Ανεμολόγιο


Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε
είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα
και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε
στο εξής θα παίζουμε σ’ αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα

Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε
άλλαξαν λέει τ’ ανεμολόγια και οι ορίζοντες
μας κάνουν χάρη που μας ανέχονται και που γελάσαμε
τώρα δημόσια θα έχουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες

Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε
είμαστε λάθος μες το κεφάλαιο του λάθος λήμματος
ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε
κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος

Δήλωσε η τσούλα η ιστορία ότι γεράσαμε
τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα
όνειρα ξένα ράκη αλλότρια ζητωκραυγάσαμε
και τώρα εισπράττουμε απ’ την εξέδρα μας βροχή δεκάρικα

Ξέσκισε η πόρνη η ιστορία αρχαία οράματα
τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνει και για χαμόμηλο
την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα
την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο

Στίχοι: Κώστας Τριπολίτης
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος

μονόγραμμα


Με κούρασε η ασχήμια, το θράσος, η τεμπελιά, η αγένεια, η παραίτηση. Διάλειμμα ομορφιάς λοιπόν.

Οδυσσέας Ελύτης

Διαβάζουν : Ιουλίτα Ηλιοπούλου και Μίκης Θεοδωράκης

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς;
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς;
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς;
Το χαμένο μου το αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς;
Μαχαίρι
Σαν κριάρι πού τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς;
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς;
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς;
Σε κρατώ και σε πάω και σού φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ ακούς;
Πού μ’ αφήνεις, πού πάς και ποιος, μ’ ακούς;

Σού κρατεί το χέρι πάνω απ’ τούς κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα ‘ρθει μέρα, μ’ ακούς;
Να μάς θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μάς κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς;
Να γυαλίσει επάνω τούς η απονιά, μ’ ακούς;
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μάς ρίξει

Στα νερά ένα ένα, μ’ ακούς;
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς;
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς;
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς;
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς;
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς;
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς;

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ’ ακούς;
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δεν γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς;
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς;
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς;

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς;
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς;
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς;
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς;
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιός μιλεί στα νερά και ποιός κλαίει — ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλον, ποιος φωνάζει, ακούς;
Είμ’ εγώ πού φωνάζω κι είμ’ εγώ πού κλαίω, μ’ ακούς;
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς;

Χρίστος Λάσκαρης


ΚΑΦΕ ΓΙΑ ΔΥΟ

Με υποδέχτηκε λύνοντας την ποδιά,
«Έλα» μου είπε
και με πέρασε στο σαλόνι.
Έβαλε να ψήσει καφέ.

Πάντα,
όταν η καρδιά μου είναι θλιμμένη,
εδώ έρχομαι:
ξέρω πως θα βρω λίγη κουβέντα
και κάποια ζεστασιά.

ΣΥΡΡΙΚΝΩΣΗ

Κάθε μέρα που περνά
μαζεύω και περισσότερο
Λιγοστεύω, λιγοστεύω

ώσπου θα γίνω
η μαύρη κουκκίδα

κλείνοντας τη μικρή μου πρόταση.

 

Ο Χρίστος Λάσκαρης είναι σύγχρονος Έλληνας ποιητής.
Γεννήθηκε στο Χάβαρι Ηλείας το 1931 και από μικρή ηλικία έχει εγκατασταθεί στην Πάτρα. Το 2007 βραβεύτηκε [1] με το διεθνές Βραβείο ποίησης Καβάφη από το Ινστιτούτο Μελετών Ανατολικής παράδοσης Μοχάμεντ Άλι του Καΐρου. Πέθανε την Τετάρτη 11 Ιουνίου2008 στην Πάτρα σε ηλικία 77 ετών.

