Γαμώ τα Υπουργεία μου


Αποτέλεσμα εικόνας για πανεπιστήμιαΠιστεύω πως το μεγάλο σκάνδαλο δεν είναι, στην ουσία του, πως η Κεραμιδαρέως αναγνώρισε τα αμφιβόλου ποιότητας ιδιωτικά κολέγια/πανεπιστήμια που υπάρχουν στην Ελλάδα, παρακάμπτοντας το Άρθρο 16 του Ελληνικού Συντάγματος. Το σκάνδαλο είναι πως το έκανε σαν μέτοχός τους, σαν μάνατζερ ή ατζέντης τους. Θέλεις μανδάμ να το κάνεις; Κάντο στην τελική αλλά με ίσους όρους με τα δημόσια Πανεπιστήμια αλλιώς λειτουργείς σαν ατζέντης των κολεγιάδων. Όχι κυρά μου, δεν μπορείς να βάζεις στο δημόσιο πανεπιστήμιο, που ακόμα δεν έχει δίδακτρα, εκατό εμπόδια και βάσεις του 10 για την πρόσβαση αλλά και κατά τη διάρκεια της φοίτησης (μη ξεχνάμε το ν + 2) αλλά επιτρέπεις να φοιτήσει οποιοσδήποτε στο ιδιωτικό, ελεύθερα και χωρίς κανένα εμπόδιο, αρκεί να έχει τα φράγκα και να αναγνωρίζεται μετά σαν ισότιμος με τον απόφοιτο του δημόσιου. Θέλετε βάση του 10 και ν+2 στο δημόσιο πανεπιστήμιο; Μαγκιά σας, αλλά βάλτε τη βάση του 10 και το ν+2 και στα ιδιωτικά κολέγια που θέλω να δω κάτι. Και μην ακούσω βλακείες περί Ευρώπης και Αμερικής και μπούρδες. Σε όλα τα σοβαρά πανεπιστήμια όπου γης, με το βαθμό σου σε παίρνουν, σε ΔΙΑΛΕΓΟΥΝ ανάλογα με το βαθμό σου, δεν πας όπου γουστάρεις ακόμα κι αν έχεις φράγκα.

Όσο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω γιατί έπρεπε να έχουμε για Υπουργό κάποιον Νομικό σπουδαγμένο στο Χάρβαρντ. Μάλλον εκεί στα Χάρβαρντ τους μαθαίνουν πως να κάνεις μεγάλες λοβιτούρες, όχι λουμπινιές της πλάκας.
Διορθώστε με αν κάνω λάθος διότι νομικά δεν ξέρω αλλά έχω την απλή λογική των μαθηματικών. Το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος του κράτους, σωστά; Άρα κανείς νόμος δεν μπορεί να αντιβαίνει στα άρθρα του Συντάγματος. Για παράδειγμα, το Σύνταγμα μιλάει για ανεξιθρησκεία, δεν μπορεί να υπάρχει νόμος που ορίζει πως όλοι οι μη Ορθόδοξοι θα φυλακίζονται -κι ας ψηφιστεί ομόφωνα και από τους 300 της Βουλής- διότι αντιβαίνει σε άρθρο του Συντάγματος, σωστά; Θέλει λοιπόν να είσαι επιστήμων της λοβιτούρας για να ψηφίσεις νόμο που αντιβαίνει σε άρθρο του Συντάγματος πράγμα που έκανε η Χαρβαρντιώτισσα υπουργός μας. Πως το έκανε αυτό; Έχω καταλήξει στο εξής.

