμμα του σχολείου, εμείς θα τους περιμένουμε του χρόνου να ξαναγυρίσουν στο κανονικό πρόγραμμα. Αν και βασικά τους ευχόμαστε να έχουν καταφέρει να πάνε να βρουν τους μπαμπάδες τους στη Σουηδία και στην Αυστρία και στη Γερμανία.

Βλέπω τις υπερβολές και δεν καταλαβαίνω το γιατί γίνονται είτε ως προς τη θετική είτε προς την αρνητική τους οπτική. Γιατί να υποδεχτείς τα παιδιά με παράτες και μουσικές; Είτε τα βρίσεις είτε τους κάνεις μεγαλειώδη υποδοχή τα ξεχωρίζεις από τα υπόλοιπα με κάποιο τρόπο. Κι αυτό που θέλουν τα προσφυγόπουλα είναι να νιώσουν κανονικά παιδιά, σαν όλα τα υπόλοιπα.

Τσέρνομπιλ


Διάβαζα ένα άρθρο για το Τσέρνομπιλ. Η καταστροφή του Τσέρνομπιλ σε εικόνες. Διαβάζοντάς το θυμήθηκα τις μέρες εκείνες που έγινε το ατύχημα, πριν μάθουμε οτιδήποτε εδώ στην Ελλάδα. Εμείς το μάθαμε λίγες μέτρες μετά το Πάσχα, η έκρηξη έγινε σαν χτες, 26 Απρίλίου 1986, 28 χρόνια πριν (τι γρήγορα που περνάει ο καιρός….). Στην Ελλάδα το Πάσχα έπεσε αργά εκείνη τη χρονιά, 4 Μαίου κι ενώ το ραδιενεργό νέφος έκοβε βόλτες πάνω από τα κεφάλια μας εμείς δεν είχαμε ακούσει ακόμα τίποτε. Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα λοιπόν, 5 Μαΐου, αποφασίσαμε μια μεγάλη παρέα να σουβλίσουμε αρνιά στο κέντρο της πόλης, γωνία των οδών Παλαιών Πατρών Γερμανού με Παύλου Μελά. Εκεί υπήρχε ένα καφενείο και στο ίδιο κτίριο ήταν και τα γραφεία του «Ρήγα». Οι Ρηγάδες φίλοι ήξεραν τον καφετζή και είχαν κανονίσει να μας αφήσει έξω τραπέζια και καρέκλες κι εμείς να αναλάβουμε τα υπόλοιπα, όπως και έγινε. Στήσαμε δυο σούβλες, φέραμε και τα λοιπά μεζεδάκια και σαλάτες από τα σπίτια μας και στήσαμε το γλέντι. Μεγάλη παρέα ήμασταν αν και δεν θυμάμαι ακριβή αριθμό. Θυμάμαι όμως πως κεράσαμε όσους μοναχικούς περαστικούς εκείνη τη μέρα μας βρήκαν στο δρόμο τους κι ένας απ’ αυτούς ήταν ο Γιώργος Μούτσιος που εκείνη την εποχή έπαιζε σε παράσταση σττην πόλη. Το μόνο ανησυχητικό ήταν ο καιρός, μουρτζούφλης από το πρωί και φαινόταν πως δεν θα γλυτώναμε τη βροχή. Φροντίσαμε όμως και γιαυτό, κάποιοι είχαν φέρει μεγάλα νάιλον να τ’ απλώσουμε πάνω από τα τραπέζια σε περίπτωση βροχής. Δεν θυμάμαι τι ώρα άρχισε η βροχή, αν είχαμε προλάβει να τελειώσουμε το γλέντι ή όχι, πάντως τα νάιλον τα ανοίξαμε. Δεν θυμάμαι πότε άρχισε να βρέχει όμως σίγουρα δεν είχε σταματήσει όταν αποφασίσαμε να λήξουμε το δευτεροπασχαλιάτικο γλέντι. Κι αυτό γιατί μετά από το τραπέζι και το φαγητό θυμάμαι να έχουμε βρεθεί διάφοροι να περπατάμε στους δρόμους της πόλης και στην παραλία με τη βροχή, χωρίς ομπρέλες και να την έχουμε δει κάτι σε Singing in the rain…. Γύρισα σπίτι μου μούσκεμα αλλά πάρα πολύ ευχαριστημένη. Μια δυο μέρες μετά μάθαμε για την καταστροφή στο Τσέρνομπιλ, άρχισα να παίρνω τηλέφωνα στον Νίκο που εκείνο τον καιρό ήταν στη Βουδαπέστη και ψιλοσυνειδητοποίησα πως ήταν πάρα πολύ κοντά οπότε και ανησύχησα ξαναφέρνοντας στο μυαλό όσα είχα μάθει για τη ραδιενέργεια στο σχολείο αλλα και για να μάθω κάτι περισσότερο, όμως κι εκεί μόλις το είχαν μάθει. Αργότερα πολύ κατάλαβα πως εκείνη τη δεύτερη μέρα του Πάσχα είχα μουσκέψει μέχρι το κόκκαλο από τη από μια βροχή που μάλλον ήταν τίγκα στη ραδιενέργεια. Λέτε από κει να το έπαθα; lol, lol, lol….