Τα ποιήματα παραπάνω είναι από τη συλλογή «Δωμάτιο για έναν», έκδοση Γαβριηλίδης , ISBN 3330073588

ουρλιαχτό


Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου χαλασμένα από την τρέλα
ατιμασμένα, .. υστερικά, γυμνά
να σέρνονται μέσα στους μαύρους δρόμους την αυγή
γυρεύοντας, γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση
Φτωχοί και κουρελήδες με βαθουλωμένα μάτια που φτιαγμένοι
ξενυχτούσαν καπνίζοντας το υπερφυσικό σκοτάδι παγωμένων διαμερισμάτων
αρμενίζοντας πάνω απ’ τις κορφές των πόλεων
αφοσιωμένοι στην jazz, άνοιγαν τα μυαλά τους στα ουράνια
κάτω από τον εναέριο σιδηρόδρομο, και βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους
τρεκλίζοντας ποτισμένοι σε ταράτσες λαϊκών πολυκατοικιών
Αποβλήθηκαν από τις ακαδημίες γιατί ήταν λέει τρελοί
και εξέδιδαν άσεμνες ωδές στα παράθυρα της νεκροκεφαλής
τρέμανε σε αξύριστα δωμάτια με τα εσώρουχα
καίγοντας τα λεφτά τους σε καλάθια αχρήστων
και στήνοντας αυτί στον τρόμο μέσα από τον τοίχο
μπουρδολογώντας, ουρλιάζοντας, ξερνοβολώντας, ψιθυρίζοντας
γεγονότα και μνήμες και ανέκδοτα και πλάκες που σπάσανε
και σοκ νοσοκομείων και φυλακών και πολέμων
ολόκληρες διάνοιες που ξεράστηκαν αναπολώντας με απόλυτη ακρίβεια
εννιά μέρες και νύχτες γεμάτοι από άστραυτα
κρέας για την συναγωγή πεταμένο στο πεζοδρόμιο
Έκαναν τρύπες από τσιγάρα στα μπράτσα τους διαμαρτυρόμενοι
για την ναρκωτική καταχνιά του ταμπάκου, του καπιταλισμού
έσπασαν κλαίγοντας σε λευκά γυμναστήρια γυμνοί, τρέμοντας
μπροστά στις μηχανές άλλων σκελετών
Βήχανε στον έκτο όροφο στεφανωμένοι με φλόγα
κάτω από τον φυματικό ουρανό φεσιωμένοι από πορτοκαλιά σαράβαλα θεολογίας
μαγείρεψαν σάπια ζώα, πνευμόνια, καρδιές, πόδια, ουρές
κάνοντας όνειρα, όνειρα για το αγνό βασίλειο των φυτών
Ορνιθοσκαλίζαν όλη νύχτα, ροκεντρολάροντας ανυπέρβλητες ευωδές
που στο κίτρινο προιόν ήταν στροφές ασυναρτησιών, στροφές ασυναρτησιών
χωθήκανε κάτω από φορτηγά ψυγεία κρεάτων ψάχνοντας για ένα αυγό
πέταξαν τα ρολόγια τους από την ταράτσα, για να ρίξουν την ψήφο τους
υπέρ της αιωνιότητας έξω από τον χρόνο και
ξυπνητήρια πέφταν κάθε μέρα στα κεφάλια τους καθ’ όλη την επόμενη δεκαετία, ναι
Κόψανε τις φλέβες τους τρεις φορές συνέχεια ανεπιτυχώς
το πήρανε απόφαση και αναγκαστήκαν να ανοίξουνε μαγαζιά με αντίκες
όπου νιώθαν πως γερνούν και κλαίγανε
και γύρισαν μετά από χρόνια στα αλήθεια φαλακροί αλλά με ματωμένο το κεφάλι
και τα δάκρυα και τα δάκτυλα σε ολοφάνερη καταδίκη της τρέλας των παλάμων
των τρελοπόλεων
λογομαχώντας σε τρομερά δωμάτια με τους αντίλαλους της ψυχής
χορεύοντας rock στις μεσονύχτιες παντέρημες εκτάσεις τις αγάπης
Ένα όνειρο ζωής, ένας βραχνάς, ένα όνειρο ζωής, ένα όνειρο ζωής, ένας βραχνάς
Κορμιά που κυνηγάν βαριά, πέτρα βαριά σαν το φεγγάρι
Κορμιά που κυνηγάν βαριά πέτρα σαν το φεγγάρι…

Στίχοι :Άλλεν Γκίνσμπεργκ

Θα σε φιλέψω στεναγμέ


Θα σε φιλέψω στεναγμέ
τα όχι σου να γίνουν ναι
απ΄την ψυχή μου σαν περνάς
ανάλαφρα να περπατάς.