Ανακατεύοντας και μπερδεύοντας τεχνηέντως τα Επαγγελματικά δικαιώματα με τα Ακαδημαϊκά δικαιώματα. Διότι ένα πράγμα είναι το ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ δικαίωμα και εντελώς διαφορετικό πράγμα είναι το ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟ δικαίωμα. Έτσι λοιπόν η Κεραμίδα που μας κάθισε στο κεφάλι, φωνάζει για επαγγελματικά δικαιώματα των απόφοιτων ΙΕΚ-Κολεγίων (γιατί πανεπιστήμια δεν τα λες) τα οποία ήταν ήδη αναγνωρισμένα ΑΛΛΑ για να διοριστείς σε σχολείο να δουλέψεις σαν εκπαιδευτικός ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ και ακαδημαϊκό δικαίωμα κι εδώ έρχεται το άρθρο 16 του Συντάγματος που απαγορεύει σε να δίνονται ακαδημαϊκά δικαιώματα από εκπαιδευτικούς οργανισμούς εκτός των δημόσιων Πανεπιστημίων. Για να δουλέψεις σαν εκπαιδευτικός απαιτείται ακαδημαϊκό δικαίωμα και επαγγελματικό δικαίωμα που παλιά το αποκτούσες είτε φοιτώντας σε -λεγόμενη- καθηγητική σχολή είτε φοιτώντας επιπλέον στην τότε ΣΕΛΕΤΕ τώρα ΑΣΠΑΙΤΕ για απόκτηση Παιδαγωγικής επάρκειας. Τώρα ακόμα και στις καθηγητικές σχολές είναι υποχρεωτικό να κάνεις μαθήματα Παιδαγωγικών και Διδακτικής του αντικειμένου σου, οι δε υπόλοιποι χωρίς ΑΣΠΑΙΤΕ σχολεία δεν βλέπουν.
Κι έρχεται η Υπουργός παίζοντας το εδώ δικαίωμα, εκεί δικαίωμα που είναι το δικαίωμα και θέλει να στείλει στα σχολεία ανθρώπους που μπορεί να φοίτησαν σε καλά κολέγια, να ήταν και καλοί σπουδαστές αλλά ΔΕΝ έχουν ούτε το ακαδημαϊκό δικαίωμα -διότι το απαγορεύει το Σύνταγμα, τι να κάνουμε τώρα;- αλλά ούτε και το επαγγελματικό όπως απαιτείται από όλους όσους έχουν το ακαδημαϊκό!!! Και μάλιστα απειλούν ήδη με προσφυγές διότι δεν πρόκαμαν να μπουν στη Προκήρυξη που τρέχει για διορισμό.
Αυτό όλο το πράγμα «στέκεται» δλδ νομικά; Θα μου πεις και τι; Θα το πας στο ΣτΕ; Ας γελάσω δυνατά…..

Και κάτι τελευταίο. Για να μπορεί ένας Εκπαιδευτικός Οργανισμός να αποκαλείται Πανεπιστήμιο πρέπει να κάνει Επιστημονική Έρευνα, δεν νοείται πανεπιστήμιο χωρίς Έρευνα. Επίσης οι διδάσκοντες σ’ αυτό πρέπει να πληρούν κάποιους όρους και να έχουν συγκεκριμένα τυπικά προσόντα στα οποία περιλαμβάνεται ένα διδακτορικό. Πείτε ένα από τα κολέγια που λειτουργούν στην Ελλάδα στο οποίο να γίνεται επιστημονική Έρευνα και το διδακτικό του προσωπικό να έχει αντίστοιχες βαθμίδες με τα Πανεπιστήμια και αντίστοιχα τυπικά προσόντα.

Ένα βρείτε μου. Κι όλα αυτά τα πρώην ιδιωτικά ΙΕΚ, όλους αυτούς τους Ξυνήδες τους βαφτίσαμε Πανεπιστήμια εν μία νυκτί.

Joker


Αποτέλεσμα εικόνας για Joaquin PhoenixΑνάποδος χρόνος-δεκατρείς μήνες, κάβουρα και Μάρτη. Έτσι με αποκαλούσε πάντα η μάνα μου όταν δεν με αποκαλούσε ευθέως στριμμένη. Όλα ανάποδα τα κάνεις, έτσι έλεγε. Σήμερα λοιπόν, μέρα που όλοι γράφουν αποψάρες για το silly walk της Φιλαδέλφειας και την παρέλαση με φανέλες του Ολυμπιακού και τις παρελάσεις γενικώς, εγώ γαργαλιέμαι να γράψω γνώμη για την ταινία. Τώρα που έκατσε ο κουρνιαχτός από το ντου της αστυνομίας σε κινηματογράφους και της ηλίθιας απαγόρευσης της ταινίας για τους κάτω των 18 έφηβους.

Έχει μερικές μέρες που την είδα, περίμενα να μειωθεί ο κόσμος γιατί βαριέμαι να περιμένω σε ουρές για εισιτήρια και να προσπαθώ να δω ταινία ανάμεσα σε κεφάλια και στριμωγμένη σε άβολη στάση. Μπήκα στην αίθουσα έχοντας διαβάσει -θέλοντας και μη- δεκάδες λέξεις που αφορούσαν την ταινία. Αναλύσεις, απόψεις και αποψάρες. Μου έκαναν εντύπωση οι αναλύσεις που τη βρήκαν μαρξιστική, επαναστατική κλπ κλπ. Και που αυτή η επαναστατικότητα και η «μαρξιστικότητα» ήταν η αιτία για το ντου στους κινηματογράφους έτσι ώστε να μη μολυνθούν οι πιτσιρικάδες από το μικρόβιο της Επανάστασης. Η απορία μου ήταν πως διάολο δεν το κατάλαβε αυτό το Χόλιγουντ και χρηματοδότησε μια ταινία που θα ήταν βόμβα στα θεμέλιά του. Πάμε λοιπόν, αρχίζει η αποψάρα.

