Ημερολόγιο εγκλεισμού IV: Βόλτες στα δασάκια δίκην αγέλης


Σκέφτομαι πως malakia goes cloud (που λέμε στο χωριό μου). Απ’ όλους, κυβερνώντες και κυβερνούμενους.
Βγήκα μ’ ένα Β6 νωρίτερα γιατί ένιωσα πως αν δεν κουνήσω λίγο τα πόδια μου σ’ ένα πιο έντονο ρυθμό θα χρειαστώ οσονούπω αντισκωριακό. Το Πεδίο του Άρεως είναι κλειστό εδώ κι ένα μήνα, για να μη συνωστιζόμαστε στα περίπου 280 στρέμματά του, οπότε δεν υπάρχουν και πολλές επιλογές για μας τους δόλιους κατοίκους του κέντρου. Βόλτα στους δρόμους και για μια πράσινη πινελιά στο δασάκι της Ευελπίδων. Ε λοιπόν… όλος ο κόσμος που δεν μπορεί να πάει πλέον στο Πεδίο του Άρεως ήταν σήμερα μέσα στο δασάκι κι έκοβε βόλτες ή περπατούσε, καθόταν σε παγκάκια, σε πεζούλια ή βραχάκια ή στεκόταν στους δρόμους γύρω από το Πεδίο Άρεως και μέσα στο δασάκι.
undefinedΓια όσους δεν γνωρίζουν την περιοχή, το δασάκι της ΅Ευελπίδων είναι ένα μικρό άλσος -με πεύκα κυρίως- που ανήκει στο Υπ. Γεωργίας και εκτείνεται πίσω και πάνω από τα Δικαστήρια της Ευελπίδων. Μέχρι πριν ένα μήνα εκεί ήταν απλώς ένας σκυλότοπος, ήταν δηλαδή το μέρος που πήγαιναν οι κάτοικοι των γύρω περιοχών τα σκυλιά τους για βόλτα, τρέξιμο και χέσιμο. Στο, δε, πάνω μέρος του, που είναι και πολύ ανηφορικό δεν ξέρω ποιος μπορεί να πήγαινε, το πολύ πολύ κάποιο άστεγο ζευγαράκι για ένα στα γρήγορα ανάμεσα στις τσουκνίδες. Τώρα περνάει περίοδο δόξας, κοινώς γίνεται ο κακός χαμός. Για να μη πω για την Πλατεία Πρωτομαγιάς που μόλις βγήκα εκεί μ’ έπιασε αγοραφοβία από τα πλήθη που αντίκρισα.
Μεγάλοι και μικροί, σε μικρές ή μεγάλες παρέες συνωστίζονται σε παγκάκια, βραχάκια και πεζούλια. με ποδήλατα, μπάλες και μπύρες. Οι μαμάδες στο ένα πεζούλι/παγκάκι όλες μαζί και τα μικρά στο άλλο παγκάκι/πεζούλι καθισμένα αγκαλιά να χαζεύουν κινητά ή να παίζουν μπάλα ή να κυνηγιούνται, να κοπανιούνται, να κάνουν δηλαδή ό,τι και στα σχολεία τους. Αυτά τα μικρά είναι που θα κρατήσουν αποστάσεις τώρα που θ’ ανοίξουν τα σχολεία; Ποιος τους το έμαθε αυτό; Οι μαμάδες τους που τα έβλεπαν σαν σμάρι και ήταν άνετες και αδιάφορες ή οι μπαμπάδες που έπαιζαν όλοι μαζί ποδόσφαιρο; Κι εμείς θα έχουμε την ευθύνη αυτά τα μικρά να τα προσέχουμε έτσι ώστε να κρατάνε αποστάσεις κι αν πάθουν κάτι να μας το φορτώσουν; Ή θα έχουμε την ευθύνη για τους έφηβους που έπιναν μπύρες ή νερά ή κοκακόλες σε μεγάλες παρέες αγκαλιασμένοι;
Αυτά που είδα με έπεισαν. Οι Έλληνες αποφάσισαν πως θέλουν ανοσία αγέλης και θα την έχουν. Εγώ που δεν θέλω τι φταίω;
Όσο για το κλειστό Πεδίο Άρεως…..ας μη μιλήσω καλύτερα….

Πασχαλιά


Νομίζω πως άλλη φορά δεν έχω κάνει Πάσχα στην Αθήνα. Ψέμματα, έκανα μια φορά όταν γεννήθηκε ο Μ., είχαμε Πάσχα ένα μήνα μετά τη γέννησή του και δεν το ρίσκαρα να τον βάλω στο τρένο να ανέβουμε στη Θεσσαλονίκη και μετά στη Χαλκιδική. Το έκανα δυόμιση μήνες μετά που ήταν πλέον μεγάλος (χαχα).
Όλες τις πασχαλιές της ζωής μου από τότε που έφυγα από το σπίτι των γονιών μου τις πέρναγα μαζί τους, στη Θεσσαλονίκη και μετά στη Χαλκιδική όταν μετακόμισαν μόνιμα εκεί. Το Πάσχα είχε κάθε χρονιά τους φίλους μου που πάντα μαζεύονταν σε κάποια αυλή και σούβλιζαν αρνί και πήγαινα και τους έβρισκα μετά το πασχαλιάτικο τραπέζι με τους γονείς μου. Έτσι κι αλλιώς δεν είμαι φαν του αρνιού και όλων των υπόλοιπων πασχαλινών εδεσμάτων οπότε δεν με ένοιαζε αν θα υπήρχε αρνί όταν έφτανα στην αυλή που έψηναν. Την παρέα ήθελα, όχι το αρνί. Ακόμα κι όταν οι γονείς μετακόμισαν μόνιμα στη Χαλκιδική, πάντα έμενα δυο τρεις μέρες στη Θεσσαλονίκη πριν πάω να τους δω.

Το Πάσχα είχε και πασχαλιές, αγκαλιές ολόκληρες από τις πασχαλιές που είχε στην αυλή της η άλλη γιαγιά που ζούσε στις Συκιές και που κάθε Πάσχα όσο ζούσε πηγαίναμε και κόβαμε και γεμίζαμε τα βάζα στο σπίτι μας. Τι θεϊκή μοσχοβολιά αυτό το λουλούδι….

Το Πάσχα είχε πάντα τη μυρωδιά της Θεσσαλονίκης, της βόλτας στην Παραλία με την κολλητή, τη μυρωδιά από τσουρέκια περνώντας έξω από του Τερκενλή και τη γεύση της λιακάδας όταν σε χτυπάει στα μάτια πίνοντας ατέλειωτους καφέδες στο Majestic. Όταν ήμουν μικρή είχε τη μυρωδιά από τα τσουρέκια που έφτιαχνε η γιαγιά και από το ξύδι που βάζαμε για να βάψουμε τα αυγά τη Μ. Πέμπτη, την Κόκκινη Πέμπτη όπως τη λέγανε. Την περίμενα την Κόκκινη Πέμπτη για να βγω να δέσω ένα κόκκινο μαντήλι στο κάγκελο του μπαλκονιού, συμβόλιζε το αίμα του Χριστού αλλά στο μυαλό μου συμβόλιζε τα κόκκινα αυγά που βάφαμε εκείνη τη μέρα. Και μετά η μέρα είχε και τα τσουρέκια τα ζύμωνε η γιαγιά κι έβαζε τη ζύμη σε μια μεγάλη λεκάνη τυλιγμένη με κουβέρτες και την άφηνε να φουσκώσει και να γίνει «μανάρι». Κι όσο να φουσκώσει η ζύμη βάφαμε τ’ αυγά. τα στολίζαμε μα διάφορα φύλλα που τα βάζαμε πάνω στο αυγό και τα δέναμε με κομμάτια από παλιές νάιλον κάλτσες. τα ωραιότερα σχέδια τα έδιναν τα φύλλα του μαϊντανού και της τριανταφυλλιάς. Το δικό μου το μυαλό όμως ήταν στη ζύμη. Πόσο βαριόμουν να περιμένω…. Όλα κρυφοκοίταγα σηκώνοντας την κουβέρτα και με μάλωνε η γιαγιά «Μη! Θα ξεφουσκώσει η ζύμη και δεν θα έχει φέτος τσουρέκια, κανόνισε κακομοίρα μου…» Και κάποτε φούσκωνε αυτή η ζύμη κι ερχόταν η ωραία ώρα που θα έπλαθε η γιαγιά τις πλεξούδες και θα μου έδινε και μένα να πλάσω μικρά τσουρεκάκια. Κι έφτιαχνα σπείρες και «βαρκούλες» και γεμίζαμε τις μεγάλες λαμαρίνες που νωρίτερα είχα πάει βιαστική να φέρω από το φούρνο της γειτονιάς με ύφος μικρομέγαλο και πολύ σπουδαίο «μη μου μιλάτε έχω πολλές δουλειές και δεν προλαβαίνω…». Κι αυτές τις λαμαρίνες τις πηγαίναμε γεμάτες με τσουρέκια και στεφάνια και τσουρεκάκια στο φούρνο, τουλάχιστον πέντε λαμαρίνες κάθε Πάσχα, και μοσχοβολούσε όλη η γειτονιά γιατί όλες οι νοικοκυρές έκαναν το ίδιο. Γύριζαν ψημένα στο σπίτι και ζούσα ένα δράμα διότι έπρεπε να περιμένω το βράδυ του Μ. Σαββάτου για να τα δοκιμάσω. Μας λυπόταν όμως η γιαγιά και μας έδινε να φάμε κρυφά (έτσι νομίζαμε εμείς τα μικρά) ένα τσουρεκάκι που το έτρωγα γεμάτη τύψεις που ο καλός χριστούλης μαρτυρούσε στο σταυρό κι εγώ δεν μπορούσα να κρατηθώ και να μη δοκιμάσω το τσουρέκι που μου έσπαγε τη μύτη.
Το Πάσχα είχε και πασχαλιές, αγκαλιές ολόκληρες από τις πασχαλιές που είχε στην αυλή της η άλλη γιαγιά που ζούσε στις Συκιές και που κάθε Πάσχα όσο ζούσε πηγαίναμε και κόβαμε και γεμίζαμε τα βάζα στο σπίτι μας. Τι θεϊκή μοσχοβολιά αυτό το λουλούδι…. Φέτος αγόρασα από τη λαϊκή ένα μπουκέτο αλλά ήταν άοσμα τα λουλούδια. Πως τα κατάφεραν κι έφτιαξαν άοσμες πασχαλιές;
Φέτος ο κορωνοτέτοιος μου το χάλασε. Ούτε Θεσσαλονίκη αλλά ούτε και Χαλκιδική. Βόλτες με την κολλητή στην Παραλία γιοκ, όχι καφέδες και κουβέντες, όχι βόλτες στην πασχαλιάτικη αγορά. Γιαυτό κάθισα κι έφτιαξα τσουρέκια, έδεσα κι ένα κόκκινο μαντήλι στο κάγκελο του μπαλκονιού κι έβαψα και αυγά. Μύρισε το σπίτι μαστίχα και μαχλέπι και μέχρι που νομίζω ότι μύρισαν κάπως και οι πασχαλιές.

Ημερολόγια εγκλεισμού IV: Στη λαϊκή αγορά


Σήμερα επανάληψη της διαδικασίας. Μήνυμα με κωδικό 2 στο 13033, όνομα διεύθυνση και βάζω ρούχα και παπούτσια για να πάω στη λαϊκή αγορά. Νομίζω πως σε λίγο θα ξεχάσω πως είναι να διαλέξεις ρούχα για την ημέρα, να διαλέξεις παπούτσια, να βάλεις άρωμα και κρέμα στο πρόσωπο. Πως είναι να μακιγιαριστείς, έστω ένα κραγιόν βρε αδελφέ. Αν κρατήσει πολύ αυτή η κατάσταση μας βλέπω να πηγαίνουμε στο σούπερ μάρκετ για τα ψώνια της εβδομάδας, ντυμένες και βαμμένες υπερπαραγωγή κι ας μη το κάναμε στην προ καραντίνα ζωή μας ούτε για βραδινή έξοδο.

Σήμερα πάντως το τρεντ της λαϊκής ήταν οι μάσκες. Και οι φόρμες. Και τα νεύρα… ευτυχώς αυτό το τελευταίο όχι απ’ όλους αλλά το βλέπω να επεκτείνεται όσο περνάν οι μέρες. Μια απελπισία μ’ έπιασε, οι πάγκοι αραιά, ο κόσμος λίγος. Οι μισοί μανάβηδες που ψωνίζω απόντες, βλέπετε μόνον οι έμποροι και οι παραγωγοί της περιφέρειας μπορούν να είναι στη λαϊκή. Έτσι ο ντοματάς μου ο Κρητικός δεν μπορεί να έρθει να πουλήσει τις ντομάτες του αφού το ένα κτήμα με τα θερμοκήπια είναι στην Ιεράπετρα και το άλλο στην ορεινή Κορινθία. Δεν ξέρω τι κάνει πλέον με τις ντομάτες του, τις πέταξε; Πουλάει τις κορινθιακές στην Κορινθία; Αυτές όμως είναι υπαίθριες, φθινοπωρινές, λογικά τώρα δεν θα έχει παραγωγή εκεί. Τις άλλες που να τις πουλήσει; Στην Ιεράπετρα που όλοι καλλιεργούν ντομάτες; Αστείο…..

«Φωτιά» οι τιμές στη λαϊκή αγορά της γειτονιάς

Οι τιμές βέβαια στο θεό, πανάκριβες. Λογικό αφού δεν υπήρχαν παραγωγοί. Η Αττική έχει κηπευτικά δεν έχει πορτοκάλια ούτε αβοκάντο. Οπότε τα πορτοκάλια πανάκριβα, 1,20 το κιλό όταν πριν 2-3 βδομάδες τα έπαιρνες αργά το μεσημέρι με 30 λεπτά. Φώναζε ένας κύριος όλο νεύρα.

  • Αισχροκέρδεια!!!! Που είναι η κυβέρνηση!!! Όχι να ζητάει από μας να κάνουμε καταγγελία, εδώ να έρθει να δει….

Βέβαια ο έμπορος δεν μπορεί να πουλήσει στην τιμή του παραγωγού, περνάει από διάφορα χέρια μέχρι να φτάσει στη λαϊκή το πορτοκάλι κι όλα αυτά τα χέρια θέλουν να βγάλουν το κέρδος τους. Άρα δεν υπήρχε περίπτωση να βρεις πορτοκάλια με 30 λεπτά, take it or leave it κι αυτός είναι ο καπιταλισμός.
Κάποιοι προσπάθησαν να του το πουν, ο κύριος μέσα στα νεύρα δεν άκουγε κανέναν. Νομίζω πως τα ήξερε, δεν χρειαζόταν καμιά εξήγηση. Μάλλον ήθελε να πει τον πόνο του, να βγάλει τα νεύρα του…

Δεν ξέρω αν θα αρρωστήσουμε, αν θα ζήσουμε ή θα έχουμε πεθάνει όταν όλα αυτά θα έχουν τελειώσει. Είμαι σίγουρη όμως πως όταν βγούμε με το καλό -όσοι βγούμε/είτε- θα βρούμε έναν άλλο κόσμο και θα είμαστε κι εμείς άλλοι άνθρωποι. Και σίγουρα πολλοί από μας θα χρειάζονται ψυχίατρο.