Να τρέξει φλέβα του καημού
με την ορμή του ποταμού
Σαν φτάσει η αγάπη την αυγή
να’χει στερέψει η πληγή.

Αγκάλιασέ με ουρανέ,
γέλασε κι άστραψε για με
Ρίξε φωτιά του κεραυνού
στην στράτα του αποχωρισμού…

Η σιωπή


Ανδρέας Εμπειρίκος

«Οκτάνα»

Άνοιξη


Ε ναι λοιπόν…. Μπήκε η Άνοιξη!!!! Ε ρε τι έχουμε να τραβήξουμε πάλι φέτος. Ζενίθ – Ναδίρ σε 10» και τούμπαλιν…

Νοσταλγία


Αυτό ’ναι η νοσταλγία: να κατοικείς στο κύµα
και να µην έχεις πατρίδα µες στον χρόνο.
Κ’ οι επιθυµίες αυτό ’ναι: σιγαλή συνοµιλία
της αιωνιότητας µε καθηµερνές ώρες.

Κ’ η ζωή ’ναι αυτό: ώσπου από ένα χτες
να βγει η µοναχικώτερη απ’ τις ώρες ώρα,
που, διαφορετικά απ’ τις άλλες αδελφές της
γελώντας, µπροστά στο αιώνιο µόνο θα σωπάσει.

Rainer – Maria Rilke

ΜΟΝΟ ΣΕ ΜΕΝΑ


Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις
Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που ξέρεις
Δεν είμαι μόνο αυτός που θα ‘πρεπε να μάθεις

Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου και κάπου τη χρωστάω
Αν σ’ αγγίζω με την άκρη του δάχτυλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι

Αν σου μιλήσει μια λέξη μου
Σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι
Αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι

Θ’ αναγνωρίσεις άραγε τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;
Θα βρεις τις πατησιές μου μέσα σε μυριάδες χνάρια;

Είμαι κι ό,τι έχω υπάρξει
Ό,τι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι
Τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες μου πράξεις,
οι πεθαμένες σκέψεις μου

Γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν το αίμα μου
Γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου

Είμαι ό,τι δεν έχω γίνει ακόμα
Μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος
Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω
Γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν

Μη με γυρέψεις αλλού μονάχα εδώ να με γυρέψεις

Μόνο σε μένα

(Τ. Πατρίκιος, 1952)

Κατερίνα…


Πόσο νωρίς φεύγει το φως απ’ τη ζωή μας αδελφέ μου…Μέσα απ’ τ’ αλλεργικά μας βλέφαρα
αργά στα νύχια πατάει η ζωή
μπας και την πάρουμε πρέφα