Καταρχάς ο πρωταγωνιστής. Ο  Joaquin Phoenix αξίζει όλα τα Όσκαρ και μερικά ακόμη. Απίστευτη ερμηνεία, δεν ξέρω πως μπορεί κάποιος να υποδυθεί αυτό το ρόλο και να και να ξαναγίνει αυτό που ήταν πριν τη συνάντησή του μαζί του. Κι ένα ακόμη respect στον  Joaquin Phoenix που έκανε καριέρα στο Χόλιγουντ με στραβά δόντια. Πάμε τώρα στην ταινία. Η βία…. σιγά τη βία. Πιο πολλή βία υπάρχει σε διάφορες τηλεοπτικές σειρές τύπου CSI και Criminal Minds, σειρές που προβάλλονται σε prime time στα ελληνικά κανάλια. Η βία της ταινίας, ‘όπου υπήρχε, υπηρετούσε το story δεν υπήρχε εκεί αψυχολόγητα. Η ταινία είχε ατμόσφαιρα, ήταν σκοτεινή και βαριά. Στο πρώτο μισάωρο την ένιωθα να μου πλακώνει το στήθος. Ζούσαμε με dolby surround μια πραγματικότητα που ξέρουμε πως υπάρχει εκεί, έξω από το δικό μας μικρόκοσμο, αλλά που δεν τη βιώνουμε εμείς οι ίδιοι στο πετσί μας. Κι αυτή η πραγματικότητα είναι και βαριά και ζόρικη κι έχει πολλή βία. Το Joker όμως δεν είναι η πρώτη ταινία που τη δείχνει, ούτε θα είναι η τελευταία. Θυμάμαι τη σκοτεινιά και την no future αίσθηση που απέπνεε το Requiem for a Dream . Προσπαθώ να καταλάβω που διάολο βρήκαν την επαναστατικότητα και τη «μαρξιστικότητα» της ταινίας. Προφανώς αν ο θεατής είναι αριστερός θα αναλύσει τη ζωή του ήρωα με βάση την κοσμοθεωρία του, προφανώς ο καπιταλισμός φτιάχνει κοινωνίες άδικες με ταξικούς διαχωρισμούς, προφανώς ο ήρωας βιώνει όσα βιώνει όχι επειδή είναι το κισμέτ του αλλά επειδή ανήκει σε μια τάξη που δεν είναι καν εργατική η χαμηλή, είναι μια τάξη πολύ κοντά στο να τη χαρακτηρίσεις λούμπεν. Κι αν θυμάμαι καλά από τα νεανικά μου διαβάσματα οι λούμπεν δεν ξεκίνησαν ποτέ καμία επανάσταση. Ο Άρθρουρ δεν θέλει να κάνει επανάσταση ή να ηγηθεί μιας επανάστασης. Εκδίκηση θέλει να πάρει για όλες τις αδικίες που έχει βιώσει ακριβώς επειδή ανήκει στην τάξη που ανήκει. Κι εκδίκηση παίρνει, τίποτε άλλο. Κι ενώ μέχρι πριν το τέλος της ταινίας ήμουν σίγουρη πως θα βγω και θα έχω δει μια πολύ καλή ταινία με εξαιρετική ατμόσφαιρα, εκεί λίγο πριν το τέλος νευρίασα με την αψυχολόγητη σκηνή της ντεμέκ επανάστασης των ανθρώπων που βάζουν φωτιές και σπάνε. Μάγκες, δεν ήταν επανάσταση αυτό, εκτόνωση ήταν και το έχουμε δει πολλές φορές αυτό το έργο. Καμία κυβέρνηση δεν φοβάται μπας και την ανατρέψουν «φρικιά» που εκτονώνονται ανακηρύσσοντας ηγέτη τους έναν ψυχασθενή, όσο κι αν η ψυχασθένειά του είναι αποτέλεσμα της ταξικής κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε. Πραγματικά πιστεύω πως η ταινία δεν θα έχανε τίποτε χωρίς αυτή την ανόητη σκηνή και φυσικά γελάω με την ιδέα πως αυτή η ταινία θα μπορούσε να ξεσηκώσει τους έφηβους να ανατρέψουν το σύστημα. Πιο εύκολα ενέπνευσαν, τελικά, οι Monty Python σε ανυπακοή παρά ο Joker.