Μετά το Πάσχα κατέβηκα στην Αθήνα (ήταν η πρώτη μου χρονιά στην Αθήνα), πλέον είχε γίνει γνωστό το γεγονός και είχε πέσει η υστερία με τα χόρτα και τις φράουλες. Πηγαίναμε στη λαϊκή με την κολλητή μου τη Μαρία και λυπόμασταν τους φραουλάδες. Μέχρι το θεό γεμάτοι οι πάγκοι με φράουλες, οι τιμές είχαν πιάσει πάτο αλλά κανείς δεν αγόραζε. Τι κάναμε εμείς; Αγοράζαμε από ένα κουτάκι από διαφορετικούς πάγκους γιατί και δεν αντέχαμε να τους βλέπουμε και ήταν πειρασμός η τιμή τους για μας τις εν γένει άφραγκες. Είχαμε ακούσει πως με καλό πλύσιμο δεν κινδυνεύεις και σαρώσαμε τις φράουλες σε εξευτελιστική τιμή το κιλό. Τις βάζαμε κάτω από το νερό για ώρα και μετά τις τρώγαμε. Το τι φράουλα έφαγα εκείνη την άνοιξη δεν λέγεται…….

Έγιναν και πορείες για το Τσέρνομπιλ, έπεσε και ξύλο και δακρυγόνα (τότε δεν έπεφταν χημικά αλλά απλά και αθώα δακρυγόνα, με μια βαζελίνη και λίγο λεμόνι τα έφερνες βόλτα, όχι όπως τώρα). Χαμός ένα απόγευμα στα Προπύλαια. Ήταν καθημερινή, τα μαγαζιά ανοιχτά και οι μπαλούρδοι κυνηγούσαν τον κόσμο κάνοντας σλάλομ ανάμεσα σε μαμάδες με παιδάκια στο χέρι και σακούλες στο άλλο, μια ομορφιά.

Κι αφού οι πορείες, οι συζητήσεις με ανευθυνοϋπεύθυνους στην τηλεόραση, η φραουλοτρομοκρατία κλπ κράτησαν μερικές βδομάδες, όλα ξεχάστηκαν όπως γίνεται πάντα και ήρθε κάτι άλλο στο οποίο εστιάσαμε την προσοχή μας και το Τσέρνπμπιλ ξεχάστηκε. Ποτέ δεν έγινε στην Ελλάδα μια εμπεριστατωμένη μελέτη για το τι άφησε πίσω του, αν και σε τι ποσοστό υπήρξε αύξηση των καρκίνων μετά το 1986 κι αν η Βόρεια Ελλάδα είχε μεγαλύτερο ποσοστό καρκινογενέσεων. Όλα αφέθηκαν στη μοίρα τους και ξεχάστηκαν…..

Αχ ρε Κυριάκο…..