μακραίνει, χάνεται… κοίτα έγινε κουκκίδα, στρίβει γωνία… πάει…
Σκοτεινιάααα!
Αρνητικά φωτογραφίας κοιτάω και είναι λέει άνθρωποι
κόκκινα φωτιά τα μάτια τους παγιδευμένων λύκων
νύχια δανεικά -πως τους καταντήσαν έτσι- ξένες μασέλες
βδέλλες κολλάνε στο λαρύγγι μας τραβάνε τα κουμπιά μας
μπας και τη βγάλουνε λιγάκι ακόμα
Είναι εκείνοι του τραίνου -τους θυμάμαι καλά-
που όταν κανονίσαμε το πρώτο μας όνειρο να πάμε εκδρομή
μας πέταξαν στις τεντωμένες ράγες του ηλεκτρικού
σαν άδεια σακιά σ’ αφύλαχτη διάβαση
για υπερβάλον βάρος.
Όσοι «ζήσαμε» γραμμένο με εισαγωγικά
χιλιάδες κάνες κεντράρουνε πάνω μας
απ’ την ταράτσα του ΟΤΕ
κρύο κρύο και μελό με το μακό μας φανελάκι
κάνουμε τάχα πως έχουμε παλτό
κι ένα -είδες- όλοι μας τόχουμε
βυσινιό νεύρο κάτω από το μάτι μας βαράει ακόμα.
Πόσο ακριβή ειν’ αδελφέ μου η ζωή
πόσο φτηνήνανε τα είδη κουράγιο ρε
Μερικές φορές -μα δεν το βάζω κάτω-
έρχονται τούμπα τα αντικαταθλιπτικά
και γέρνει η παλάντζα
δεν έχει άλλο μπρος
σκύβω τότε και παίρνω στα δόντια μου
το ματωμένο μου μυαλό και πάω πίσω πίσω
γυρίζω πίσω να σωθώ
κι ύστερα δε βρίσκω το δρόμο
γιατί και κει είναι σκατά -σα να μην τόξερα-
παντού σπασμένες σιδεριές και θραυσματα οβίδας
τρομάζω τα χάνω με το παραμικρό και δεν έχω που να πάω
μονάχα η πόρτα της ΥΠΕΡΑΓΟΡΑΣ είναι ανοιχτή
και χώνομαι μέσα
κοιτάω σαν αρπαχτικό που πάνε τα λεφτά
και την αξία χρήσης
Ντελίριουμ Τρέμενς το λεν αυτοί ΕΓΩ ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΛΕΨΩ
βάζω τότε όλα τα στερεοφωνικά να παίζουν μαζεμένα
κάθε μάρκα κι άλλο σκοπό
και τα μεγάφωνα στο φουλ να σπάσουν τ’ αφτιά τους
κι ύστερα μ’ ένα Σίγγερ ψαλιδάκι καλό
κόβω γύρω γύρω το στόμα τους το μεγαλώνω
κολλά πάνω κει την ψυχή μου φιλί του θανάτου
και μέσα τους αδειάζω τα ψυχοφάρμακα
τα φαρμακεία τους και τους φαρμακοποιούς τους μαζί
Θάνατος στο Βυζάντιο σιχτίρ οι δυναστείες
το διάφραγμα της φίλης μου τις ειρηνικές επαμβάσεις
οι πουλημένες τραβηχτικές Kodak και Γ. Σταύρου
να πάνε να πεθάνουν
Θάνατος στους Αθάνατους
μαύρες σημαίες και κόκκινο το φως ανοίγει
-Θ’ ΑΝΟΙΞΕΙ- ο δρόμος το στόμα
τα μάτια η καρδιά και το μυαλό.
Έτσι να κάνουμε θα πέσει η πόρτα.
Κι η μηχανή με το αρχαίο φιλμ. Μη. Μη συνέχεια οι άνθρωποι
μαύρα αρνητικά και μεις ΚΑΜΕΝΟΙ ΗΛΙΟΙ
Κατερίνα Γώγου,
από το «Ιδιώνυμο»

μεγάλο γράμμα III


Κι έπειτα,
μείναμε πλάτη με πλάτη.
Στη μια γωνιά ταβέρνα.
Στην άλλη καπνοπωλείο
με κρεμασμένες αθλητικές εφημερίδες.
Κι ανάμεσα το βράδυ.
( Να γύρισε να δει; )
Πέρασες την ταβέρνα.
Εκείνη θα προσπέρασε το καπνοπωλείο
-(Όχι όχι δε γύρισε)
Το’χες σκεφτεί έτσι καλά…
(Βέβαια δε γύρισε.
Έφυγε.)
Έτσι λοιπόν με το μαχαίρι,
καλά τα κατάφερες,
με το μαχαίρι,
κι είσαι χαρούμενος
κουνάς ελεύθερα τα χέρια σου.
Και πρόλαβες.
(Και πάντα αυτός ο φόβος μη δεν πρόλαβες.)
Με το μαχαίρι κι όχι κλάψες
-(Πώς να πήγε σπίτι;
Τι να κατάλαβαν στο πρόσωπό της;
Σε πια καρέκλα κάθισε;
Τι είπε;
Γιατί να συμφωνήσει έτσι μαζί σου;
Γιατί έστω μια λέξη να μην πει
απ’ό,τι πια δεν περιμέναμε;
Γιατί να μη δείξει ένα αδιόρατο σημείο;
Κι εκείνο που’δειξε γιατί να τ’αγνοήσεις;
Γιατί εσύ να μην το φτιάξεις το σημείο εκείνο;
Κι ανάμεσα ένα μαχαίρι
-Όχι. Ένας δρόμος που πάει κι απλώνει πάει κι απλώνει
όπως να στρίψεις πάει κι απλώνει-
Κι ανάμεσα,ένα μαχαίρι.