Ημερολόγιο εγκλεισμού ΙΙΙ: Θρασίμια στις ουρές


Σάββατο και ετοιμάζω ηρωική έξοδο. Για ψώνια, κωδικός 2 στο κινητό και βγαίνω από το σπίτι. Πρώτα ψαρά και χασάπη και μετά στο σούπερ μάρκετ. Οι δρόμοι τόσο άδειοι δεν είναι ούτε ανήμερα Πάσχα ή Δεκαπενταύγουστο. Στο χασάπη μόνον δύο άτομα μέσα στο μαγαζί και οι υπόλοιποι κάνουν ουρά στο πεζοδρόμιο με απόσταση μεταξύ τους. Στο ταμείο έβαλαν πλεξιγκλάς, τη χρεωστική τη βάζεις εσύ μόνος σου στο μηχάνημα από ένα μικρό άνοιγμα στο πλεξιγκλάς. Ουρές στο χασάπικο, στο μανάβικο, στον ψαρά και στην εταιρεία κινητής, όλα τα υπόλοιπα μαγαζιά κλειστά. Ψωνίζω το κρέας της βδομάδας και το ψάρι για σήμερα και επιστρέφω στο σπίτι. Παπούτσια στο χαλάκι έξω από την πόρτα, καρότσι λαϊκής και ξαναβγαίνω για το σούπερ μάρκετ αφού αναρωτήθηκα πρώτα αν πρέπει να ξαναστείλω μήνυμα στο 13033. Αποφάσισα πως δεν χρειάζεται και ξεκίνησα να στηθώ στην αντίστοιχη ουρά που είναι σχετικά μικρή, είμαι ένατη ή δέκατη. Κάθε φορά που βγαίνω με πιάνει μια ακατανίκητη φαγούρα στο πρόσωπο, μια με τρώει η μύτη μου, μια το φρύδι μου, μια το μέτωπο, το στόμα, τα πάντα. Για να ξεχαστώ βάζω ακουστικά στ΄ αυτιά, ακούω μουσική και παρατηρώ τριγύρω. Εμφανίζεται κυρία γύρω στα 40, καλοντυμένη, καλοχτενισμένη και με άψογο μανικιούρ (αναρωτιέμαι που βρήκε κομμωτήριο και νυχάδικο, οι υπόλοιποι είμαστε με τις φόρμες. Πάει να μπει στο σούπερ μάρκετ τάχα δεν κατάλαβε πως υπάρχει ουρά και της λένε να πάει στο τέλος της ουράς αυτοί που είναι μπροστά. Χαμογελάει κάπως ειρωνικά και πάει προς το τέλος της ουράς. Μετά από λίγο τη βλέπω να έρχεται πάλι στην αρχή και να προσπαθεί να μπει, της ξαναλένε να πάει στη θέση της, κάνει μερικά βήματα προς τα πίσω και γυρνάει πάλι μπροστά και στήνεται στην πόρτα. Πάλι, και χωρίς να της μιλήσουν άσχημα, της λένε να πάει στη θέση της. Εγώ έχω γίνει πλέον 3η ή 4η και η καλοντυμένη σαραντάρα κυρία τους λέει πως δεν θέλει να μπει αλλά βλέπει κάτι. Και τότε εμφανίζεται στην είσοδο η υπάλληλος με τα χαρτάκια στα χέρια, είναι η σειρά της κυρίας μπροστά από μένα να μπει, η καλοντυμένη αρπάζει ένα χαρτάκι και ορμάει στην πόρτα. Η μπροστινή μου την πιάνει από το χέρι λέγοντας «που πάς; δεν είναι η σειρά σου…» και η καλοντυμένη της σπρώχνει, σπρώχνει και την πόρτα και ορμάει στο μαγαζί. Με όλα αυτά αρχίζει να μου γυρνάει το μάτι, της φωνάζω κι εγώ «που πας; δεν ντρέπεσαι;», γυρνάει και με κοιτάζει με ειρωνικό χαμόγελο και φεύγει. Κι εγώ μουλαρώνω. Παίρνω καρότσι κι αρχίζω να την ψάχνω, τη βρίσκω στο διάδρομο με τα κατεψυγμένα και αρχίζω να της λέω δυνατά να ακούσουν όλοι:
Πρέπει να ντρέπεσαι, δεν είναι συμπεριφορά αυτή. Αν έπρεπε για κάποιο λόγο να περάσεις πρώτη εκτός σειράς ας το ζήταγες ευγενικά. Υπήρχαν γέροι άνθρωποι στη σειρά και περίμεναν υπομονετικά, εσύ ποια νομίζεις πως είσαι;»
Η αντίδρασή της ήταν να χαμογελάσει ειρωνικά για άλλη μια φορά και να κάνει με το χέρι στο στόμα την κίνηση που σημαίνει φερμουάρ, μη μιλάς. Εκεί στ’ αλήθεια θύμωσα άσχημα και άρχισα να μιλάω ακόμα πιο δυνατά και να τη δείχνω σε όλους όσους μαζεύτηκαν γύρω. Άρχισαν κι άλλοι να της λένε πως πρέπει να ντρέπεται αλλά αυτή σταμάτησε να δίνει σημασία διότι πραγματικά δεν ντρεπόταν. Έφυγα, στο διπλανό διάδρομο μια κοπέλα που ήταν πιο πίσω από μένα στην ουρά μου είπε «καλά της έκανες»….
Την είδα πάλι στο ταμείο, είχε μπει για ένα δυο πράγματα. Της ξαναφώναξα πως πρέπει να ντρέπεται που έχει τόσο θράσος, με έγραψε κανονικά και έφυγε.
Όταν πήγα κι εγώ στο ίδιο ταμείο μου είπε η κοπέλα που με ξέρει χρόνια
– Έλα μωρέ, μη δίνεις σημασία…
Της απάντησα πως βαρέθηκα να μη δίνω σημασία, να το παίζω υπεράνω και να κάνουν πάρτι στην πλάτη μου, στην πλάτη μας όλα τα θρασίμια…..

Joker


Αποτέλεσμα εικόνας για Joaquin PhoenixΑνάποδος χρόνος-δεκατρείς μήνες, κάβουρα και Μάρτη. Έτσι με αποκαλούσε πάντα η μάνα μου όταν δεν με αποκαλούσε ευθέως στριμμένη. Όλα ανάποδα τα κάνεις, έτσι έλεγε. Σήμερα λοιπόν, μέρα που όλοι γράφουν αποψάρες για το silly walk της Φιλαδέλφειας και την παρέλαση με φανέλες του Ολυμπιακού και τις παρελάσεις γενικώς, εγώ γαργαλιέμαι να γράψω γνώμη για την ταινία. Τώρα που έκατσε ο κουρνιαχτός από το ντου της αστυνομίας σε κινηματογράφους και της ηλίθιας απαγόρευσης της ταινίας για τους κάτω των 18 έφηβους.

Έχει μερικές μέρες που την είδα, περίμενα να μειωθεί ο κόσμος γιατί βαριέμαι να περιμένω σε ουρές για εισιτήρια και να προσπαθώ να δω ταινία ανάμεσα σε κεφάλια και στριμωγμένη σε άβολη στάση. Μπήκα στην αίθουσα έχοντας διαβάσει -θέλοντας και μη- δεκάδες λέξεις που αφορούσαν την ταινία. Αναλύσεις, απόψεις και αποψάρες. Μου έκαναν εντύπωση οι αναλύσεις που τη βρήκαν μαρξιστική, επαναστατική κλπ κλπ. Και που αυτή η επαναστατικότητα και η «μαρξιστικότητα» ήταν η αιτία για το ντου στους κινηματογράφους έτσι ώστε να μη μολυνθούν οι πιτσιρικάδες από το μικρόβιο της Επανάστασης. Η απορία μου ήταν πως διάολο δεν το κατάλαβε αυτό το Χόλιγουντ και χρηματοδότησε μια ταινία που θα ήταν βόμβα στα θεμέλιά του. Πάμε λοιπόν, αρχίζει η αποψάρα.

Καταρχάς ο πρωταγωνιστής. Ο  Joaquin Phoenix αξίζει όλα τα Όσκαρ και μερικά ακόμη. Απίστευτη ερμηνεία, δεν ξέρω πως μπορεί κάποιος να υποδυθεί αυτό το ρόλο και να και να ξαναγίνει αυτό που ήταν πριν τη συνάντησή του μαζί του. Κι ένα ακόμη respect στον  Joaquin Phoenix που έκανε καριέρα στο Χόλιγουντ με στραβά δόντια. Πάμε τώρα στην ταινία. Η βία…. σιγά τη βία. Πιο πολλή βία υπάρχει σε διάφορες τηλεοπτικές σειρές τύπου CSI και Criminal Minds, σειρές που προβάλλονται σε prime time στα ελληνικά κανάλια. Η βία της ταινίας, ‘όπου υπήρχε, υπηρετούσε το story δεν υπήρχε εκεί αψυχολόγητα. Η ταινία είχε ατμόσφαιρα, ήταν σκοτεινή και βαριά. Στο πρώτο μισάωρο την ένιωθα να μου πλακώνει το στήθος. Ζούσαμε με dolby surround μια πραγματικότητα που ξέρουμε πως υπάρχει εκεί, έξω από το δικό μας μικρόκοσμο, αλλά που δεν τη βιώνουμε εμείς οι ίδιοι στο πετσί μας. Κι αυτή η πραγματικότητα είναι και βαριά και ζόρικη κι έχει πολλή βία. Το Joker όμως δεν είναι η πρώτη ταινία που τη δείχνει, ούτε θα είναι η τελευταία. Θυμάμαι τη σκοτεινιά και την no future αίσθηση που απέπνεε το Requiem for a Dream . Προσπαθώ να καταλάβω που διάολο βρήκαν την επαναστατικότητα και τη «μαρξιστικότητα» της ταινίας. Προφανώς αν ο θεατής είναι αριστερός θα αναλύσει τη ζωή του ήρωα με βάση την κοσμοθεωρία του, προφανώς ο καπιταλισμός φτιάχνει κοινωνίες άδικες με ταξικούς διαχωρισμούς, προφανώς ο ήρωας βιώνει όσα βιώνει όχι επειδή είναι το κισμέτ του αλλά επειδή ανήκει σε μια τάξη που δεν είναι καν εργατική η χαμηλή, είναι μια τάξη πολύ κοντά στο να τη χαρακτηρίσεις λούμπεν. Κι αν θυμάμαι καλά από τα νεανικά μου διαβάσματα οι λούμπεν δεν ξεκίνησαν ποτέ καμία επανάσταση. Ο Άρθρουρ δεν θέλει να κάνει επανάσταση ή να ηγηθεί μιας επανάστασης. Εκδίκηση θέλει να πάρει για όλες τις αδικίες που έχει βιώσει ακριβώς επειδή ανήκει στην τάξη που ανήκει. Κι εκδίκηση παίρνει, τίποτε άλλο. Κι ενώ μέχρι πριν το τέλος της ταινίας ήμουν σίγουρη πως θα βγω και θα έχω δει μια πολύ καλή ταινία με εξαιρετική ατμόσφαιρα, εκεί λίγο πριν το τέλος νευρίασα με την αψυχολόγητη σκηνή της ντεμέκ επανάστασης των ανθρώπων που βάζουν φωτιές και σπάνε. Μάγκες, δεν ήταν επανάσταση αυτό, εκτόνωση ήταν και το έχουμε δει πολλές φορές αυτό το έργο. Καμία κυβέρνηση δεν φοβάται μπας και την ανατρέψουν «φρικιά» που εκτονώνονται ανακηρύσσοντας ηγέτη τους έναν ψυχασθενή, όσο κι αν η ψυχασθένειά του είναι αποτέλεσμα της ταξικής κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε. Πραγματικά πιστεύω πως η ταινία δεν θα έχανε τίποτε χωρίς αυτή την ανόητη σκηνή και φυσικά γελάω με την ιδέα πως αυτή η ταινία θα μπορούσε να ξεσηκώσει τους έφηβους να ανατρέψουν το σύστημα. Πιο εύκολα ενέπνευσαν, τελικά, οι Monty Python σε ανυπακοή παρά ο Joker.

Πάλι πέφτω από τα σύννεφα….


foi-708Δεν είναι φρέσκο νέο πως στα Πανεπιστήμια υπάρχουν υπόγειες συναλλαγές με διάφορα αντίτιμα, φράγκα, ψήφους ή κανένα πηδηματάκι στα γρήγορα. Από τα δικά μου τα χρόνια το θυμάμαι.
Το «σοκαριστικό» γεγονός (αν και τίποτε πλέον δεν είναι σοκαριστικό) είναι όσα δήλωσε πριν λίγο στην ΕΡΤ, με σοκαριστική ειλικρίνια αν όχι αφέλεια, ο εκπρόσωπος των φοιτητών του ΤΕΙ Σερρών.
Απαντώντας στην ερώτηση γιατί τόσα χρόνια δεν έλεγαν κάτι ενώ το ήξερε ολόκληρη η πόλη, είπε με λίγα λόγια πως «πιο παλιά ο κόσμος είχε λεφτά να πληρώνει οπότε όλα καλά και όλοι βολεύονταν ενώ τώρα με την κρίση έσφιξαν τα πράγματα και δεν μπορούν πλέον να τα ακουμπάνε κι έτσι ήρθαν και οι καταγγελίες…»
Καταλάβατε καλοί μου άνθρωποι;
ΚΩΛΟΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ, ΛΕΦΤΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ

Έγκωσα…..


Κάποτε στη Χαλκιδική.
Ήταν αρχές του ’90 τότε που οι γονείς μου αποφάσισαν να αφήσουν την πόλη και μετακόμισαν μόνιμα στη Χαλκιδική. Ήταν καλοκαίρι και πήγα μερικές μέρες να τους δω, όπως κάθε καλοκαίρι από τότε που έφυγα. Ζέστη και αποφασίσαμε να πάμε για μπάνιο. Βρεθήκαμε στην Ακτή Καλογριάς, δεν ήταν τόσο διάσημη εκείνα τα χρόνια. Φτάσαμε πρωί και λίγο αργότερα μυρίσαμε καπνό. Μέχρι να το καταλάβουμε καιγόταν το βουνό πάνω από το δρόμο. Έφτασε ένα όχημα της Πυροσβεστικής και έκαναν ό,τι μπορούσαν, στην παραλία λίγα μέτρα παρακάτω από το όχημα η ζωή συνεχιζόταν. Κάναμε το μπάνιο μας ρίχνοντας ματιές στο βουνό, ρώτησα το μπαμπά μήπως έπρεπε να φύγουμε και μου είπε πως όπως και να έχει το πράγμα και αφού δεν ξέραμε τι γινόταν πιο πέρα, θα ήταν καλύτερα να μείνουμε δίπλα στη θάλασσα. Μετά από κάποιο διάστημα εμφανίστηκε ένα σινούκ πάνω από τη παραλία το οποίο προσγειώθηκε λίγο πιο πέρα με αποτέλεσμα να μας πάρει όλους ο διάβολος. Καρέκλες, ομπρέλες και άνθρωποι βρέθηκαν στο νερό από τον αέρα που σήκωναν οι έλικες. Ούτε που το είχαμε σκεφτεί πως θα γίνει έτσι, σαν τους χαζούς χαιρετούσαμε τους ανθρώπους που βλέπαμε μέσα στο σινούκ την ώρα που ήταν πάνω από το κεφάλι μας. Από το σινούκ κατέβηκε μια ομάδα δασοπυροσβεστών οι οποίοι αμέσως πήραν το δρόμο για το βουνό. Μ’ έτρωγε η περιέργεια κι έτσι πήγα δίπλα στο όχημα της πυροσβεστικής (με το μαγιό, κράξτε ελεύθερα…) και χάζευα το τι γινόταν. Μπορεί να μην υπήρχε άμεσος κίνδυνος αλλά όσο να πεις ήταν κάπως άγριο να καίγεται το βουνό στα 50 μέτρα από το νερό της θάλασσας. Εκεί που καθόμουν και παρακολουθούσα πως γινόταν η δουλειά και τι εντολές έδινε ο αξιωματικός σκάνε μύτη αεροπλάνα πυροσβεστικά. Ωραία σκέφτηκα, ήρθε το ιππικό να σώσει το βουνό! Και ξαφνικά βλέπω τον αξιωματικο να ουρλιάζει στον ασύρματο να φύγουν τα αεροπλάνα και παθαίνω κοκομπλόκο, νόμισα πως τρελάθηκε. Ξέρετε τι ούρλιαζε ο άνθρωπος και μάλλον είχε δίκιο;
«Τι στέλνετε ΚΑΙ αεροπλάνα ΚΑΙ δασοπυροσβέστες; Αυτή τη στιγμή υπάρχουν άνθρωποι στο βουνό, θέλετε να τους σκοτώσετε;»
Λογικό, τόσοι τόνοι νερό από ψηλά θα τους σκότωναν τους καημένους τους δασοπυροσβέστες. Ευτυχώς τα αεροπλάνα δεν έριξαν νερό, έκαναν μεταβολή και έφυγαν. Η φωτιά δεν έφτασε στη θάλασσα και δεν θυμάμαι να υπήρξαν νεκροί ούτε θυμάμαι τι ώρα και πως επιστρέψαμε στη βάση μας.
Γιατί το θυμήθηκα; Επειδή άκουσα κάποιους να κατηγορούν τα αεροπλάνα που δεν έριξαν νερό στο Μάτι. Αν ισχύουν αυτά που ούρλιαζε ο αξιωματικός της Πυροσβεστικής τότε στη Χαλκιδική, θα υπήρχαν σήμερα και θύματα σκοτωμένα εξ ουρανού…