Ήταν 2004 νομίζω, προεκλογική περίοδος ή λίγο πριν προκηρυχθύν εκλογές. Η ΝΔ τσίριζε για τους χιλιάδες συμβασιούχους που δεν μονιμοποιούσε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Μιλούσαν για περίπου 250.000 συμβασιούχους και σαν κόμμα διεκήρυσσαν σε όλους τους τόνους, πως ΑΝ έρθουν αυτοί στα πράγματα όλοι αυτοί οι συμβασιούχοι θα γινόταν μόνιμοι. Ήταν επίσης η εποχή που είχαν απαγορεύσει στους ταξιτζήδες να μπαίνουν στις λεωφορειολωρίδες και οι ταξιτζήδες τα είχαν πάρει στο κρανίο και προσπαθούσαν να εξαιρεθούν. Φεύγοντας από το σχολείο πήρα ταξί, βιαζόμουν να επιστρέψω στο σπίτι. Ο ταξιτζής γκρίνιαζε για τις λεωφορειολωρίδες και το πόσο η απαγόρευση σ’ αυτές τους έκοβε μεροκάματο και πως ήθελαν αύξηση στο κόμιστρο γιατί δεν έβγαιναν. Διάλεξε να με περάσει από την οδό Ρηγίλλης, τότε ακόμα ήταν εκεί τα γραφεία της ΝΔ. Μόλις προσπεράσαμε την είσοδο, κόβει ταχύτητα, σταματάει δίπλα σ’ ένα ψηλό τύπο, βγάζει κεφάλι από το παράθυρο και φωνάζει: «Κυριάκοοοο, Κυριάκοοοο….». Ο ψηλός σταμάτησε δίπλα μας, έβγαλε τα ακουστικά του hand’s free και τότε συνειδητοποίησα πως ο ψηλός ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης που πήγαινε στα γραφεία του κόμματος. Ο ταξιτζής, λες και ήταν φίλοι παιδιόθεν με τον Κυριάκο του λέει:

«Κυριάκο τι θα γίνει με τις λεωφορειολωρίδες; Ο πατέρας σου μας υποσχέθηκε πως θα λυθεί το πρόβλημά μας». Χαμογέλασε αμήχανα ο …. Κυριάκος «Όλα θα γίνουν άμα γίνουμε κυβέρνηση… » απάντησε και έκανε να συνεχίσει το δρόμο του. Σιγά μη τον άφηνε ο ταξιτζής…. «Ρε Κυριάκο…. δεν βγαίνουμε λέμε, πρέπει να κάνεις κάτι για μας, εμείς είμαστε όλοι δικοί σας….». «Όλα θα γίνουν, όλα θα γίνουν….» είπε πάλι ο Κυριάκος και την έκανε με ελαφρά.

Ήδη είχε μαζευτεί ουρά πίσω μας και κόρναρε, μαρσάρει ο ταξιτζής, φτάνουμε στο φανάρι και γυρνάει να μου πει: «Είδες ο Κυριάκος; το είπε…. άντε να αλλάξει η κυβέρνηση να το λύσουμε το θέμα μας» Είπα να μη μιλήσω αλλά δεν κρατήθηκα.

«Μα τι θέλατε να σας πει;» του λέω «πολιτικός είναι, τι άλλο θα έλεγε; Πως είστε μαλάκες και δεν θα μπείτε ποτέ στις λεωφορειολωρίδες γιατί θα καθυστερείτε τα λεωφορεία την ώρα που θα ψαρεύετε πελάτες;»

«Ο Κυριάκος είναι σπαθί» μου απαντάει «να το δεις. Κι εμείς θα μπαίνουμε στις λεωφορειολωρίδες και θα διορίσει και τους 250.000 συμβασιούχους που δεν διορίζει το ΠΑΣΟΚ και θα δει με θετικό τρόπο το αίτημά μας για αύξηση του κομίστρου» 

«Ρε φίλε… « του λέω «τραβάει κανένα ζόρι να σας το αυξήσει; από την τσέπη του θα βάλει τα φράγκα; από μένα θα τα πάρεις κι αν εγώ δεν έχω δεν θα πάρω ταξί κι εσύ δεν θα βγάλεις μεροκάματο, όση αύξηση και να σου δώσει πρέπει εγώ να έχω να σου τη δώσω αλλιώς θα μείνεις με την αύξηση αλλά άφραγκος…»

Φυσικά ο ταξιτζής δεν χαμπάριασε και μου ζάλισε το κεφάλι μέχρι να φτάσουμε, για το πόσο θα λύσουμε όλοι τα προβλήματά μας μόλις βγει η ΝΔ.

