μονόγραμμα


Με κούρασε η ασχήμια, το θράσος, η τεμπελιά, η αγένεια, η παραίτηση. Διάλειμμα ομορφιάς λοιπόν.

Οδυσσέας Ελύτης

Διαβάζουν : Ιουλίτα Ηλιοπούλου και Μίκης Θεοδωράκης

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς;
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς;
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς;
Το χαμένο μου το αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς;
Μαχαίρι
Σαν κριάρι πού τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς;
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς;
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς;
Σε κρατώ και σε πάω και σού φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ ακούς;
Πού μ’ αφήνεις, πού πάς και ποιος, μ’ ακούς;

Σού κρατεί το χέρι πάνω απ’ τούς κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα ‘ρθει μέρα, μ’ ακούς;
Να μάς θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μάς κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς;
Να γυαλίσει επάνω τούς η απονιά, μ’ ακούς;
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μάς ρίξει

Στα νερά ένα ένα, μ’ ακούς;
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς;
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς;
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς;
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς;
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς;
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς;

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ’ ακούς;
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δεν γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς;
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς;
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς;

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς;
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς;
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς;
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς;
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιός μιλεί στα νερά και ποιός κλαίει — ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλον, ποιος φωνάζει, ακούς;
Είμ’ εγώ πού φωνάζω κι είμ’ εγώ πού κλαίω, μ’ ακούς;
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς;

Advertisements

Χρίστος Λάσκαρης


ΚΑΦΕ ΓΙΑ ΔΥΟ

Με υποδέχτηκε λύνοντας την ποδιά,
«Έλα» μου είπε
και με πέρασε στο σαλόνι.
Έβαλε να ψήσει καφέ.

Πάντα,
όταν η καρδιά μου είναι θλιμμένη,
εδώ έρχομαι:
ξέρω πως θα βρω λίγη κουβέντα
και κάποια ζεστασιά.

ΣΥΡΡΙΚΝΩΣΗ

Κάθε μέρα που περνά
μαζεύω και περισσότερο
Λιγοστεύω, λιγοστεύω

ώσπου θα γίνω
η μαύρη κουκκίδα

κλείνοντας τη μικρή μου πρόταση.

 

Ο Χρίστος Λάσκαρης είναι σύγχρονος Έλληνας ποιητής.
Γεννήθηκε στο Χάβαρι Ηλείας το 1931 και από μικρή ηλικία έχει εγκατασταθεί στην Πάτρα. Το 2007 βραβεύτηκε [1] με το διεθνές Βραβείο ποίησης Καβάφη από το Ινστιτούτο Μελετών Ανατολικής παράδοσης Μοχάμεντ Άλι του Καΐρου. Πέθανε την Τετάρτη 11 Ιουνίου2008 στην Πάτρα σε ηλικία 77 ετών.

Τα ποιήματα παραπάνω είναι από τη συλλογή «Δωμάτιο για έναν», έκδοση Γαβριηλίδης , ISBN 3330073588