Δεν βρήκα κάποια είδηση για την πυρκαγιά που περιγράφω, δεν θυμάμαι και την ακριβη ημερομηνία, ούτε καν χρονιά δεν θυμάμαι. Βρήκα, όμως3, τι έλεγαν οι εφημερίδες και τα σάιτ για μια άλλη μεγάλη πυρκαγιά στην Κασσάνδρα, αυτη του 2006. Τότε που με έπαιρναν οι φίλοι μου πανικόβλητοι να δουν αν είμαστε καλά. Ευτυχώς εμείς δεν ζούμε ανάμεσα σε πεύκα δίπλα στο κύμα αλλά σε κανονικό χωρίο με ελιές και καΐσια.

http://www.stokokkino.gr/article/1000000000068189/Mnimes-apo-ti-fotia-sti-Xalkidiki-to-2006–I-marturia-enos-aliea

http://www.in.gr/2006/08/22/greece/pyrini-kolasi-stin-kassandra-xalkidikis-me-ena-nekro/

http://www.kathimerini.gr/260756/article/epikairothta/ellada/nyxta-agwnias-apo-tis-fwties-sth-xalkidikh

http://www.ant1news.gr/news/Society/article/139521/kolasi-fotias-sti-xalkidiki

 

10 μέρες, 10 ταινίες (μέρα τρίτη)


Έχει πέσει πολλή δουλειά κι έτσι δεν είναι δυνατόν να το πηγαίνω μια ταινία κάθε μέρα, οπότε θα είναι μια ταινία κάθε όποτε μπορώ. Και μην αναρωτηθεί κανείς «τι δουλειά μας λες καλέ; Δεν έχετε τρεις μήνες διακοπές εσείς οι εκπαιδευτικοί;» διότι αυτή την εποχή «τρέχουν» ακόμα πανελλαδικές κι αυτό σημαίνει πάρα πολλή δουλειά για κάποιους. Τέλος πάντων….

Τρίτη ημέρα λοιπόν και τρίτη ταινία. Ήμουν δεκάξι χρονώμν όταν την είδα, είχε χαρακτηριστεί «Ακατάλληλη δι ανηλίκους κάτω των 17» κι εγώ φόρεσα τακούνια και βάφτηκα ελαφρώς για να μπορέσω να μπω στο «Ράδιο Σίτυ» και να τη δω. Αφού είχα πουλήσει ένα παραμύθι στο μπαμπά για την υπόθεση, έτσι ώστε να προσπεράσω το πρώτο εμπόδιο. Για ποια ταινία μιλάω; Για το έπος του Μπερνάντο Μπερτολούτσι, το «1900», το πρώτο μέρος φυσικά, το δεύτερο το είδα αργότερα αλλά δεν θυμάμαι πότε και που. Η ταινία μου άρεσε πάρα πολύ και με σόκαρε πάρα πολύ. Για χρόνια είχα ολοζώντανη μπροστά μου τη σκηνή με τον Σάδερλαντ να λιώνει τη γάτα, είχα φρικάρει εντελώς εκείνη τη στιγμή. Είχα όμως σοκαριστεί και με τις ερωτικές σκηνές, στα 16 μου χρόνια δεν είχα δει ποτέ γυμνό άνθρωπο και είχα δει μόνο παθιασμένα φιλιά σε ταινίες, τίποτε περισσότερο. Σας σοκάρει η αθωότητα των 16 μου χρόνων; Άλλα χρόνια τότε και είχα και πολύ αυστηρούς γονείς. Συνέχεια

10 μέρες, 10 ταινές (μέρα δεύτερη)


Αυτές οι μέρες βοηθάνε να σκεφτώ και να γράψω για τις δέκα ταινίες που είδα και δεν τις ξεχνώ. Όλος ο κόσμος βλέπει Mundial, οι άντρες της οικογένειας βλέπουν Mundial αλλά εγώ το βαριέμαι. Βαριέμαι και να χαζεύω χωρίς λόγο στο διαδίκτυο οπότε για να μη σέρνομαι χωρίς λόγο στο σπίτι σαν το φάντασμα, το να σκέφτομαι και να γράφω για ταινίες είναι μια κάποια λύση.

tommy_film_posterΔεύτερη μέρα λοιπόν και το Tommy. Δεν ξέρω αν θεωρείται αριστούργημα, είναι όμως η πρώτη ταινία που είδα στο σινεμά μόνη, χωρίς τους γονείς εννοώ. Πρέπει να ήμουν γύρω στα 14, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση τότε που άρχισαν να έρχονται στην Ελλάδα ταινίες χωρίς λογοκρισία. Κι όταν λέω πήγα σινεμά μόνη μου εννοείται πως είχα μαζί μου και τις μικρότερες αδελφές μου αφού δεν υπήρχε περίπτωση να βγω από το σπίτι χωρίς να πει η μαμά «να πάρεις και τις μικρές μαζί σου…». Τις πήρα λοιπόν και πήγαμε, δεν θυμάμαι σε ποιον κινηματογράφο, φαντάζομαι σε κάποιον από τους πολλούς που είχε εκείνα τα χρόνια στη γειτονιά μου. Η ταινία με εντυπωσίασε αν και μαθημένη μέχρι τότε σε απλές ταινίες με αρχή, μέση και τέλος, δεν κατάλαβα τίποτε. Για να μη μιλήσω για το πρήξιμο που έφαγα από τις μικρές που κατάλαβαν επίσης τίποτε αλλά εκείνες το φώναζαν κιόλας και με ζάλιζαν να φύγουμε. Εγώ σαν πιο ψυχαναγκαστική ήθελα να μείνω μέχρι το τέλος να δω που θα καταλήξει όλα αυτό. Τους The Who εννοείται πως δεν τους ήξερα αλλά μου άρεσε η μουσική και βγαίνοντας από την αίθουσα δεν είχα την αίσθηση πως ήταν δυο χαμένες ώρες, αν δεν είχα και το πρήξιμο από τις άλλες δύο θα ήταν ακόμη καλύτερα. Δικαίως βέβαια γκρίνιαζαν οι καημένες, ήταν γύρω στα 12 τότε, τι περίμενα κι εγώ; Ολοκληρωμένη δεν την ξανάδα ποτέ από τότε. Συνέχεια

10 μέρες και 10 ταινίες


mv5bmjrky2vhyzmtzwqyns00oty2lwe5ntatyjlhnmqyyze5mmuxxkeyxkfqcgdeqxvymtqxnzmzndi-_v1_sy1000_cr006611000_al_Στα social media, και κυρίως στο Facebook, πολλές φορές παίζονται διάφορα παιχνίδια – αλυσίδες. Το ξεκινάει κάποιος και δίνει τη σκυτάλη σε κάποιον άλλο κι αυτός σε κάποιον άλλο και πάει λέγοντας…. Τα παιχνίδια αυτά είναι του τύπου «οι δέκα καλύτερες ταινίες μου», «οι είκοσι ωραιότεροι άντρες μου… (χο χο χο) και πάει λέγοντας. Συνήθως βαριέμαι αλλά αν πρόκειται για βιβλία, μουσικές και ταινίες κάτι με γαργαλάει. Επειδή όμως εκεί συνήθως δεν λες κάτι για τις επιλογές σου, απλώς τις δείχνεις, λέω ν’ αλλάξω τους κανόνες και να το κάνω εδώ, μόνη μου, χωρίς σκυτάλες και αλυσίδες.

Δέκα μέρες λοιπόν και δέκα ταινίες χωρίς αξιολογική σειρά, ημέρα πρώτη:

Αγκίρε, η μάστιγα του Θεού Aguirre, der Zorn Gottes (original title)

Γερμανική ταινία, σκηνοθεσία Βέρνερ Χέρτζογκ με τους: Κλάους Κίνσκι

Υπόθεση:

16ος αιώνας στις περουβιανές Άνδεις: Μια εξερευνητική αποστολή Ισπανών κονκισταδόρων αναζητά το Ελδοράδο, τη μυθική χώρα χρυσού των Ίνκας. Ο διψασμένος για εξουσία Αγκίρε παρακάμπτει ανωτέρους και ανακηρύσσει εαυτόν αρχηγό του στρατιωτικού αποσπάσματος που κατεβαίνει με σχεδίες τον Αμαζόνιο. Μέσα σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον με την πείνα, την εξάντληση, τις αρρώστιες και τα φαρμακερά βέλη των Ινδιάνων να θερίζουν, παράφρων πια, ο Αγκίρε ονειρεύεται εξουσία και μεγαλεία, ονειρεύεται να γράψει ιστορία ως κυρίαρχος του Ελδοράδο και διεξάγει τον ολοκληρωτικό πόλεμο ενάντια στον θεό και τον κόσμο όλο. Συνέχεια

Στην Κατεχάκη


Σήμερα το πρωί βρέθηκα στην Κατεχάκη μαζί με δεκάδες πρόσφυγες που ζητούν άσυλο. Τι δουλειά, θα μου πείτε, είχε η αφεντιά μου εκεί; Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά…

asylou_2Από τον Ιούνιο μένει στο διπλανό διαμέρισμα μια οικογένεια κούρδων προσφύγων από τη Συρία, η Σάλμα με τα τρία παιδιά της. Εικοσιεννιά χρονών η Σάλμα, με τρία παιδιά ηλικίας 3, 6 και 10 χρόνων, ξεκίνησε πριν ένα χρόνο το μακρύ ταξίδι από τις κουρδικές περιοχές της Συρίας για την Ευρώπη. Ο άντρας της ήταν ήδη ενάμισυ χρόνο στη Νορβηγία και ξεκίνησε να τον βρει. Στην περιοχή τους μαίνεται ο πόλεμος και ως κούρδοι έχουν τριπλά προβλήματα καθώς τους κυνηγάει και το καθεστώς του Άσαντ και οι αντάρτες και ο ISIS ή DAESH όπως λέγεται σε κείνα τα μέρη. Ο άντρας της ο Μαχμούντ ήταν μανάβης και δούλευε μ’ ένα μικρό αυτοκίνητο σε τοπική λαϊκή αγορά. Ένα πρωί ξεκίνησε χαράματα για τη δουλειά αλλά δεν γύρισε. Έφαγαν τον κόσμο να τον βρουν και τελικά κατάφεραν να μάθουν πως τον είχαν απαγάγει οι DAESH οι οποίοι έχουν την εξής πρακτική. Απαγάγουν κάποιον και στέλνουν μήνυμα ζητώντας λύτρα. Αν η οικογένεια δεν τα δώσει βρίσκουν απλώς το κεφάλι του απαχθέντα στο κατώφλι τους «προς γνώσιν και συμμόρφωσιν» των υπολοίπων. Για να μη βρουν το κεφάλι του Μαχμούντ στο κατώφλι τους μάζεψαν από φίλους και συγγενείς το ποσό και το έδωσαν στους DAESH και τελικά ο Μαχμούντ γύρισε σπίτι του. Γύρισε αλλά δεν ξαναβγήκε. Σταμάτησε να τρώει, να κοιμάται, είχε φρικάρει εντελώς και δεν μίλησε ποτέ για όσα είδε και έπαθε τις μέρες της αιχμαλωσίας του. Ξανά οικογενειακό συμβούλιο, μίλησαν και με την αδελφή του που ήταν ήδη στη Νορβηγία και αποφάσισαν πως ο Μαχμούντ έπρεπε να φύγει πάση θυσία. Αυτό και έγινε, του έστειλε κάποια χρήματα η αδελφή του και ξεκίνησε. Ήταν από τους τυχερούς που πέρασε από την Ελλάδα πριν έρθουν τα μιλιούνια το 2015 και κατάφερε να φτάσει στη Νορβηγία όπου πήρε κάρτα εργασίας και παραμονής. Η Σάλμα έμεινε στην πόλη τους. Όταν άρχισαν συνεχείς βομβαρδισμοί ο μεγάλος γιος τους, σχεδόν ολότελα κωφός εκ γεννετής, φρίκαρε κι αυτός με τη σειρά του αφού παρ’ όλο που δεν άκουγε τις βόμβες τις ένιωθε αλλά δεν μπορούσε ν’ ακούσει τα καθησυχαστικά λόγια της μάνας του. Όπως και ο πατέρας άρχισε τώρα κι ο γιος να έχει εφιάλτες και να μη τρώει κι έτσι η Σάλμα αποφάσισε να πάρει κι αυτή το δρόμο της προσφυγιάς με τα τρία μικρά παιδιά της. Ξανά έρανος στην οικογένεια για να βρεθούν τα χρήματα. Ξεκίνησε χωρίς να πει τίποτε στον Μαχμούντ, πέρασε περπατώντας με τα πιτσιρίκια στις κουρδικές περιοχές του Ιράκ, έμεινε περίπου 10 μέρες σ’ ένα καμπ και μετά πέρασε με τα πόδια στην Τουρκία. Πάλι σε καμπ και μετά στριμωγμένη αυτή και τα παιδιά μαζί με δεκάδες άλλους σε φορτηγό μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Εκεί αναμονή μερικές μέρες και με λεωφορείο έφτασε στη Σμύρνη. Αυτό είναι το δρομολόγιο που ακολουθούν οι κάτοικοι των κοπυρδικών περιοχω΄ν, από τα μέρη κοντά στο Χαλέπι περνάνε από άλλο δρόμο στην Τουρκία αλλά και πάλι η Πόλη είναι υποχρωτικός προορισμός πριν να φτάσουν στα παράλια.