Φυσικά η ΝΔ βγήκε, δεν διόρισε τους συμβασιούχους που τους ξέχασε μόλις έγινε κυβέρνηση και μάλιστα τους βρήκε πάαααααααρα πολλούς (λες και δεν ήξεραν πόσοι είναι όταν τους υποσχόταν διορισμό), οι ταξιτζήδες δεν μπήκαν νόμιμα στις λεωφορειολωρίδες, το κόμιστρο αυξήθηκε αλλά έπεσε η δουλειά αγάλι αγάλι όσο έπεφταν και οι μισθοί του κόσμου και ο Κυριάκος έγινε επιτέλους υπουργός. Είναι ο υπουργός που τον άκουγα νωρίτερα να λέει με μεγάλη αυτοπεποίθηση  πως φυσικά οι πρώτοι που θα απολυθούν θα είναι οι συμβασιούχοι. Αν και τον πρόλαβε στη στροφή ο υπουργός Παιδείας, πρόλαβε και απέλυσε πρώτος τους εκπαιδευτικούς της Τεχνικής Εκπαίδευσης…..

Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν


Σχεδόν ένας μήνας πέρασε από τη βραδιά που μαύρισε η οθόνη της ΕΡΤ. Καλά βρε, θα ρωτήσει κάποιος, τώρα εσύ θυμήθηκες να το αναφέρεις; Και τι να πεις που δεν έχει ειπωθεί/αναλυθεί από εκατοντάδες άλλους; Μην ανησυχείτε, τίποτε δεν θα πω, όλα έχουν ειπωθεί. Μόνο που σήμερα, χαζεύοντας στο youtube, αφού τα σχολεία έκλεισαν και οι εκπαιδευτικοί είναι σε φάση τεμπελιάσματος, έπεσα πάνω σε παραστάσεις -παλιές και πιο φρέσκες- από το Θέατρο της Δευτέρας. Κλασική θεατρόφιλη από παιδί, τις παρακολουθούσα από την τηλεόραση όσο ήμουν μαθητρια μέχρι που έφυγα για σπουδές και σταμάτησα να έχω τηλεόραση. Στην εποχή μου η τηλεόραση δεν ήταν μέσα στο «φοιτητικό πακέτο» και δεν τη θεωρούσε κανείς απαραίτητο εξοπλισμό ενός φοιτητικού σπιτιού. Που και που χαζεύαμε καμμιά παράσταση στην ανοιχτή τηλεόραση των οινομαγειριών της παλιάς Πάτρας που τρώγαμε, ανάμεσα σε βαρέλια και παπούδες. Απέκτησα τηλεόραση πολλά χρόνια μετά αλλά πλέον είχε ξεθωριάσει και το Θέατρο της Δευτέρας και η διάθεσή μου να το παρακολουθώ στην τηλεόραση. Σήμερα λοιπόν, τεμπελιάζοντας έπεσα πάνω σε παραστάσεις που έχουν ανέβει ολόκληρες στο youtube και παρακολούθησα δύο, τον «Εχθρό του Λαού» του Ίψεν και «Η Πινακοθήκη των Ηλιθίων» του Τσιφόρου. Η πρώτη ήταν ακόμα από την εποχή της ασπρόμαυρής τηλεόρασης και οι μισοί ηθοποιοί δεν ζουν πλέον. Οι άλλοι μισοί γέρασαν. Η δεύτερη ήταν του 1983, μ’ έναν Κιμούλη σχεδόν παιδί και έγχρωμη. Πολύ τις ευχαριστήθηκα, θυμήθηκα τον εαυτό μου παιδί να παρακολουθώ θέατρο πρώτα από το ραδιόφωνο κάθε Κυριακή και μετά από την τηλεόραση κάθε Δευτέρα. Κι επειδή η σκέψη κάνει πηδήματα σαν το κατσίκι στα βράχια, θυμήθηκα και την πρώτη παράσταση που παρακολούθησα στη ζωή μου και εξαιτίας της το θέατρο με μάγεψε. Θυμόμουν ποια ήταν, θυμόμουν αν σε όνειρο και μια σκηνή που με είχε εντυπωσιάσει ακκλα δεν θυμόμουν πότε είχε παιχτεί. Αλλά γιαυτό υπάρχει το ίντερνετ και ο θείος Γούγλης. Με τρία κλικ το βρήκα. Η πρώτη παράσταση που είδα στη ζωή μου ήταν στο ΚΘΒΕ, «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» του Μπρέχτ, Πρώτη Παρουσίαση: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών – Κεντρική Σκηνή, 29/01/1965.