ουρλιαχτό


Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου χαλασμένα από την τρέλα
ατιμασμένα, .. υστερικά, γυμνά
να σέρνονται μέσα στους μαύρους δρόμους την αυγή
γυρεύοντας, γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση
Φτωχοί και κουρελήδες με βαθουλωμένα μάτια που φτιαγμένοι
ξενυχτούσαν καπνίζοντας το υπερφυσικό σκοτάδι παγωμένων διαμερισμάτων
αρμενίζοντας πάνω απ’ τις κορφές των πόλεων
αφοσιωμένοι στην jazz, άνοιγαν τα μυαλά τους στα ουράνια
κάτω από τον εναέριο σιδηρόδρομο, και βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους
τρεκλίζοντας ποτισμένοι σε ταράτσες λαϊκών πολυκατοικιών
Αποβλήθηκαν από τις ακαδημίες γιατί ήταν λέει τρελοί
και εξέδιδαν άσεμνες ωδές στα παράθυρα της νεκροκεφαλής
τρέμανε σε αξύριστα δωμάτια με τα εσώρουχα
καίγοντας τα λεφτά τους σε καλάθια αχρήστων
και στήνοντας αυτί στον τρόμο μέσα από τον τοίχο
μπουρδολογώντας, ουρλιάζοντας, ξερνοβολώντας, ψιθυρίζοντας
γεγονότα και μνήμες και ανέκδοτα και πλάκες που σπάσανε
και σοκ νοσοκομείων και φυλακών και πολέμων
ολόκληρες διάνοιες που ξεράστηκαν αναπολώντας με απόλυτη ακρίβεια
εννιά μέρες και νύχτες γεμάτοι από άστραυτα
κρέας για την συναγωγή πεταμένο στο πεζοδρόμιο
Έκαναν τρύπες από τσιγάρα στα μπράτσα τους διαμαρτυρόμενοι
για την ναρκωτική καταχνιά του ταμπάκου, του καπιταλισμού
έσπασαν κλαίγοντας σε λευκά γυμναστήρια γυμνοί, τρέμοντας
μπροστά στις μηχανές άλλων σκελετών
Βήχανε στον έκτο όροφο στεφανωμένοι με φλόγα
κάτω από τον φυματικό ουρανό φεσιωμένοι από πορτοκαλιά σαράβαλα θεολογίας
μαγείρεψαν σάπια ζώα, πνευμόνια, καρδιές, πόδια, ουρές
κάνοντας όνειρα, όνειρα για το αγνό βασίλειο των φυτών
Ορνιθοσκαλίζαν όλη νύχτα, ροκεντρολάροντας ανυπέρβλητες ευωδές
που στο κίτρινο προιόν ήταν στροφές ασυναρτησιών, στροφές ασυναρτησιών
χωθήκανε κάτω από φορτηγά ψυγεία κρεάτων ψάχνοντας για ένα αυγό
πέταξαν τα ρολόγια τους από την ταράτσα, για να ρίξουν την ψήφο τους
υπέρ της αιωνιότητας έξω από τον χρόνο και
ξυπνητήρια πέφταν κάθε μέρα στα κεφάλια τους καθ’ όλη την επόμενη δεκαετία, ναι
Κόψανε τις φλέβες τους τρεις φορές συνέχεια ανεπιτυχώς
το πήρανε απόφαση και αναγκαστήκαν να ανοίξουνε μαγαζιά με αντίκες
όπου νιώθαν πως γερνούν και κλαίγανε
και γύρισαν μετά από χρόνια στα αλήθεια φαλακροί αλλά με ματωμένο το κεφάλι
και τα δάκρυα και τα δάκτυλα σε ολοφάνερη καταδίκη της τρέλας των παλάμων
των τρελοπόλεων
λογομαχώντας σε τρομερά δωμάτια με τους αντίλαλους της ψυχής
χορεύοντας rock στις μεσονύχτιες παντέρημες εκτάσεις τις αγάπης
Ένα όνειρο ζωής, ένας βραχνάς, ένα όνειρο ζωής, ένα όνειρο ζωής, ένας βραχνάς
Κορμιά που κυνηγάν βαριά, πέτρα βαριά σαν το φεγγάρι
Κορμιά που κυνηγάν βαριά πέτρα σαν το φεγγάρι…

Στίχοι :Άλλεν Γκίνσμπεργκ

Θα σε φιλέψω στεναγμέ


Θα σε φιλέψω στεναγμέ
τα όχι σου να γίνουν ναι
απ΄την ψυχή μου σαν περνάς
ανάλαφρα να περπατάς.

Να τρέξει φλέβα του καημού
με την ορμή του ποταμού
Σαν φτάσει η αγάπη την αυγή
να’χει στερέψει η πληγή.

Αγκάλιασέ με ουρανέ,
γέλασε κι άστραψε για με
Ρίξε φωτιά του κεραυνού
στην στράτα του αποχωρισμού…

Νοσταλγία


Αυτό ’ναι η νοσταλγία: να κατοικείς στο κύµα
και να µην έχεις πατρίδα µες στον χρόνο.
Κ’ οι επιθυµίες αυτό ’ναι: σιγαλή συνοµιλία
της αιωνιότητας µε καθηµερνές ώρες.

Κ’ η ζωή ’ναι αυτό: ώσπου από ένα χτες
να βγει η µοναχικώτερη απ’ τις ώρες ώρα,
που, διαφορετικά απ’ τις άλλες αδελφές της
γελώντας, µπροστά στο αιώνιο µόνο θα σωπάσει.

Rainer – Maria Rilke