Τέσσερις φορές μπήκε σε βάρκα για να φτάσει στη Χίο, τις τρεις γύρισαν πίσω και την τέταρτη τα κατάφεραν αλλά αναγκάστηκαν να πετάξουν όλα τα πράγματά τους στη θάλασσα για να μη πνιγούν. Μαζί με τα ρούχα τους έφτασαν στον πάτο του Αιγαίου και τα βιβλιάρια υγείας των παιδιών, μικρό το κακό…. Στη Χίο έφτασαν το Μάρτη, λίγες μέρες μετά τη συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας, αν δεν είχαν το μπαμπά στη Νορβηγία τώρα δεν θα είχαν ελπίδα να φτάσουν στη εκεί ή όπου αλλού. Ευτυχώς δεν έκαναν αίτηση για relocation αλλά για reunification. Στη Χίο έμειναν δύο μήνες στο καμπ της ΒΙΑΛ. Εκεί κόντεψε να τρελαθεί η φίλη μου, κοιμόταν κάτω σ’ ένα διάδρομο, σε κοινή θέα και με τον κόσμο να περνάει σχεδόν από πάνω τους με τα τρία παιδιά. Σύριοι, κούρδοι, αφρικανοί, πακιστανοί και ιρακινοί όλοι αντάμα. Οι μισές φυλές να αντιπαθούν και να σιχαίνονται τις άλλες μισές ( η Σάλμα δεν θέλει ν’ ακούει για αφγανούς και πακιστανούς), λίγο το φαγητό, το νερό, τα πάντα. Το νερό κρύο και να προσπαθεί να πλύνει τα παιδιά κι αυτά να τσιρίζουν, ο μεγάλος με το πρόβλημα της κώφωσης, η ίδια η Σάλμα σε απελπισία πλέον. Στο τέλος τα παιδιά έπιασαν ψείρες και αναγκάστηκε τα κουρέψει με την ψιλή και να κόψει τα μακριά μαλλιά της Αλμπίν που ακόμα το θυμάται και στενοχωριέται. Τελικά τη βρήκαν εκεί κάποιοι από το UNHCR και σε συνεργασία με τη Μ.Κ.Ο. PRAXIS τους έφεραν στην Αθήνα και στο διπλανό μου διαμέρισμα. Στην Κατεχάκη πήγαινε η Σάλμα για το θέμα του reunification. Την προηγούμενη Πάμπτη μου χτύπησε το κουδούνι και κλαίγοντας και γελώντας μου είπε πως την πήραν από την Κατεχάκη και της έκλεισαν ραντεβού για σήμερα το πρωί στις 9 να πάνε όλοι μαζί να πάρουν τα χαρτιά τους. Αυτό σήμαινε πως όλα θα τελειώναν εδώ και σε λίγο καιρό θα έφευγαν για τη Νορβηγία. Εδώ να πω ότι η Σάλμα δεν ξέρει αγγλικά κι εγώ δεν έχω ιδέα από κουρδικά ή αραβικά αλλά έχουμε βρει τον τρόπο να κουβεντιάζουμε για ώρες. Λίγες λέξεις αγγλικά, λίγες ελληνικά και πολύ «νοηματική», τώρα πλέον μας κάνει τον διερμηνέα και η μικρή της που πάει στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς από τον Οκτώβρη και μιλάει ήδη πολύ καλά ελληνικά.

Κι έτσι, μαζί με τη Σάλμα βρέθηκα το πρωί στην Κατεχάκη. Σκέφτξηκα να πάω μαζί της, να μην είναι μόνη της με τα τρία πιτσιρίκια κι αν μπορέσω να μπω μαζί της να συνεννοηθώ παρ’ όλο που υπάρχουν διερμηνείς εκεί. Το ραντεβού της ήταν για τις 9 το πρωί, φτάσαμε εκεί γύρω στις 9 παρά. Ψοφόκρυο και κόσμος μαζεμένος. Κάποιοι περίμεναν μέσα από το κάγκελο σε σειρ΄λα και οι υπόλοιποι έξω χωρίς σειρά. Τουρλουμπούκι που στριμώχνονταν στη μικρή πόρτα. Δεν έβλεπα κάποιον να ρωτήσω τι γίνεται, υπήρχε μια ανακοίνωση στα αγγλικά κολλημένη στα κάγκελα «Relocation is relocateded, διεύθυνση κάπου στον Άλιμο» αλλά πόσοι ήξεραν αγγλικά για να τη διαβάσουν; Ερχόταν συνεχώς καινούριοι που προσπαθούσαν να χωθούν πατώντας τους μπροστινούς στην πόρτα. Κάποια στιγμή εμφανίστηκαν δύο αστυνομικοί προσπαθώντας να πείσουν τον κόσμο να ανοίξει διάδρομο γαι να βγουν κάποιοι, κανένας δεν κουνήθηκε ρούπι. Αυτοί οι κάποιοι όμως βγήκαν και μόνο που δεν πάτησαν στα καρότσια με τα μωρά που στριμώχνονταν ανάμεσα στον κόσμο. Άρχισαν να τσιρίζουν τα μωρά, η δικιά μας η μικρή φρίκαρε κι άρχισε να κλαίει και να μου φωνάζει να τη βγάλω έξω αλλά που να την πήγαινα; Αν προχωρούσε η μάνα της και χώριζαν πως διάολο θα την έβαζα μέσα; Ο κόσμος ήταν φρικαρισμένος αλλά φρικαρισμένοι και οι δυο τρεις αστυνομικοί που ήταν εκεί και προσπαθούσαν να τους πείσουν να μπουν σε μια σειρά για να μη ποδοπατηθεί κανείς. Πάνω στο χαμό είδα τη Σάλμα να αγριοκοιτάζει μια δυο φορές έναν τύπο πίσω της και νόμισα πως το έκανε επειδή κόντευε να πατήσει τη μικρή. Αμ δε…. Κάποια στιγμή γυρνάει, τον κοιτάζει άγρια και χωρίς φωνές βάζει το χέρι της στο στήθος του και τον σπ΄ρωχνει σταθερά και με δύναμη καμμιά τριανταριά εκατοστά. «Εκεί» του είπε κι αυτός δεν κουνήθηκε, ήταν τελικά ο εφαψίας που κρύβεται σε κάθε σειρά ανθρώπων που στριμώχνονται. Κάποια στιγμή έγινε ένα μεγάλο στριμωξίδι και το «κύμα» πήρε τη Σάλμα με τον μικρούλη που τον είχε αγκαλιά κι έμεινα εγώ με τα δύο μεγαλύτερα να προσπαθώ να πείσω τον αστυνομικό να τα  αφήσει να φτάσουν στη μαμά τους. Κάποια στιγμή τα έχωσα ανάμεσα στον κόσμο και την έφτασαν, ρώτησα τον αστυνομικό αν μπορούσα να μπω κι εγώ μαζί τους μέσα «μπες αν θέλεις να πας φυλακή» μου απάντησε αγριεμένος αλλά λίγο μετά χαλάρωσε κάπως και μου είπε πως είναι από τις 5 το πρωί εκεί προσπαθώνας να βάλει τον κόσμο σε μια σειρά. Για να πω την αλήθεια σκεφτόμουν κι εγώ πως δεν γίνεται δουλειά με τέτοιο τουρλουμπούκι, αν κρατούσαν μια σειρά από την αρχή δεν θα τρώγαμε μισή ώρα διαπραγματεύσεις και ποδοπάτρημα για να ανοίξει η πόρτα. Κάποια στιγμή κατάφερε να μπει η Σάλμα και τα μωρά μέσα, της φώναξα πως θα την περιμένω αλλά μετά από λίγο ήρθε στο κάγκελο και μου είπε να φύγω γιατί θα έπαιρνε πολύ ώρα και δεν είχε νόηγμα να κάθομαι στην παγωνιά αφού δεν υπήρχε περίπτωση να με αφήσουν να μπω μέσα.Έφυγα σκεπτόμενη πως είμαστε κι εμείς το χάλι μας αλλά είναι και όλοι αυτοί που περίμεναν, άντρες κυρίως, που δεν θα είχαν ενδοιασμό να πατήσουν τα μωρά για να μπουν πριν απ’ αυτά μέσα.

Περίμενα πως η Σάλμα θα επέστεφε σπίτι μέχρι τις 2 το μεσημέρι αφού μπήκε στην αυλή της Κατεχάκη γύρω στις 10 το πρωί αλλά γελάστηκα. Έφτασε σπίτι κατά τις 16:30 και μου χτύπησε την πόρτα. Παγωμένη, κατακουρασμένη, με το μωρό να κοιμάται στην αγκαλιά της και χωρίς να έχει κάνει κάτι. Τσάτρα πάτρα μου έδωσε να καταλάβω πως περίμενε μέχρι τις 15:00 εκεί έξω στο κρύο, με τα παιδιά παγωμένα και πεινασμένα να κλαίνε και να γκρινιάζουν, για να μάθει πως αυτή που χειρίζεται την υπόθεσή της είναι σε άδεια και δυστυχώς δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί σήμερα!!!!

Ρε μάγκες εκεί στην Κατεχάκη, έφυγα το πρωί σκεπτόμενη πως έχετε κι εσείς τα δίκια σας και πως ζορίζεστε και σεις με τόσο κόσμο που δεν μπορεί να μπει σε σειρά για να τελειώνει πιο γρήγορα αλλά τώρα που γύρισε η Σάλμα μου το χαλάσατε. Να μπει ο κόσμος σε μια σειρά και να μη ποδοπατιούνται σαν βάρβαροι, ούτε εμένα μου άρεσε η εικόνα που είδα, αλλά τι να την κάνουν τη σειρά όταν περιμένουν υπομονετικά ( η Σάλμα είναι από τους πιο ευγενικούς και διακριτικούς ανθρώπους που έχω συναντήσει) για να τους πείτε μετά από τόσες ώρες στην παγωνιά «Λυπόμαστε αλλά δεν θα εξυπηρετηθείτε σήμερα διότι η υπάλληλος είναι σε άδεια, ελάτε πάλι αύριο….». Αφού η υπάλληλος θα έπαιρνε άδεια γιατί δεν ειδοποιήσατε τηλεφωνικά τα ραντεβού της να μην έρθουν; Τόσος κόπος είναι;

λίγη κανονικότητα επιτέλους!


prosfigopoula2016Διαβάζω δύο εντελώς αντίθετα πράγματα. Αλλού κλειδώνουν τα σχολεία για να μη μπουν προσφυγόπουλα για μάθημα, κι αλλού τα υποδέχονται εν χορδαίς και οργάνοις. Υπερβολικοί σε όλα μας, όπως πάντα.
Στο δικό μας σχολείο φοιτούν ήδη 4 προσφυγόπουλα, ήρθαν μια μέρα με έλληνες συνοδούς και μας ρώτησαν αν μπορούμε να πάρουμε κάποια παιδιά, ζουν σ’ έναν χώρο καταλειμμένο. Τέσσερα χωρούσαν στο σχολείο μας με τις μικρές αίθουσες όπου σε κάποιες απ’ αυτές οι καθηγητές δεν έχουν που ν’ ακουμπήσουν το βιβλίο τους. Ξέρουν ελάχιστες λέξεις στα ελληνικά, ένα δυο μιλάνε κάπως αγγλικά. Ενσωματώθηκαν αμέσως στη ζωή του σχολείου, τα παιδιά ζουζούνισαν γύρω τους κι άρχισαν να συνεννοούνται, λίγο στα αγγλικά, λίγο στα ελληνικά και πολύ με νοήματα. Θέληση να υπάρχει και αυτά ξεπερνιούνται. Δεν σχολίασαν τη μαντήλα που φοράει η μεγαλύτερη, τη γλώσσα τους ή το που μένουν. Αλίμονο αν είχαν πρόβλημα σ’ ένα σχολείο με ποσοστό αλλοδαπών μαθητών γύρω στο 80%. Πιο πολύ εντυπωσίασε η όρεξή τους να μάθουν και το γεγονός πως στα μαθηματικά καταλαβαίνουν πράγματα (ειδικά η μεγαλύτερη) ενώ δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα.
Στα μαθήματα βαριούνται, ειδικά στα θεωρητικά που δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα, και τα παίρνει μερικές φορές ο ύπνος. Τα τρία από τα τέσσερα τα γράψαμε στην πρώτη τάξη, ήθελαν να είναι μαζί αν και ηλικιακά θα μπορούσαν να πάνε στη δευτέρα ή στην τρίτη τάξη. Ο τέταρτος μεγαλόδειχνε, πως να τον βάλεις ανάμεσα στα πιτσιρίκια της πρώτης που ακόμα νομίζουν πως είναι στο δημοτικό;
Στα μαθηματικά κάτι καταλαβαίνουν, τα είχαν κάνει και στο δικό τους το σχολείο. Όσο προλαβαίνω τους εξηγώ στα αγγλικά, προσπαθούν να λύνουν ασκήσεις γιατί δεν θέλουν να βαριούνται, θέλουν να γίνουν κανονικοί μαθητές. Έγραψαν και τεστ χωρίς να είναι υποχρεωμένα. Τα βλέπω στην αυλή, είναι τόσο χαρούμενα που μιλάνε με τα υπόλοιπα, κάποια από τα κοριτσάκια τα δικά μας έχουν πάρει υπό την προστασία τους τις δύο πιτσιρίκες…..
Δεν ξέρω τι θα γίνει από δω και πέρα, ίσως χρειαστεί να πάνε στα απογευματινά μαθήματα, ίσως είναι καλύτερα να μάθουν κάπως τη γλώσσα για να μπορέσουν να παρακολουθούν και να μη βαριούνται. Θα τους λείψουν σίγουρα οι παρεούλες που ήδη έφτιαξαν, Αν πάντως πρέπει να φύγουν από το κανονικό πρόγραμμα του σχολείου, εμείς θα τους περιμένουμε του χρόνου να ξαναγυρίσουν στο κανονικό πρόγραμμα. Αν και βασικά τους ευχόμαστε να έχουν καταφέρει να πάνε να βρουν τους μπαμπάδες τους στη Σουηδία και στην Αυστρία και στη Γερμανία.

Βλέπω τις υπερβολές και δεν καταλαβαίνω το γιατί γίνονται είτε ως προς τη θετική είτε προς την αρνητική τους οπτική. Γιατί να υποδεχτείς τα παιδιά με παράτες και μουσικές; Είτε τα βρίσεις είτε τους κάνεις μεγαλειώδη υποδοχή τα ξεχωρίζεις από τα υπόλοιπα με κάποιο τρόπο. Κι αυτό που θέλουν τα προσφυγόπουλα είναι να νιώσουν κανονικά παιδιά, σαν όλα τα υπόλοιπα.