Αυτοπροσδιορισμοί (που είναι της μόδας)


Γεννήθηκα στη Σαλονίκη (όπως λέει και ο Σαββόπουλος). Ζω στην Αθήνα τα τελευταία 33 χρόνια κι έζησα και στην Πάτρα άλλα οκτώ χρόνια. Όταν με ρωτούν από που είμαι απαντώ πως είμαι μια σαλονικιά σε εσωτερική μετανάστευση. Οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μου γεννήθηκαν στην Ανατολική Θράκη και στη Μικρασία. Οι δύο από τους τέσσερις ήρθαν στην Ελλάδα πρόσφυγες το ’22, η μια γιαγιά έφτασε στη Θεσσαλονίκη, πρόσφυγας κι αυτή το ’12 κι ο άλλος παππούς ήρθε κι αυτός το ’12 να πολεμήσει εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους, ξαναγύρισε στον τόπο του και μετά ήρθε πάλι πρόσφυγας το ’22. Οι δύο τελευταίοι έμειναν στη Θεσσαλονίκη και οι δύο πρώτοι πήγαν σ’ ένα χωριό του νομού Πέλλας, κοντά στα φρεσκοφτιαγμένα σύνορα με…… αλήθεια, δεν ξέρω πως τον έλεγαν εκείνο τον τόπο τότε και μέχρι να φτιάξει ο Τίτο την ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Αν ρωτούσες τη γιαγιά, σου απαντούσε πως είναι Θρακιώτισσα, τους παππούδες δεν τους γνώρισα και την άλλη γιαγιά της Σαλονίκης την έχασα όταν ήμουν μικρή για να έχω τέτοιες απορίες.

Η γιαγιά πάντα ξεχώριζε τους πρόσφυγες από τους ντόπιους και ντόπιους αποκαλούσε αυτούς που μιλούσαν τη ντόπια διάλεκτο, εννοώντας τα σλαβομακεδόνικα τα οποία τα καταλάβαινε και αυτή και η μαμά μου. Όλοι μαζί στον ίδιο τόπο ζούσαν φυσικό να καταλαβαίνουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου. Άλλωστε δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τον καιρό που σ’ αυτό τον τόπο ζούσαν όλοι μαζί, ανακατωμένοι, ως υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η γιαγιά καταλάβαινε και τα τούρκικα, άσχετα αν δεν ήθελε ούτε να τα μιλήσει ποτέ ούτε να τα μεταφράσει.

Τα τοπωνύμια και τα ονόματα των χωριών τα έμαθα στα ελληνικά, ήμουν μεγάλη πλέον όταν συνειδητοποίησα πως όλα αυτά τα χωριά άλλαξαν τα ονόματά τους για να μη θυμίζουν σε τίποτε το ανακάτωμα των λαών που ζούσαν εκεί αλλά και των γλωσσών που μιλιόνταν μέχρι την χάραξη συνόρων και την προσπάθεια ομογενοποίησης των ανθρώπων υπό μια γλώσσα, μια θρησκεία κι ένα έθνος. Μόνο τα κεράσια Βοδενών δεν άλλαξαν όνομα αλλά πολύ αργά συνειδητοποίησα πως Βοδενά λεγόταν η Έδεσσα κι εγώ έτρωγα κεράσια από την Έδεσσα κι όχι από κάποιο εξωτικό μέρος. Μεγάλη, επίσης, έμαθα πως απαγορευόταν στους ντόπιους να μιλάνε το ντόπιο ιδίωμα ή να κάνουν αναφορά στο παλιό όνομα του χωριού τους. Παρ’ όλα αυτά σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση πως όλα τα χρόνια της σχολικής μας ζωής τα βιβλία της Γεωγραφίας, (χουντικά ή μεταπολιτευτικά) στο κεφάλαιο για τη Γιουγκοσλαβία ανέφεραν τη Δημοκρατία της Μακεδονίας σαν ένα από τα ομόσπονδα κράτη που την αποτελούσαν. Στην Ιστορία μαθαίναμε για τις τρεις Μακεδονίες (την Ελληνική, τη Γιουγκοσλάβικη και τη Βουλγάρικη) και μας φαινόταν απολύτως φυσιολογικός αυτός ο χωρισμός. Με μπέρδευαν λίγο οι ιστορίες και οι ταινίες για τους κομιτατζήδες αλλά το προσπερνούσα.