Ήμουν μόλις 4 ετών, ήταν χειμώνας και οι γονείς μου με πήραν μαζί τους, χωρίς να ξέρουν πως απαγορευόταν η είσοδος σε παιδιά κάτω των οκτώ ετών. Στο ταμείο μας το είπαν, εγώ κατέβασα τα μούτρα και οι γονείς μου απογοητεύτηκαν. Θυμάμαι ακόμα τη μαμά, φορούσε το όμορφο παλτό της το μπεζ, με το γιακά που έμοιαζε με εσάρπα και τα μεγάλα κουμπιά που μου άρεσε να παίζω μαζί τους. Δεν θυμάμαι πως αλλά τελικά μας άφησαν να την παρακολουθήσουμε κι ας ήμουν τόσο μικρή. Η μαμά λέει πως πείστηκαν επειδή χιόνιζε και μετά από την συμφωνία πως αν βγάλω κιχ θα μας πετάξουν έξω. Δεν έβγαλα κιχ, το αντίθετο. Μαγεύτηκα…. Θυμάμαι ακόμα την πιο εντυπωσιακή σκηνή, τους θεούς να κατεβαίνουν απο ψηλά, ανάμεσα σε αστραπές, να μιλήσουν στην ΣΕΝ-ΤΕ, ΣΟΥΪ-ΤΑ, που την έπαιζε η Αλέκα Παίζη. Ψιλοκατάλαβα και την υπόθεση του έργου και σχολίαζα, όπως λέει η μαμά, τόσο που εντυπωσιάστηκε μια κυρία από δίπλα. Αυτά δεν τα θυμάμαι, τα λέει η μαμά ίσως και λίγο «φουσκωμένα».

Από εκείνη την πρώτη φορά είδα αρκετές παραστάσεις στο ΚΘΒΕ, τυχεροί ήμασταν οι σαλονικιοί που το είχαμε στην πόλη μας. Στην Πάτρα που βρέθηκα μετά δεν είχε κάτι αντίστοιχο, θεατροπενία λοιπόν για εκείνα τα χρόνια. Μετά ήρθα στην Αθήνα, κάτι άρχισα να ξαναβλέπω αλλά περνούσα και μεγάλες περιόδους αποχής. Τελευταία παράσταση που είδα ήταν της Θεατρικής Ομάδας Ενηλίκων, που λειτουργεί στα πλαίσια της Μουσικοθεατρικής Ομάδας του Ιστού, του Ελεύθερου Κοινωνικού Χώρου Αλληλεγγύης στο ΧαΙδάρι, με το έργο «Το Μάθημα» του Ιονέσκο. Εξαιρετική παράσταση, θα στεκόταν άνετα ανάμεσα σε επαγγελματικές. Στο μάθημα, ένας ηλικιωμένος καθηγητής, ο οποίος παραδίδει μαθήματα γεωγραφίας, αριθμητικής και γλωσσολογίας σε νεαρές κοπέλες, οδηγεί σταδιακά μια ιδιόρρυθμη μαθήτριά του στην πλήρη υποταγή. Mε την πάροδο του χρόνου η δυσκολία των μαθημάτων μεγαλώνει, η μαθήτρια δεν αντιλαμβάνεται πια το δάσκαλό της. Το έργο πραγματεύεται την ανικανότητα επικοινωνίας των ανθρώπων και τα απολιθωμένα γλωσσικά σχήματα, τα οποία υποδηλώνουν τον κομφορμισμό και την έλλειψη εσωτερικότητας της αστικής κοινωνίας. Επιχειρεί μέσα από την ανανέωση της γλώσσας, την πραγμάτωση ενός γενικότερου οράματος για τον άνθρωπο, την τέχνη, τον κόσμο. «Το μάθημα» συνδυάζει το παράλογο του τσίρκου με την τραγικότητα των συμβάντων, αποτελώντας ένα δηκτικό σχόλιο για την πολιτική και την έννομη τάξη. Δείτε το αν το πετύχετε κάπου.