Τσέρνομπιλ


Διάβαζα ένα άρθρο για το Τσέρνομπιλ. Η καταστροφή του Τσέρνομπιλ σε εικόνες. Διαβάζοντάς το θυμήθηκα τις μέρες εκείνες που έγινε το ατύχημα, πριν μάθουμε οτιδήποτε εδώ στην Ελλάδα. Εμείς το μάθαμε λίγες μέτρες μετά το Πάσχα, η έκρηξη έγινε σαν χτες, 26 Απρίλίου 1986, 28 χρόνια πριν (τι γρήγορα που περνάει ο καιρός….). Στην Ελλάδα το Πάσχα έπεσε αργά εκείνη τη χρονιά, 4 Μαίου κι ενώ το ραδιενεργό νέφος έκοβε βόλτες πάνω από τα κεφάλια μας εμείς δεν είχαμε ακούσει ακόμα τίποτε. Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα λοιπόν, 5 Μαΐου, αποφασίσαμε μια μεγάλη παρέα να σουβλίσουμε αρνιά στο κέντρο της πόλης, γωνία των οδών Παλαιών Πατρών Γερμανού με Παύλου Μελά. Εκεί υπήρχε ένα καφενείο και στο ίδιο κτίριο ήταν και τα γραφεία του «Ρήγα». Οι Ρηγάδες φίλοι ήξεραν τον καφετζή και είχαν κανονίσει να μας αφήσει έξω τραπέζια και καρέκλες κι εμείς να αναλάβουμε τα υπόλοιπα, όπως και έγινε. Στήσαμε δυο σούβλες, φέραμε και τα λοιπά μεζεδάκια και σαλάτες από τα σπίτια μας και στήσαμε το γλέντι. Μεγάλη παρέα ήμασταν αν και δεν θυμάμαι ακριβή αριθμό. Θυμάμαι όμως πως κεράσαμε όσους μοναχικούς περαστικούς εκείνη τη μέρα μας βρήκαν στο δρόμο τους κι ένας απ’ αυτούς ήταν ο Γιώργος Μούτσιος που εκείνη την εποχή έπαιζε σε παράσταση σττην πόλη. Το μόνο ανησυχητικό ήταν ο καιρός, μουρτζούφλης από το πρωί και φαινόταν πως δεν θα γλυτώναμε τη βροχή. Φροντίσαμε όμως και γιαυτό, κάποιοι είχαν φέρει μεγάλα νάιλον να τ’ απλώσουμε πάνω από τα τραπέζια σε περίπτωση βροχής. Δεν θυμάμαι τι ώρα άρχισε η βροχή, αν είχαμε προλάβει να τελειώσουμε το γλέντι ή όχι, πάντως τα νάιλον τα ανοίξαμε. Δεν θυμάμαι πότε άρχισε να βρέχει όμως σίγουρα δεν είχε σταματήσει όταν αποφασίσαμε να λήξουμε το δευτεροπασχαλιάτικο γλέντι. Κι αυτό γιατί μετά από το τραπέζι και το φαγητό θυμάμαι να έχουμε βρεθεί διάφοροι να περπατάμε στους δρόμους της πόλης και στην παραλία με τη βροχή, χωρίς ομπρέλες και να την έχουμε δει κάτι σε Singing in the rain…. Γύρισα σπίτι μου μούσκεμα αλλά πάρα πολύ ευχαριστημένη. Μια δυο μέρες μετά μάθαμε για την καταστροφή στο Τσέρνομπιλ, άρχισα να παίρνω τηλέφωνα στον Νίκο που εκείνο τον καιρό ήταν στη Βουδαπέστη και ψιλοσυνειδητοποίησα πως ήταν πάρα πολύ κοντά οπότε και ανησύχησα ξαναφέρνοντας στο μυαλό όσα είχα μάθει για τη ραδιενέργεια στο σχολείο αλλα και για να μάθω κάτι περισσότερο, όμως κι εκεί μόλις το είχαν μάθει. Αργότερα πολύ κατάλαβα πως εκείνη τη δεύτερη μέρα του Πάσχα είχα μουσκέψει μέχρι το κόκκαλο από τη από μια βροχή που μάλλον ήταν τίγκα στη ραδιενέργεια. Λέτε από κει να το έπαθα; lol, lol, lol….

Μετά το Πάσχα κατέβηκα στην Αθήνα (ήταν η πρώτη μου χρονιά στην Αθήνα), πλέον είχε γίνει γνωστό το γεγονός και είχε πέσει η υστερία με τα χόρτα και τις φράουλες. Πηγαίναμε στη λαϊκή με την κολλητή μου τη Μαρία και λυπόμασταν τους φραουλάδες. Μέχρι το θεό γεμάτοι οι πάγκοι με φράουλες, οι τιμές είχαν πιάσει πάτο αλλά κανείς δεν αγόραζε. Τι κάναμε εμείς; Αγοράζαμε από ένα κουτάκι από διαφορετικούς πάγκους γιατί και δεν αντέχαμε να τους βλέπουμε και ήταν πειρασμός η τιμή τους για μας τις εν γένει άφραγκες. Είχαμε ακούσει πως με καλό πλύσιμο δεν κινδυνεύεις και σαρώσαμε τις φράουλες σε εξευτελιστική τιμή το κιλό. Τις βάζαμε κάτω από το νερό για ώρα και μετά τις τρώγαμε. Το τι φράουλα έφαγα εκείνη την άνοιξη δεν λέγεται…….

Έγιναν και πορείες για το Τσέρνομπιλ, έπεσε και ξύλο και δακρυγόνα (τότε δεν έπεφταν χημικά αλλά απλά και αθώα δακρυγόνα, με μια βαζελίνη και λίγο λεμόνι τα έφερνες βόλτα, όχι όπως τώρα). Χαμός ένα απόγευμα στα Προπύλαια. Ήταν καθημερινή, τα μαγαζιά ανοιχτά και οι μπαλούρδοι κυνηγούσαν τον κόσμο κάνοντας σλάλομ ανάμεσα σε μαμάδες με παιδάκια στο χέρι και σακούλες στο άλλο, μια ομορφιά.

Κι αφού οι πορείες, οι συζητήσεις με ανευθυνοϋπεύθυνους στην τηλεόραση, η φραουλοτρομοκρατία κλπ κράτησαν μερικές βδομάδες, όλα ξεχάστηκαν όπως γίνεται πάντα και ήρθε κάτι άλλο στο οποίο εστιάσαμε την προσοχή μας και το Τσέρνπμπιλ ξεχάστηκε. Ποτέ δεν έγινε στην Ελλάδα μια εμπεριστατωμένη μελέτη για το τι άφησε πίσω του, αν και σε τι ποσοστό υπήρξε αύξηση των καρκίνων μετά το 1986 κι αν η Βόρεια Ελλάδα είχε μεγαλύτερο ποσοστό καρκινογενέσεων. Όλα αφέθηκαν στη μοίρα τους και ξεχάστηκαν…..

Αχ ρε Κυριάκο…..


Ήταν 2004 νομίζω, προεκλογική περίοδος ή λίγο πριν προκηρυχθύν εκλογές. Η ΝΔ τσίριζε για τους χιλιάδες συμβασιούχους που δεν μονιμοποιούσε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Μιλούσαν για περίπου 250.000 συμβασιούχους και σαν κόμμα διεκήρυσσαν σε όλους τους τόνους, πως ΑΝ έρθουν αυτοί στα πράγματα όλοι αυτοί οι συμβασιούχοι θα γινόταν μόνιμοι. Ήταν επίσης η εποχή που είχαν απαγορεύσει στους ταξιτζήδες να μπαίνουν στις λεωφορειολωρίδες και οι ταξιτζήδες τα είχαν πάρει στο κρανίο και προσπαθούσαν να εξαιρεθούν. Φεύγοντας από το σχολείο πήρα ταξί, βιαζόμουν να επιστρέψω στο σπίτι. Ο ταξιτζής γκρίνιαζε για τις λεωφορειολωρίδες και το πόσο η απαγόρευση σ’ αυτές τους έκοβε μεροκάματο και πως ήθελαν αύξηση στο κόμιστρο γιατί δεν έβγαιναν. Διάλεξε να με περάσει από την οδό Ρηγίλλης, τότε ακόμα ήταν εκεί τα γραφεία της ΝΔ. Μόλις προσπεράσαμε την είσοδο, κόβει ταχύτητα, σταματάει δίπλα σ’ ένα ψηλό τύπο, βγάζει κεφάλι από το παράθυρο και φωνάζει: «Κυριάκοοοο, Κυριάκοοοο….». Ο ψηλός σταμάτησε δίπλα μας, έβγαλε τα ακουστικά του hand’s free και τότε συνειδητοποίησα πως ο ψηλός ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης που πήγαινε στα γραφεία του κόμματος. Ο ταξιτζής, λες και ήταν φίλοι παιδιόθεν με τον Κυριάκο του λέει:

«Κυριάκο τι θα γίνει με τις λεωφορειολωρίδες; Ο πατέρας σου μας υποσχέθηκε πως θα λυθεί το πρόβλημά μας». Χαμογέλασε αμήχανα ο …. Κυριάκος «Όλα θα γίνουν άμα γίνουμε κυβέρνηση… » απάντησε και έκανε να συνεχίσει το δρόμο του. Σιγά μη τον άφηνε ο ταξιτζής…. «Ρε Κυριάκο…. δεν βγαίνουμε λέμε, πρέπει να κάνεις κάτι για μας, εμείς είμαστε όλοι δικοί σας….». «Όλα θα γίνουν, όλα θα γίνουν….» είπε πάλι ο Κυριάκος και την έκανε με ελαφρά.

Ήδη είχε μαζευτεί ουρά πίσω μας και κόρναρε, μαρσάρει ο ταξιτζής, φτάνουμε στο φανάρι και γυρνάει να μου πει: «Είδες ο Κυριάκος; το είπε…. άντε να αλλάξει η κυβέρνηση να το λύσουμε το θέμα μας» Είπα να μη μιλήσω αλλά δεν κρατήθηκα.

«Μα τι θέλατε να σας πει;» του λέω «πολιτικός είναι, τι άλλο θα έλεγε; Πως είστε μαλάκες και δεν θα μπείτε ποτέ στις λεωφορειολωρίδες γιατί θα καθυστερείτε τα λεωφορεία την ώρα που θα ψαρεύετε πελάτες;»

«Ο Κυριάκος είναι σπαθί» μου απαντάει «να το δεις. Κι εμείς θα μπαίνουμε στις λεωφορειολωρίδες και θα διορίσει και τους 250.000 συμβασιούχους που δεν διορίζει το ΠΑΣΟΚ και θα δει με θετικό τρόπο το αίτημά μας για αύξηση του κομίστρου» 

«Ρε φίλε… « του λέω «τραβάει κανένα ζόρι να σας το αυξήσει; από την τσέπη του θα βάλει τα φράγκα; από μένα θα τα πάρεις κι αν εγώ δεν έχω δεν θα πάρω ταξί κι εσύ δεν θα βγάλεις μεροκάματο, όση αύξηση και να σου δώσει πρέπει εγώ να έχω να σου τη δώσω αλλιώς θα μείνεις με την αύξηση αλλά άφραγκος…»

Φυσικά ο ταξιτζής δεν χαμπάριασε και μου ζάλισε το κεφάλι μέχρι να φτάσουμε, για το πόσο θα λύσουμε όλοι τα προβλήματά μας μόλις βγει η ΝΔ.

Φυσικά η ΝΔ βγήκε, δεν διόρισε τους συμβασιούχους που τους ξέχασε μόλις έγινε κυβέρνηση και μάλιστα τους βρήκε πάαααααααρα πολλούς (λες και δεν ήξεραν πόσοι είναι όταν τους υποσχόταν διορισμό), οι ταξιτζήδες δεν μπήκαν νόμιμα στις λεωφορειολωρίδες, το κόμιστρο αυξήθηκε αλλά έπεσε η δουλειά αγάλι αγάλι όσο έπεφταν και οι μισθοί του κόσμου και ο Κυριάκος έγινε επιτέλους υπουργός. Είναι ο υπουργός που τον άκουγα νωρίτερα να λέει με μεγάλη αυτοπεποίθηση  πως φυσικά οι πρώτοι που θα απολυθούν θα είναι οι συμβασιούχοι. Αν και τον πρόλαβε στη στροφή ο υπουργός Παιδείας, πρόλαβε και απέλυσε πρώτος τους εκπαιδευτικούς της Τεχνικής Εκπαίδευσης…..

Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν


Σχεδόν ένας μήνας πέρασε από τη βραδιά που μαύρισε η οθόνη της ΕΡΤ. Καλά βρε, θα ρωτήσει κάποιος, τώρα εσύ θυμήθηκες να το αναφέρεις; Και τι να πεις που δεν έχει ειπωθεί/αναλυθεί από εκατοντάδες άλλους; Μην ανησυχείτε, τίποτε δεν θα πω, όλα έχουν ειπωθεί. Μόνο που σήμερα, χαζεύοντας στο youtube, αφού τα σχολεία έκλεισαν και οι εκπαιδευτικοί είναι σε φάση τεμπελιάσματος, έπεσα πάνω σε παραστάσεις -παλιές και πιο φρέσκες- από το Θέατρο της Δευτέρας. Κλασική θεατρόφιλη από παιδί, τις παρακολουθούσα από την τηλεόραση όσο ήμουν μαθητρια μέχρι που έφυγα για σπουδές και σταμάτησα να έχω τηλεόραση. Στην εποχή μου η τηλεόραση δεν ήταν μέσα στο «φοιτητικό πακέτο» και δεν τη θεωρούσε κανείς απαραίτητο εξοπλισμό ενός φοιτητικού σπιτιού. Που και που χαζεύαμε καμμιά παράσταση στην ανοιχτή τηλεόραση των οινομαγειριών της παλιάς Πάτρας που τρώγαμε, ανάμεσα σε βαρέλια και παπούδες. Απέκτησα τηλεόραση πολλά χρόνια μετά αλλά πλέον είχε ξεθωριάσει και το Θέατρο της Δευτέρας και η διάθεσή μου να το παρακολουθώ στην τηλεόραση. Σήμερα λοιπόν, τεμπελιάζοντας έπεσα πάνω σε παραστάσεις που έχουν ανέβει ολόκληρες στο youtube και παρακολούθησα δύο, τον «Εχθρό του Λαού» του Ίψεν και «Η Πινακοθήκη των Ηλιθίων» του Τσιφόρου. Η πρώτη ήταν ακόμα από την εποχή της ασπρόμαυρής τηλεόρασης και οι μισοί ηθοποιοί δεν ζουν πλέον. Οι άλλοι μισοί γέρασαν. Η δεύτερη ήταν του 1983, μ’ έναν Κιμούλη σχεδόν παιδί και έγχρωμη. Πολύ τις ευχαριστήθηκα, θυμήθηκα τον εαυτό μου παιδί να παρακολουθώ θέατρο πρώτα από το ραδιόφωνο κάθε Κυριακή και μετά από την τηλεόραση κάθε Δευτέρα. Κι επειδή η σκέψη κάνει πηδήματα σαν το κατσίκι στα βράχια, θυμήθηκα και την πρώτη παράσταση που παρακολούθησα στη ζωή μου και εξαιτίας της το θέατρο με μάγεψε. Θυμόμουν ποια ήταν, θυμόμουν αν σε όνειρο και μια σκηνή που με είχε εντυπωσιάσει ακκλα δεν θυμόμουν πότε είχε παιχτεί. Αλλά γιαυτό υπάρχει το ίντερνετ και ο θείος Γούγλης. Με τρία κλικ το βρήκα. Η πρώτη παράσταση που είδα στη ζωή μου ήταν στο ΚΘΒΕ, «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» του Μπρέχτ, Πρώτη Παρουσίαση: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών – Κεντρική Σκηνή, 29/01/1965.

Ήμουν μόλις 4 ετών, ήταν χειμώνας και οι γονείς μου με πήραν μαζί τους, χωρίς να ξέρουν πως απαγορευόταν η είσοδος σε παιδιά κάτω των οκτώ ετών. Στο ταμείο μας το είπαν, εγώ κατέβασα τα μούτρα και οι γονείς μου απογοητεύτηκαν. Θυμάμαι ακόμα τη μαμά, φορούσε το όμορφο παλτό της το μπεζ, με το γιακά που έμοιαζε με εσάρπα και τα μεγάλα κουμπιά που μου άρεσε να παίζω μαζί τους. Δεν θυμάμαι πως αλλά τελικά μας άφησαν να την παρακολουθήσουμε κι ας ήμουν τόσο μικρή. Η μαμά λέει πως πείστηκαν επειδή χιόνιζε και μετά από την συμφωνία πως αν βγάλω κιχ θα μας πετάξουν έξω. Δεν έβγαλα κιχ, το αντίθετο. Μαγεύτηκα…. Θυμάμαι ακόμα την πιο εντυπωσιακή σκηνή, τους θεούς να κατεβαίνουν απο ψηλά, ανάμεσα σε αστραπές, να μιλήσουν στην ΣΕΝ-ΤΕ, ΣΟΥΪ-ΤΑ, που την έπαιζε η Αλέκα Παίζη. Ψιλοκατάλαβα και την υπόθεση του έργου και σχολίαζα, όπως λέει η μαμά, τόσο που εντυπωσιάστηκε μια κυρία από δίπλα. Αυτά δεν τα θυμάμαι, τα λέει η μαμά ίσως και λίγο «φουσκωμένα».