Τίτος Πατρίκιος

μέρες του 1903 (;)



Ο Σεπτέμβρης του 1903
Τουλάχιστον με πλάναις ας γελιούμαι τώρα
την άδεια την ζωή μου να μη νοιώθω.
Και ήμουνα τόσαις φοραίς τόσο κοντά,
Και πώς παρέλυσα, και πώς δειλίασα
γιατί να μείνω με κλειστά τα χείλη
και μέσα μου να κλαίη η άδεια μου ζωή
και να μαυροφορούν η επιθυμίαις μου.
Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι
στα μάτια, και στα χείλη τα ερωτικά,
στ’ ονειρεμένο, το αγαπημένο σώμα.
Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι.

Ο Δεκέμβρης του 1903
Κι’ αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω
-αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
η μέραις του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
ταις λέξεις και ταις φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα κι’ αν περνώ, όποιαν ιδέα κι’ αν λέγω.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Πολιορκημένος χρόνος


Νομίζαμε πως γνωριζόμαστε καλά.
Μα όταν τα κουρασμένα ρούχα μας αρχίσανε να πέφτουν
χωρίς προσχήματα ούτε ανταλλάξιμη παραφορά
και μείναν τα κορμιά μας απροσποίητα
φάνηκε καθαρά πόσο μακρύς ήταν ο δρόμος
πόσο ήταν ο χρόνος μας πολιορκημένος, και μεις
δύο άνθρωποι συνηθισμένοι, περίπου απροσπέλαστοι.
Τίτος Πατρίκιος
Παρίσι, Μάρτης 1962

Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε


Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
για να γεννηθείτε
αν δεν σας νοιάζει που η ευτυχία
δεν είναι πάντα
και τόσο διασκεδαστική
αν δεν σας νοιάζει μια δόση κόλασης
που και που
όταν όλα πάνε καλά
γιατί ακόμα και στον παράδεισο
δεν τραγουδούν
όλη την ώρα

Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
για να γεννηθείτε
αν δεν σας νοιάζει που μερικοί άνθρωποι πεθαίνουν
όλη την ώρα
ή έστω απλώς λιμοκτονούν
κάποιες ώρες
στο κάτω κάτω δεν πειράζει
αφού δεν είστε εσείς

Α, ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
για να γεννηθείτε
αν δεν σας πολυνοιάζουν
λίγα ψόφια μυαλά
στις ψηλότερες θέσεις
ή μια δυο βόμβες
που και που
στα ανεστραμμένα σας πρόσωπα
ή άλλες τέτοιες απρέπειες
απ’ τις οποίες μαστίζεται η κοινωνία μας
με τους διακεκριμένους άνδρες της
και τους κληρικούς της
και τους λοιπούς αστυφύλακες
και τις διάφορες φυλετικές διακρίσεις της
και τις κοινοβουλευτικές ανακρίσεις της
και τις άλλες δυσκοιλιότητες
που η τρελή μας σάρκα
θα κληρονομήσει

Ναι ο κόσμος είναι το καλύτερο μέρος
για ένα σωρό πράγματα όπως το να κάνεις κουταμάρες
και να κάνεις έρωτα
και να είσαι λυπημένος
και να τραγουδάς φτηνά τραγούδια και να έχεις εμπνεύσεις

ΛΩΡΕΝΣ ΦΕΡΛΙΝΓΚΕΤΤΙ

may i feel said he


may i feel said he
(i’ll squeal said she
just once said he)
it’s fun said she

(may i touch said he
how much said she
a lot said he)
why not said she

(let’s go said he
not too far said she
what’s too far said he
where you are said she)

may i stay said he
(which way said she
like this said he
if you kiss said she

may i move said he
is it love said she)
if you’re willing said he
(but you’re killing said she

but it’s life said he
but your wife said she
now said he)
ow said she

(tiptop said he
don’t stop said she
oh no said he)
go slow said she

(cccome?said he
ummm said she)
you’re divine!said he
(you are Mine said she)

by e e cummings