Από εκείνη την πρώτη φορά είδα αρκετές παραστάσεις στο ΚΘΒΕ, τυχεροί ήμασταν οι σαλονικιοί που το είχαμε στην πόλη μας. Στην Πάτρα που βρέθηκα μετά δεν είχε κάτι αντίστοιχο, θεατροπενία λοιπόν για εκείνα τα χρόνια. Μετά ήρθα στην Αθήνα, κάτι άρχισα να ξαναβλέπω αλλά περνούσα και μεγάλες περιόδους αποχής. Τελευταία παράσταση που είδα ήταν της Θεατρικής Ομάδας Ενηλίκων, που λειτουργεί στα πλαίσια της Μουσικοθεατρικής Ομάδας του Ιστού, του Ελεύθερου Κοινωνικού Χώρου Αλληλεγγύης στο ΧαΙδάρι, με το έργο «Το Μάθημα» του Ιονέσκο. Εξαιρετική παράσταση, θα στεκόταν άνετα ανάμεσα σε επαγγελματικές. Στο μάθημα, ένας ηλικιωμένος καθηγητής, ο οποίος παραδίδει μαθήματα γεωγραφίας, αριθμητικής και γλωσσολογίας σε νεαρές κοπέλες, οδηγεί σταδιακά μια ιδιόρρυθμη μαθήτριά του στην πλήρη υποταγή. Mε την πάροδο του χρόνου η δυσκολία των μαθημάτων μεγαλώνει, η μαθήτρια δεν αντιλαμβάνεται πια το δάσκαλό της. Το έργο πραγματεύεται την ανικανότητα επικοινωνίας των ανθρώπων και τα απολιθωμένα γλωσσικά σχήματα, τα οποία υποδηλώνουν τον κομφορμισμό και την έλλειψη εσωτερικότητας της αστικής κοινωνίας. Επιχειρεί μέσα από την ανανέωση της γλώσσας, την πραγμάτωση ενός γενικότερου οράματος για τον άνθρωπο, την τέχνη, τον κόσμο. «Το μάθημα» συνδυάζει το παράλογο του τσίρκου με την τραγικότητα των συμβάντων, αποτελώντας ένα δηκτικό σχόλιο για την πολιτική και την έννομη τάξη. Δείτε το αν το πετύχετε κάπου.

Φωτογραφίες από τη Θεσσαλονίκη της καρδιάς μου


Πάσχα 2013. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια έμεινα για μερικές μέρες στην γειτονιά που μεγάλωσα. Το πρώτο βράδυ βγήκαμε με την αδελφή μου να περπατήσουμε λίγο κι η βόλτα κράτησε δύο ώρες. Δύο ώρες για να γυρίσουμε όλους τους δρόμους που μεγαλώσαμε, να χαζεύουμε εισόδους, δρόμους, πολυκατοικίες, μαγαζιά, δέντρα και αυλές που έμειναν ίδια και να προσπαθούμε να θυμηθούμε τι υπήρχε και τώρα δεν υπάρχει. Μετά από δυο μέρες πήρα ξανά την αδελφή μου και τη φωτογραφική μου μηχανή και ξανακάναμε τη βόλτα, λίγο μεγαλύτερη αυτή τη φορά, για να καταγράψω ό,τι έμεινε να μου θυμίζει μια ζωή που έζησα και κομμάτια της κατέγραψα εδώ μέσα. Λίγα πράγματα έμειναν ίδια κι αυτά πλέον γερασμένα όπως όλοι μας. Οι φωτογραφίες για έναν άσχετο δεν λένε τίποτε, πολυκατοικίες, αυλές, μπαλκόνια, υπόγεια και είσοδοι, δρόμοι και περίπτερα. Όλα όμως αυτά για μένα έχουν να πουν μια ιστορία ακόμα και με την απουσία τους…..

Νύχτα στην Πλατεία Ναυαρίνου να πίνουμε καφέ με τη Μαργαρίτα. Περίπου όπως παλιά, τότε που υπήρχε το μαγαζί.....

Νύχτα στην Πλατεία Ναυαρίνου να πίνουμε καφέ με τη Μαργαρίτα. Περίπου όπως παλιά, τότε που υπήρχε το μαγαζί…..

 Πόσες να ήταν οι φορές που πέρασα αυτή την είσοδο στο παλιό σπίτι της Μαργαρίτας; Χιλιάδες....

Πόσες να ήταν οι φορές που πέρασα αυτή την είσοδο στο παλιό σπίτι της Μαργαρίτας; Χιλιάδες….

 Εκπαιδευτήρια Κοραή το πάλαι ποτέ, νυν παιδικός σταθμός. Νηπιαγωγείο και δημοτικό, πήγα μόνο στο νηπιαγωγείο. Πάλι καλά που υπάρχει....


Εκπαιδευτήρια Κοραή το πάλαι ποτέ, νυν παιδικός σταθμός. Νηπιαγωγείο και δημοτικό, πήγα μόνο στο νηπιαγωγείο. Πάλι καλά που υπάρχει….

Εκπαιδευτήρια "Κοραής" το πάλαι ποτέ, νυν παιδικός σταθμός. Νηπιαγωγείο και δημοτικό, πήγα μόνο στο νηπιαγωγείο. Πάλι καλά που υπάρχει....

Ιπτάμενες σβούρες. Σ’ αυτή την αυλή υπήρχε κάποτε μια τραμπάλα που με τρόμαζε.

Τα μεγάλα πλατάνια της Φλέμινγκ είναι ακόμα όρθια δίπλα στις παλιές πολυκατοικίες του '60

Τα μεγάλα πλατάνια της Φλέμινγκ είναι ακόμα όρθια δίπλα στις παλιές πολυκατοικίες του ’60

 "Σκυλάκια" που φυτρώνουν μόνα τους και στολίζουν το παλιό μπαλκόνι


«Σκυλάκια» που φυτρώνουν μόνα τους και στολίζουν το παλιό μπαλκόνι

Το κτίριο της Μακάμπη, Φλέμινγκ και Μακεδονίας για να μας θυμίζει το εβραϊκό παρελθόν της γειτονιάς και υπάρχει από τον καιρό που η οδός Φλέμινγκ ήταν οδός Μισδραχή. Τώρα η Μισδραχή είναι ένα μικρό στενάκι κάθετο στη Φλέμινγκ

Το κτίριο της Μακάμπη, Φλέμινγκ και Μακεδονίας για να μας θυμίζει το εβραϊκό παρελθόν της γειτονιάς και υπάρχει από τον καιρό που η οδός Φλέμινγκ ήταν οδός Μισδραχή. Τώρα η Μισδραχή είναι ένα μικρό στενάκι κάθετο στη Φλέμινγκ

Ευτυχώς που το παλιό μου σχολείο κρίθηκε διατηρητέο. παραμένει όμως "ζωσμένο" χωρίς χαραμάδα για να φανεί η αυλή.

Ευτυχώς που το παλιό μου σχολείο κρίθηκε διατηρητέο. παραμένει όμως «ζωσμένο» χωρίς χαραμάδα για να φανεί η αυλή.

Αυτό το στενάκι κάποτε έμοιαζε με τον κόσμο ολόκληρο, μετά άρχισε να μικραίνει και να μικραίνει μέχρι που έγινε αυτό που είναι, ένα στενάκι

Αυτό το στενάκι κάποτε έμοιαζε με τον κόσμο ολόκληρο, μετά άρχισε να μικραίνει και να μικραίνει μέχρι που έγινε αυτό που είναι, ένα στενάκι

Ό,τι απόμεινε από τον κήπο του Γιουλούντα με τις ροδιές και το πηγάδι

Ό,τι απόμεινε από τον κήπο του Γιουλούντα με τις ροδιές και το πηγάδι

Οδός Αλ. Φλέμινγκ. Ο κόσμος μου.....

Οδός Αλ. Φλέμινγκ. Ο κόσμος μου…..

Ειδική αναφορά θα κάνω στο μεγάλο κτίριο που στέκεται γκρίζο και άδειανό στη συμβολή των οδών Βασ. ΌΛγας και Φλέμινγκ. Ήταν το πιο μακρινό σημείο της παιδικής μου ηλικίας. Το παλιό «ιταλικό καπνομάγαζο» όπως το ξέραμε τότε.

Η κατασκευή, έργο των ιταλών αρχιτεκτόνων Mario Paniconi και Giulio Pediconi, ανήκει στο αρχιτεκτονικό ύφος του σύγχρονου ρασιοναλισμού και από τη δεκαετία του 60, οπότε και ορθώθηκε ο ογκώδης τσιμεντένιος κύβος στη θέση της Βίλλας, είναι αθέατο από τα μάτια των περαστικών. Το πίσω αυτό κτίριο κατασκευάστηκε αρχικά ως έδρα του ιταλικού Γυμνασίου και Λυκείου «Umberto I», ενώ στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μετατράπηκε σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως αποθηκευτικός χώρος του κρατικού ιταλικού Μονοπωλίου Καπνού. Το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το 1963 με τον τίτλο Centro Italiano di Cultura di Salonicco και το 1977 αποκτά την σημερινή του ονομασία, μετατρέπεται σε παράρτημα του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών και μεταφέρεται στην σημερινή του έδρα. Την 1η Αυγούστου του 2001 γίνεται αυτόνομο. Το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης είναι πολιτιστικό τμήμα της Πρεσβείας της Ιταλίας στην Ελλάδα. Η περιοχή της αρμοδιότητάς του περιλαμβάνει τη Βόρεια Ελλάδα και σκοπός του είναι η ανάπτυξη των πολιτιστικών και μορφωτικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας.

Εμείς, κατεβαίνοντας τη Φλέμινγκ για να πάρουμε το λεωφορείο της «κάτω γραμμής», σκαρφαλώναμε στη μάντρα και κόβαμε τζίτζιφα να φάμε. Απέναντι ήταν και το ξενοδοχείο «Metropolitan» που υπάρχει ακόμα. Αυτό που δεν υπάρχει πλέον είναι το σινεμά Μετροπόλιλταν που στεγαζόταν στο ίδιο κτίριο και στο οποίο περάσαμε πολλά Κυριακάτικα απογεύματα με τη γιαγιά και τις αδελφές μου. Ήταν κυριλέ και έφερνε ταινίες Α’ προβολής, όχι όπως τα υπόλοιπα της γειτονιάς που ήταν Β’ προβολής, «Σήμερον 2 έργα» με εισητήριο 7 δραχμές για τους μεγάλους. Σ’ αυτόν τον κινηματογράφο είδα εντελώς τυχαία ένα κυριακάτικο απόγευμα το Woodstock πριν το «κατεβάσει» η λογοκρισία της εποχής. Τυχαία εντελώς αφού το μόνο κριτήριο ήταν αν είναι «Κατάλληλον». Προβολή νωρίς το απόγευμα και στην αίθουσα μια γιαγιά, τρία κοριτσάκια και μερικοί ψυλλιασμένοι «μαλλιάδες». «Σας άρεσε το έργο;», ρώτησε η μαμά όταν γυρίσαμε. «Μας άρεσε» είπαμε αλλά δεν μπορούσαμε να της εξηγήσουμε τι είδαμε….

Γκραφίτι στον τοίχο του "ιταλικού καπνομάγαζου" έτσι το έλεγαν τότε

Γκραφίτι στον τοίχο του «ιταλικού καπνομάγαζου» έτσι το έλεγαν τότε

Χρόνος πανδαμάτωρ

Χρόνος πανδαμάτωρ

Έμειναν τα κάγκελα που έχουν κι αυτά τη δική τους ιστορία.

Έμειναν τα κάγκελα που έχουν κι αυτά τη δική τους ιστορία.

Ποια ιστορία έχουν τα κάγκελα; Είναι το μόνο κομμάτι ιστορίας εκείνου του οικοδομικού τετραγώνου που διασώθηκε. Γιατί στη θέση που χτίστηκε το κτίριο υπήρχε η Βίλλα Ίντα που χτίστηκε στη δεκαετία 1880. Ονομάστηκε έτσι από την Ίντα Μοντιάνο, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της Θεσσαλονίκης και σύζυγο του χρηματιστή Λεβή Μοντιάνο. Το 1911, η βίλλα αγοράστηκε από τον πρώην δήμαρχο της πόλης, Ουλουσή Μπέη, που αργότερα την πούλησε στο Ιταλικό κράτος. Στέγασε κατά σειρά, το Τουρκικό Προξενείο, το Ιταλικό Σχολείο «Βασίλισσα Μαργαρίτα», το Στρατιωτικό Νοσοκομείο, τα Εκπαιδευτήρια Κοραή και τον Ξενώνα των Αξιωματικών. Το 1958 μεταβιβάζεται στο Ιταλικό Μονοπώλιο Καπνού και κατεδαφίζεται με συνοπτικές διαδικασίες το 1959-60. Στη θέση της βλέπουμε σήμερα το περί ου ο λόγος, κλειστό γκρίζο ογκώδες κτίριο. τα κάγκελα που περικλείουν στις φωτογραφίες τη Βίλλα Ίντα και το σημερινό γκρίζο ογκόλιθο, είναι τα ίδια. Είναι το μόνο κομμάτι ιστορίας εκείνου του οικοδομικού τετραγώνου που διασώθηκε.

Βίλα Ίντα.

Στοιχεία για τη Βίλα Ίντα και το Ιταλικό Μορφωτιικό Ινστιτούτο βρήκα εδώ

ονειρεύτηκα


Προχτές είδα ένα όνειρο  κι ενώ δεν είναι το πρώτο του είδους που βλέπω (ούτε θα είναι το τελευταίο φαντάζομαι) αυτό ειδικά μου έχει κολλήσει στο μυαλό σαν τσίχλα.

Είδα -λέει- πως ήμουν μελλοθάνατη, καταδικασμένη για κάποιο άγνωστο λόγο σε εκτέλεση. Τελευταία μέρα, στο κελί των μελλοθανάτων και περιμένω να έρθει η ώρα μου. Εκεί που περιμένω έρχεται η προηγούμενη από μένα, αυτή που ήδη εκτελέστηκε (μη ρωτάτε, στα όνειρα όλα γίνονται) και τη ρωτούσα πως ήταν, πως ένιωσε την ώρα που περίμενε τη σφαίρα, αν είχε αγωνία, αν ένιωσε πόνο, τι σκέφτεσαι και πως νιώθεις την ώρα που σε βρίσκει η σφαίρα. Κι όλα αυτά όχι με ιδιαίτερη αγωνία, περισσότερο με περιέργεια θα έλεγα. Δεν θυμάμαι την απάντηση, μάλλον δεν υπήρχε αλλά στην επόμενη εικόνα έπρεπε ν’ αλλάξω ρούχα και να βάλω την ειδική στολή για την εκτέλεση. Έπρεπε λοιπόν να βγάλω τη μπλούζα μου και να φορέσω μια κατακόκκινη μπλούζα με στάμπες μπροστά αλλά δεν θυμάμαι καθόλου τι στάμπες ήταν. Έβγαλα τη μπλούζα μου, φόρεσα την κατακόκκινη που ήταν φαρδιά και μακρυά αλλά ήταν μόνο αυτή. Η στολή της εκτέλεσης δεν είχε και παντελόνι κι έμεινα ν’ αναρωτιέμαι πως είναι δυνατό να πάω για να μ’ εκτελέσουν φορώντας μόνο μια κατακόκκινη μπλούζα με στάμπες και το …….βρακί.  Τελικά το όνειρο τελείωσε σαν κωμωδια, μα να σ’ εκτελέσουν χωρίς ένα παντελόνι; με κατακόκκινη μπλούζα και βρακί;

 

Το κόκκινο -λένε- σημαίνει γρήγορο….

αλληλογραφίες


Κουβέντιαζα μ’ ένα φίλο κάποια από τις προηγούμενες μέρες. Κουβέντιαζα λέγοντας εννοώ διαδικτυακά, έτσι κι αλλιώς οι μισές συζητήσεις πλέον της ζωής μας γίνονται διαδικτυακά. Κάποια στιγμή μου είπε πως μοιάζει σαν να αλληλογραφούμε αλλά σε πραγματικό χρόνο. Και τότε θυμήθηκα τι σημαίνει αλληλογραφία, μια διαδικασία που την έχω πλέον ξεχάσει και την οποία οι νεότεροι δεν έχουν καν γνωρίσει. Μια κόλλα χαρτί, φάκελλος, γραμματόσημα και διάθεση και χρόνος να επικοινωνήσεις μ’ ένα αγαπημένο πρόσωπο. Ανάλογα τον παραλήπτη ήταν μια κόλλα με γραμμές, μια σελίδα κομμένη από τετράδιο ή μια κόλλα αλληλογραφίας με τυπωμένα σχέδια, πολύχρωμη και με ασορτί φάκελο. Στις πρώτες κόλλες έγραφα τα γράμματα που μου υπαγόρευε ο πατέρας μου για τον αδελφό του που ζούσε στη Γερμανία, ήμουν η γραμματέας του από τότε που έμαθα να γράφω και να διαβάζω. Έπαιρνα μια τετοια κόλλα με μπλε γραμμές, καθόμουν στο τραπέζι με το μολύβι ή το στυλό στο χέρι και περίμενα ν’ αρχίσει μια διαδικασία που μου φαινόταν πως κρατούσε αιώνα. Ο μπαμπάς έλεγε μια λέξη τώρα και την επόμενη δέκα λεπτά αργότερα (υπερβολή αλλά έτσι το βίωνα τότε), κάθε δυο φράσεις μ’ έβαζε να διαβάσω τι έγραψε και έκανε διορθώσεις. Και πέρναγε η ώρα, εγώ άκουγα τα παιδιά να παίζουν κάτω στο στενό και τρελαινόμουν αλλά τι να πω; Μια φορά τόλμησα να ρωτήσω το μπαμπά γιατί δεν έγραφε μόνος τα γράμματα και μου έδωσε την πιο αστεία δικαιολογία που μπορούσα ν’ ακούσω. Γιατί έκανε -λέει- ορθογραφικά λάθη και δεν ήθελε να είναι ανορθόγραφο το γράμμα. Δεν θυμάμαι αν κρατήθηκα ή αν γέλασα δυνατά όταν το άκουσα. Αν  μπαμπάς μου ήταν ανορθόγραφος μια φορά ο αδελφός του ήταν δέκα φορές. Παιδιά της Κατοχής, πήγαιναν και δεν πήγαιναν σχολείο, ίσα που κατάφεραν να τελειώσουν το δημοτικό ενώ είχαν ήδη βγει στη βιοπάλη αφού έμειναν ορφανά από πατέρα μέσα στην Κατοχή. Τότε κατάλαβα, ο μπαμπάς απλώς βαριόταν όλη αυτή τη διαδικασία, τον κούραζε και είχε βρει τη λύση. Η κόρη του η καλή μαθήτρια θα του έγραφε τα γράμματα που της υπαγόρευε με το χουζούρι του. Μόλις τελείωνε το γράμμα το έπαιρνε και το διάβαζε κι εγώ ευχόμουν μέσα μου _ειδικά τα καλοκαίρια- να μη θυμηθεί πως ήθελε να γράψει και κάτι άλλο και να μ’ αφήσει επιτέλους να πάω για παιχνίδι. Μια τέτοια φορά λοιπόν, ανακάλυψε ένα λάθος -αντί να γράψω «ο μπαμπάς μου» έφαγα τα «μ» και έγραψα ο «παπάς» μου, μέσα στη βαρεμάρα μου τα έφαγα, τι να κάνω; Και αφού ήταν ένα λάθος που μπορούσε να το καταλάβει (είπαμε, ανορθόγραφος γαρ) μου της έβρεξε, μια από τις σπάνιες φορές που το έκανε. Κλάμα και θρήνος εγώ, για την αδικία κυρίως κι όχι για το ξύλο. Και κείνος να με μαλλώνει που δεν είχα το νου ου στο γράμμα αλλά στο παιχνίδι. «Μα που να τον είχα το νου μου βρε μπαμπά; 6-7 χρονών κοριτσάκι ήμουν, που αλλού να είχα νου μου καλοκαιριάτικα ακούγοντας τα παιδιά της γειτονιάς να ξελυσσάνε στο παιχνίδι ενώ εγώ καθόμουν κι έγραφα κάτι βαρετά πράγματα;»

Στην εφηβεία άρχισα να έχω τη δική μου αλληλογραφία. Έσκασε στο σχολείο, δεν ξέρω ποια συμμαθήτρια το έφερε πρώτη, η μόδα της αλληλογραφίας με παιδιά της ηλικίας μας απ’ όλο τον κόσμο. Έστελνες τα στοιχεία σου στον International Pen Pal-κάτι, δήλωνες από ποιες χώρες ήθελες να είναι τα παιδιά που θ’ αλληλογραφήσεις και σε ποια γλώσσα και σου έστελναν κάποιες διευθύνσεις να διαλέξεις. Ξετρελάθηκα με την ιδέα, είχα μόλις άρει το Lower και ήθελα να εξασκήσω τ’ αγγλικά μου αλλά κυρίως να μάθω πως ζουν οι άνθρωποι της ηλικίας μου αλλού. Πως σκέφτονται, πως μεγαλώνουν, αν έχουν τα ίδια προβλήματα με μένα. Μ’ αυτό τον τρόπο έφτασα να έχω περίπου 12 τέτοιους φίλους σ’ όλο τον κόσμο, αγόρια και κορίτσια. Ακόμα θυμάμαι κάποιους, ήταν ο Masato Sato στην Ιαπωνία, ο Serge στη Μπεζανσόν της Γαλλίας, άλλη μια γιαπωνέζα, ένας από τη Ν. Αφρική, μια αμερικάνα, μια αγγλίδα. Επίσης αλληλογραφούσα με τη Μαρία, μια κοπέλα από την Κύπρο. Μας είχαν φέρει ονόματα στο σχολείο μετά το 1974 για ν’ αλληλογραφούμε με παιδιά κάπως σαν ψυχολογική στήριξη. Η Μαρία ήταν από το Βαρώσι και βρέθηκε στη Λεμεσό. Ένα γράμμα τη βδομάδα ανταλλάσαμε, για χρόνια. Μετά η Μαρία ήρθε στην Ελλάδα -κάπου στην Αθήνα- εγώ έφυγα για την Πάτρα και χαθήκαμε. Κάπως έτσι χαθήκαμε και με όλα τα υπόλοιπα παιδιά. Ένας απ’ αυτούς ήρθε και με βρήκε στην Ελλάδα, ο ξανθούλης ο Serge από τη Μπαεανσόν που ήθελε να γίνει μάγειρας. Ήρθαν από τη Γαλλία οδικώς με τον αδελφό του κι έναν φίλο του αδελφού του για διακοπές στην Ελλάδα και αφού πέρασαν από τη Θεσσαλονίκη ήρθαν να με δουν. Στο σπίτι βάρεσε συναγερμός, μα τι θα πει η γειτονιά; Από που κι ως που θα μας επισκεφτούν τρεις μαντράχαλοι ξένοι. Πως θα δικαιολογήσουν το που τους ξέρει η κόρη τους και ως τι θα μας επισκεφτούν; Πάτησα πόδι, γκρίνιαξα, έκλαψα κι έτσι η μάνα μου το επεξεργάστηκε και το σέρβιρε στη γειτονιά ως αποτέλεσμα της φιλομάθειάς μου. «Ε να…. ξέρετε…. για να μη ξεχάσει τ’ αγγλικά το παιδί άρχισε αλληλογραφία κι αφού έρχονται στην Ελλάδα δεν είμαστε γαϊδούρια αφιλόξενα, ένα καφέ θα πιούνε και θα φύγουν…». Ήρθαν τα παιδιά, μαζεύτηκε όλη η οικογένεια στο σπίτι, άλλους ξένους δεν είχαμε δει παρά μόνο τους θείους από τη Γερμανία αλλά αυτοί δεν ήταν κανονικοί ξένοι. Άντε πάλι να κάνω τη γραμματέα και διερμηνέα, να μεταφράζω τις ερωτήσεις του μπαμπά για το αυτοκίνητό τους, τους γονείς τους, τη ζωή τους, μόνο τι προίκα έχουν δεν τους ρώτησαν. Μετά είπαμε να βγούμε βόλτα, σιγά μη με άφηναν μόνη με τους ξένους. Ντύθηκε, στολίστηκε όλη η οικογένεια και βγήκαμε βόλτα στην Παραλία. Εγώ να προσπαθώ να μιλήσω στο φίλο μου και γύρω οι αδελφές μου να μου λένε να τους πω το κοντό τους και το μακρύ τους και λίγα βήματα πιο πίσω ο μπαμπάς και η μαμά να παρακολουθούν με μάτι άγρυπνο για το παραμικρό παραστράτημα. Καταντράπηκα, σιχτίρισα την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισαν να περάσουν, βγάλαμε αναμνηστικές φωτογραφίες, επιστρέψαμε στο σπίτι και οι γάλλοι μας αποχαιρέτησαν μάλλον πανικόβλητοι. Μετά απ’ αυτό η μαμά έλεγε σε όλους πόσο καλά αγγλικά μιλούσα, πως και τα γαλλικά τα «πάλευα» και πόσο καλά παιδιά ήταν οι γάλλοι αλλά «τίποτε πονηρό καλέ….. εντελώς αθώα αλληλογραφούν». Αλληλογραφούσαμε ήθελε να πει μάλλον διότι μετά την εμπειρια ο Serge εξαφανίστηκε και δεν έμαθα πλέον τίποτε γι’ αυτόν.

Ένα καλοκαίρι -θα ήμουν πάνω κάτω 15 χρόνων- αλληλογραφούσα με μια κολλητή μου από το σχολείο. Πήγε στο χωριό της για καπνά κι εγώ στην πόλη όπως κάθε καλοκαίρι. Όμως δεν χαθήκαμε, λάμβανα και λάμβανε ένα γράμμα μέρα παρά μέρα. Ερόταν το πρωί, απαντούσα και το έστελνα την επόμενη. Τη μεθεπόμενη το έπαιρνε, μου απαντούσε κι έτσι το είχα στα χέρια μου τη μεθεπόμενη. Ήταν το λιγότερο βαρετό καλοκαίρι, είχα κάτι να περιμένω. Το τι γράφαμε σε κείνα τα γράμματα!!!! Ηταν η εποχή, γράφαμε για τους εφηβικούς μας έρωτες αλλά και για την επανάσταση και πως θα την κάναμε. Όχι την προσωπική μας επανάσταση αλλά αυτή τη μεγάλη, που θα άλλαζε τον κόσμο. Σκατά στα μούτρα μας κάναμε αλλά τα γράμματα τα έχω ακόμα ενώ με την Κατερίνα χαθήκαμε μόλις τελειώσαμε το σχολείο. Μετά από χρόνια τη βρήκα και τη ρώτησα αν τα έχει για να τα ενώσουμε και να έχουμε ολόκληρη εκείνη την καλοκαιρινή αλληλογραφία. Με κοίταξε σαν να της έλεγα το πιο παράξενο πράγμα του κόσμου και μου είπε πως τα είχε -φυσικά- πετάξει. Μάλλον η Κατερίνα δεν ήταν τόσο συναισθηματική όσο εγώ που έχω ακόμα τα δικά της και όλα όσα έχω ανταλλάξει κατά καιρούς με φίλους. Διότι φυσικά συνέχισα ν’ αλληλογραφώ και μετά το σχολείο. Με την οικογένεια, την κολλητή μου, διάφορους ξένους που γνώριζα τα καλοκαίρια στις διακοπές, φίλους που πήγαν στο στρατό, φίλους που έφυγαν στο εξωτερικό, έρωτες. Τα έχω μέσα σε κουτιά από παπούτσια τα περισσότερα αλλά και μέσα σε βιβλία, σε συρτάρια χύμα, μαζί με φωτογραφίες, σκόρπια σε ράφια. Καμμιά φορά πέφτω πάνω σε κάποιο από αυτά, το ανοίγω και το διαβάζω και ζωντανεύει μπροστά μου όλη η εποχή, οι ξεχασμένοι φίλοι, οι συνήθειες, οι σκέψεις….. Και τότε μελαγχολώ για τα χρόνια που πέρασαν και τους φίλους ου χάθηκαν, για το κορίτσι που ήμουν, για όσα όνειρα έμειναν όνειρα.

Τα γράμματα σταμάτησαν φυσικά με το που μπήκε στη ζωή μας το διαδίκτυο. Τώρα στέλνω mail, δεν χρειάζεται κόλλα αρωματισμένη και φάκελλος ασορτί ούτε γραμματόσημα. Τώρα δεν κοιτάω με αγωνία το γραμματοκιβώτιο αλλά το inbox. Αυτό που δεν έχει αλλάξει είναι η αγωνία όταν περιμένω κάτι. Ανοίγω τον υπολογιστή με την ίδια λαχτάρα που έμπαινα στην πολυκατοικία και κοιτούσα το γραμματοκιβώτιο.Έχω την ίδια χαρά όταν δω το mail που περιμένω με τη χαρά που είχα τότε όταν έβλεπα το γράμμα με το σωστό γραμματόσημο. Με την ίδια αγωνία κάνω κλικ στο εικονίδιο του αδιάβαστου όπως και τότε που έσκιζα άτσαλα το φάκελο για να διαβάσω. Ήταν τόσο έντονο το συναίσθημα της αναμονής και η χαρά όταν έβλεπα ένα γράμμα που ακόμα και τώρα το βλέπω στον ύπνο μου. Να μπαίνω στην παλιά μας πολυκατοικία και να κοιτάζω με λαχτάρα το γραμματοκιβώτιο. Μόνο που τώρα στα όνειρά μου είναι είτε γεμάτο αλλά κανένα γράμμα δεν είναι για μένα, είτε απελπιστικά άδειο.

παράλογο;


παράλογο 1

Ο Σαμαράς διέγραψε την Μπακογιάννη επειδή ψήφισε ΝΑΙ στο Μνημόνιο, ενώ η γραμμή του κόμματος ήταν ΟΧΙ.
Μετά, διέγραψε 21 βουλευτές του επειδή ψήφισαν ΟΧΙ στο Μνημόνιο, ενώ η γραμμή του κόμματος ήταν ΝΑΙ.
Στη συνέχεια, κάποιοι από τους διαγραφέντες είχαν επαφές με την Μπακογιάννη για να ενταχθούν στο κόμμα της, που έλεγε ΝΑΙ στο Μνημόνιο, ενώ αυτοί είχαν διαγραφεί επειδή είπαν ΟΧΙ.
Η Μπακογιάννη, που συζητούσε το ενδεχόμενο ένταξης στο κόμμα της αυτών που ψήφισαν ΟΧΙ, ενώ η ίδια έλεγε ΝΑΙ, κατηγόρησε το Σαμαρά για πολιτική σχιζοφρένεια.
Ο Σαμαράς τώρα μαζεύει πίσω αυτούς που ψήφισαν ΟΧΙ ενώ έπρεπε να ψηφίσουν ΝΑΙ.

παράλογο 2

Φέτος τα παλιά ΕΠΑΛ έγραφαν μαθητές στη Α’ τάξη οι οποίοι παρακολουθούν το πρόγραμμα σπουδών της Α’ τάξης του Νέου Τεχνολογικού Λυκείου με προοπτική του χρόνου να παρακολουθήσουν το αντίστοιχο πρόγραμμα σπουδών της Β’ τάξης κ.ο.κ. Λογικό; Λογικό θα μου πεις…
Αμ δε!!!! Όλο αυτό συμβαίνει ΕΝΩ τα Νέα Τεχνολογικά Λύκεια (όπως και τα αντίστοιχα Νέα Λύκεια) ΔΕΝ έχουν ιδρυθεί ακόμα επίσημα αφού δεν έχει ακόμα κατατεθεί ο νόμος που τα ιδρύει και που ρυθμίζει τα της λειτουργίας τους.  Τους λέγαμε φυσικά ότι παρακολουθούν Τεχνολογικό Λύκειο αλλά τους εγγράφαμε στα μητρώ των ΕΠΑΛ κι αυτό γιατί για ν’ ανοίξεις μητρώο ενός νέου τύπου σχολείου θα πρέπει αυτό ΠΡΩΤΑ να ιδρυθεί επίσημα.  Η χρονιά τελειώνει και δεν ξέρει κανείς τι θα γίνει του χρόνου, τι πρόγραμμα σπουδών θα υπάρχει, τι ωρολόγιο πρόγραμμα, τι εξετάσεις θα δώσουν. Ούτε εμείς, ούτε οι μαθητές, ούτε οι γονείς έχουμε ιδέα. Ο Μπαμπινιώτης δε, πάγωσε την κατάθεση του νόμου στη Βουλή. Οι μαθητές που τελειώνουν φέτος το Γυμνάσιο ΔΕΝ ξέρουν σε τι σχολείο θα πάνε, τι μαθήματα θα κάνουν, πόσες ώρες κλπ. Ρωτάνε οι γονείς και τα παιδιά και τι ακριβώς ν’ απαντήσεις; Εντυπωσιακό;

παράλογο 3

Χωρίς πολλές κουβέντες… ΕΟΠΠΥ και συνταγογράφηση, να χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Γιατρό δεν βρίσκεις, αν θες να βρεις ντε και καλά γιατρό συμβεβλημμένο που να μπορεί να σε δεχτεί σαν ασφαλισμένο κι όχι ιδιωτικά, πρέπει να πάρεις αγκαλιά το τηλέφωνο και να ρωτάς. Κι αν βρεις κάποιον, θα πρέπει να πας να τον βρεις κι ας είναι στην άλλη μεριά της πόλης. Την επόμενη φορά θα βρεις άλλον, λες και είναι περίπτερο που παίρνεις τσιγάρα (που ούτε καν αυτό το αλλάζεις εύκολα) κι όχι γιατρός που πρέπει να ξέρει το ιστορικό σου τουλάχιστον. Όοοοοχι, θα κουβαλάς όλα τα χαρτιά και τις εξετάσεις σου υπό μάλης κάθε φορά. Δεν θες; Μαγκιά σου αλλά θα πλερώσεις, οι μαγκιές πάντα πλερώνονται. Φυσικά θα πλερώσεις, ακόμα κι αν στο μαγκόμετρο είσαι στο μηδέν, στην περίπτωση που δεν υπάρχει γιατρός με κενό στα ραντεβού του, πράγμα όχι απίθανο όταν για παράδειγμα είναι εποχή που «θερίζει’ η γρίπη.Έχεις φράγκα; θα συνέλθεις. Δεν έχεις; Ψόφα…..

παράλογο 4

και το καλύτερο; Άκουσα πριν στις ειδήσεις για την αξιολόγηση που θα εισάγουν στη Δημόσια Διοίκηση!!! Και θέλω να γελάσω δυνατά, να κυλιστώ στα πατώματα από τα γέλια αν δεν ήταν τόσο τραγικό αυτό που άκουσα. Αξιολόγηση; Από ποιούς ρε μάγκες; Τους διευθυντές και ιδιώτες που είπατε; με τι σχεδιασμό ρε μάγκες; Με τι σκοπό, ποια κριτήρια; Γιατί να σας εμπιστευτεί κάποιος και να πιστέψει ότι δεν θα είναι σχεδιασμένη στο γόνατο και δεν θα λειτουργήσει σαν άλλοθι για να κάνετε αυτό που δεν τολμάτε να ξεστομίσετε φοβούμενοι το πολιτικό κόστος; Άλλοθι για ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ με το φτυάρι θα είναι μάγκες μου. Άκου αξιολόγηση!!!! Από ποιούς; Απ’ αυτούς που κατάφεραν να κατεδαφίσουν ένα κράτος (έστω και ζαβό) σε χρόνο μηδέν….

Να εξηγούμαι, δεν είμαι κατά της αξιολόγησης, το αντίθετο. Χρειάζεται η αξιολόγηση, είναι εργαλείο αυτοβελτίωσης και βελτίωσης του παραγόμενου έργου και των παρεχόμενων υπηρεσιών αλλά είναι κάτι που θέλει σχεδιασμό, υποβαθρο επιστημονικό, υποδομές. Θέλει ν’ απαντάει πρώτα στα ερωτήματα «Ποιοι;», «Για ποιο λόγο;», «Ποιος ο στόχος;», «Ποια τα κριτήρια;», «Με ποια εργαλεία;». Αυτούς τους μαστροχαλαστήδες δεν θα τους εμπιστευόμουν ούτε λάμπα ν’ αλλάξουν, όχι να σχεδιάσουν αξιολόγηση….

Δεν γράφω άλλα παράλογα που ζω κάθε μέρα γιατί θα χρειαστώ το ρουχαλάκι της φωτογραφίας και δεν με παίρνει για τέτοια…..

Gabriella Ferri


Είναι Πάσχα του 1984 κι έχω ανέβει στη Θεσσαλονίκη για τις διακοπές. Με την κολλητή μου είμαστε σε μια περίεργη κατάσταση, περνάει τη φάση της και δεν την καταλαβαίνω οπότε κάνω πίσω εκείνες τις μέρες. Αυτό σημαίνει όμως πως ξαφνικά είμαι «άστεγη». Όχι, δεν μ’ έχουν διώξει και από το σπίτι μου αλλά ελάτε στη θέση μου…. είναι ήδη ο έκτος χρόνος που ζω μόνη, σε άλλη πόλη. Κάθε φορά που γυρνάω στη Θεσσαλονίκη για διακοπές είναι και πιο δύσκολο να ξαναμπω στο παιδικό μου κρεβάτι και να ξανα-υποταχτώ στους κανόνες της οικογένειας. Έτσι κάθε φορά στις διακοπές έχουμε μεγάλους καυγάδες για όσα σε μένα φαίνονται αυτονόητα αλλά όχι και στους υπόλοιπους. Αυτός είναι και ο λόγος που φροντιζω να εξαφανίζομαι από το σπίτι όσο περισσότερες ώρες μπορώ. Κι επειδή δεν γίνεται να βολοδέρνομαι όλη μέρα στους δρόμους πάω και τη χώνομαι στο σπίτι της κολλητής μου που είχε κάνει την επανάστασή της και έμενε μόνη σχεδόν αμέσως μόλις τελειώσαμε το σχολείο.

Εκείνη την εποχή συγκατοικούσε με μια άλλη παλιά μας συμμαθήτρια και είναι στην εποχή της μεγάλης τρέλας. Επειδή οι φάσεις μας δεν ταίριαζαν εκείνο το Πάσχα, δεν περνούσα σχεδόν καθόλου από το σπίτι της προτιμώντας να κόβω βόλτες στο κέντρο και στην Παραλία ή να θυμάμαι και να επισκέπτομαι διάφορους ξεχασμένους φίλους και γνωστούς. Σε μια απ’ αυτές τις βόλτες συνάντησα το Γιάννο, έναν αρχιτέκτονα αρκετά μεγαλύτερό μου που τον είχα γνωρίσει ένα δυο χρόνια πριν μέσω άλλων φίλων. Τον πέτυχα σε μια βόλτα στην Παραλία, εγώ με τα πόδια κι αυτός με το ποδήλατό του.  Πιάσαμε την κουβέντα και με κάλεσε στο σπίτι του για καφέ. Πήγα και μιας και έμενε κοντά στο πατρικό μου, το σπίτι του Γιάννου έγινε το καταφύγιό μου για κείνο το Πάσχα. Ο Γιάννος ήταν καλή παρέα, δεν μου την έπεφτε (τουλάχιστον όχι άγρια, λίγο ίσως και πολύ διακριτικά), είχε ωραίο καφέ, καλές μουσικές και πολλά βιβλία. Συν ενδιαφέρουσες κουβέντες που για μένα -την τότε πιτσιρίκα- ήταν «μαγνήτης». Εκείνο το Πάσχα λοιπόν, στο σπίτι του Γιάννου «γνώρισα» την Gabriella Ferri.  Είχε δύο μεγάλες αγάπες ο φίλος μου, τη Ferri και τη Σέριφο. Στο σαλίνι του είχε δύο κορνίζες που το περιέχομένό τους με εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή. Στη μία, μέσα σ’ ένα μεγάλο μπλε φόντο, κολυμπούσε καταμεσής η Σέριφος, κομμένη από χάρτη. Μια μικρούλα Σέριφος που στο κέντρο του κάδρου γινόταν το κέντρο του τοίχου. Ο Γιάννος είχε έρωτα με το νησί κι αυτός ήταν ο τρόπος που βρήκε για να τον εκφράσει. Στο άλλο κάδρο είχε τη Gabriella Ferri, αν θυμάμαι καλά από ένα εξώφυλλο ιταλικού περιοδικού με τίτλο κάτι σαν: «Γκαμπριέλα Φέρι, μια καλλιτέχνις ή ένας καραγκιόζης;». Μου έκανε εντύπωση, δεν την είχα ξανακούσει και φυσικά μόλις ρώτησα ποια είναι, έδωσα εναύσμα στο Γιάννο να μου μιλάει με τις ώρες για την αγαπημένη του τραγουδίστρια. Άκουσα τότε πολλά δικά της τραγούδια  και μου έγραψε και μια κασέτα ο Γιάννος να πάρω μαζί μου φεύγοντας. Μη έχοντας όμως πικάπ δεν ασχολήθηκα παραπάνω με το να βρω περισσότερους δίσκους της. Ξανάπεσα πάνω της όταν «κληρονόμησα» ένα στερεοφωνικό και χωνόμουν στο “Philodisc” για να τσιμπήσω κανένα φτηνό βινύλιο. Εκεί βρήκα ένα δυο δίσκους της και τους αγόρασα. Όταν την πρωτόπαιξα σε φίλους δεν τους πολυάρεσε, ήταν η εποχή που είχε γίνει μόδα η Nuova Compagnia di Canto Popolare και η Ferri ακουγόταν λίγο άγρια στ’ αυτιά τους. Εμένα πάλι αυτή η «αγριάδα» μου άρεσε, ίσως να με είχε επηρεάσει κι ο Γιάννος.

Η Gabriella Ferri λοιπόν, γεννήθηκε στη Ρώμη στις 18 Σεπτεμβρίου του 1942 και πέθανε στις 3 Απριλίου του 2004. Ο πατέρας της, Vittorio, ήταν έμπορος γλυκών  και λάτρης των παραδοσιακών λαϊκών τραγουδιών της Ρώμης.

Η σταδιοδρομία της ξεκίνησε σε ένα νυχτερινό κλαμπ του Μιλάνου το 1963 και το 1965 είχε έκανε ένα πολύ επιτυχημένο ξεκίνημα στη μουσική σκηνή της Ρώμης, τραγουδώντας δημοφιλή λαϊκά τραγούδια της Ρώμης. Όλα ξεκίνησαν όταν η Gabriella συνάντησε τη Luisa De Santis και τα δύο κορίτσια έγιναν στενές φίλες. Και οι δύο απολάμβαναν το τραγούδι και αποφάσισαν να παρουσιαστούν ως duo: Luisa e Gabriella, τραγουδώντας λαϊκά τραγούδια της Ρώμης. Κατά τη διάρκεια μιας παράστασης στο «Intra Club» στο Μιλάνο το 1963, τις πρόσεξε ο Walter Guertler, ο οποίος τους έκανε συμβόλαιο  και τις βοήθησε στην παραγωγή του  πρώτου τους single «Joly», που ήταν μια νέα ερμηνεία του λαϊκού τραγουδιού «La società dei magnaccioni ». Μετά από μια εμφάνιση στην τηλεόραση στο show του Mike Bongiorno, το single τους πούλησε πάνω από 500.000 αντίτυπα. Το πρώτο τους single ακολούθησαν άλλα όπως τα «Sciuri sciuri e Vitti’na crozzà» και «La povera Cecilia» αλλά με μικρότερη επιτυχία. Λόγω αυτής της μικρής επιτυχίας αλλά και του γεγονότος πως η Luisa δεν ευχαριστιέται την επαφή με το κοινό, το δίδυμο αποφασίζει να χωρίσει. Η Gabriella συνέχισε την καριέρα της ως σόλο καλλιτέχνης και θα κυκλοφορήσει το πρώτο της άλμπουμ το 1966. Την ίδια χρονιά περιόδευσε στον Καναδά, μαζί με άλλους λαϊκούς καλλιτέχνες, όπως η Κατερίνα Bueno, Otello Profazio και Lino Toffolo, σε παράσταση σε σκηνοθεσία του Alda Trionfo.

Το 1968 υπέγραψε στην ARC και κυκλοφόρησαν το single «Ε scesa ormai la sera», που δεν έγινε μεγάλη επιτυχία στην Ιταλία. Ωστόσο, το b-side του single – «Τι regalo gli occhi miei» – ηχογραφήθηκε και στα ισπανικά ως «Te regalo mis ojos». Αυτή η ισπανική ηχογράφηση πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα στη Νότια Αμερική. Το 1969 υπέγραψε με RCA της Ιταλίας και συμμετείχε στο φεστιβάλ του Σαν Ρέμο, μαζί με τον Stevie Wonder. Τραγούδησε ένα σπουδαίο rhythm ‘n blues τραγούδι, το «Se tu ragazzo mio» αλλά το τραγούδι αποκλείστηκε στον πρώτο γύρο. Η Gabriella δεν έλαβε από τότε ποτέ ξανά μέρος στο φεστιβάλ του Σαν Ρέμο. Ωστόσο, το τραγούδι έγινε εμπορική επιτυχία και ακολουθήθηκε από το album «Gabriella Ferri». Με αυτό το δίσκο η Gabriella έφερε καινοτομίες στην παραδοσιακή ιταλική λαϊκή μουσική εκμοντερνίζοντάς την.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του εβδομήντα, ηGabriella εκτός από ερμηνεύτρια έκανε και πολλές εμφανίσεις στην τηλεόραση αλλά και τηλεοπτικά shows. («Sera Questa … Gabriella Ferri», «Dove sta Ζα Ζα», «Circo delle voci» και «Mazzabubù».) Το 1981, κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Gabriella», το οποίο περιείχε, επί το πλείστον, τραγούδια που γράφτηκαν γι ‘αυτήν από τον Paolo Conte . Μετακομίζει στις ΗΠΑ για ένα διάστημα όπου αφιερώνεται μόνο στη μουσική της. Το 1987 επιστρέφει στην Ιταλία και παρουσιάζει στην τηλεόραση το show «Biberon». Το 1997 κυκλοφορεί το άλμπουμ «Ritorno al futuro», ένα πολύ προσωπικό άλμπουμ με πολλά τραγούδια γραμμένα από την ίδια τη Ferri. Η Gabriella υποφέρει από σοβαρές καταθλίψεις και εξαφανίζεται από το δημόσιο βίο.

Πέθανε το Corchiano, επαρχία του Viterbo, μετά από πτώση από το μπαλκόνι του τρίτου ορόφου σε μια προφανή αυτοκτονία. Τα μέλη της οικογένειας όμως το αρνούνται΄, υποστηρίζοντας πως ίσως έχασε την ισορροπία της εξαιτίας της λήψης αντικαταθλιπτικής φαρμακευτικής αγωγής.

Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ήταν «Sempre» («Always»).