Αν με ρωτήσεις τι είμαι απαντώ πως είμαι Σαλονικιά, Ελληνίδα, με καταγωγή από πρύσφυγες, όνομα βυζαντινό και επίθετο ρουμανοβλάχικο αρκετά κοινό σε σλαβόφωνες χώρες. Ένα mix είμαι όπως όλοι όσοι ζούσαν σ’ εκείνα τα μέρη μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Μόνο που εγώ δεν αναγκάστηκα να είμαι κάτι, ευτυχώς.

 

Κάγκελα παντού


Χτες ξανακάλεσαν την κλάση μας, πάει κι ο Τζιμάκος από ανακοπή. Ένα καρδιακό ανάμεσα σε πολλούς καρκίνους που θερίζουν τη γενιά μας, άντε και τους λίγο μεγαλύτερους. Γέμισαν τα social media επικήδειους και και «καλό ταξίδι….» και πολλούς «καλούς παράδεισους»!!. Ειδικά αυτό το τελευταίο με έκανε και γέλασα πολύ, θα τους πέρναγε γεννεές δεκατέσσερις ο Τζιμάκος αν μπορούσε να το κάνει. Γλέντι τρελό θα γινόταν κι αυτοί που του εύχονται σήμερα «καλό παράδεισο» θα τον έτρεχαν για μηνύσεις. Διότι μάλλον δεν έχεις ιδέα ποιος ήταν, τι έκανε και τι έλεγε ο Τζιμης όσο ζούσε.

Μη ζώντας στην Αθήνα, έμαθα για τις Μουσικές Ταξιαρχίες όταν κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο. Οι «ψαγμένοι» φίλοι μου φοιτητές στην Πάτρα τον κουβάλησαν, τον βάλαμε στο πικάπ και….. Και δεν ξέρω….. Ήταν ροκάδες; Ήταν πάνκηδες; Ήταν «ταγάρια»; Τι σκατά ήταν αυτό που ακούγαμε; Διότι εκείνο τον καιρό (ίσως και τώρα, δεν ξέρω πλέον, μεγάλωσα και δεν με νοιάζουν αυτά εδώ και χρόνια) έπρεπε να ξέρουμε αν αυτό που ακούμε κολλάει σ’ αυτό που δηλώναμε πως είμαστε. Δεν μπορούσες να δηλώνεις ροκάς και να σ’ αρέσει η μαύρη μουσική ή τα λαϊκά ή τα κλαρίνα. Αν σ’ άρεσαν τα άκουγες μόνος σου, κάπως κρυφά κι όταν το ανακάλυπταν οι ροκάδες φίλοι σου έπρεπε να βρεις μια ιδεολογική πλατφόρμα για να στηρίξεις το γούστο σου. Εμείς πάντως τον κατατάξαμε στους ροκάδες και ησυχάσαμε. Αν και το χαρακτηριστικό του δεν ήταν η μουσική, τουλάχιστον για μένα που δεν ήμουν μουσικός ερχόταν σε δεύτερο πλάνο.Το ιδιαίτερο, αυτό το κάτι άλλο που έκανε τις Μουσικές Ταξιαρχίες διαφορετικές, ήταν ο στίχος τους. Ο στίχος που σε έκανε να γελάς, να θυμώνεις, να τα παίρνεις στο κρανίο ή να κουνάς το κεφάλι σου επιδοκιμαστικά φωνάζοντας «πέστα ρε Τζιμάκο!».Εμένα προσωπικά με εκνεύριζε πολύ ένα πράγμα, οι χοντροκομμένες πλάκες του. Μια φορά βρέθηκα σ’ ένα μαγαζί μου έκανε σόου, νομίζω ήταν το «Προσεχώς Βουλγάρες», τότε που έκανε τηλεφωνικές πλάκες μέσα από το μαγαζί, ήταν μέρος του σόου. Δεν ξέρω αν ήθελε να τσακίσει το μικροαστισμό των μικροαστών μ’ αυτό τον τρόπο, εμένα για κανιβαλισμός μου έμοιαζε. Θυμωμένη έφυγα από το μαγαζί εκείνο το βράδυ και θυμωμένα γελούσα με όσα άκουγα. Θυμωμένη με τον Τζιμάκο για όσα έκανε και θυμωμένη με μένα που γελούσα και ακόμα πιο θυμωμένη μαζί του επειδή παρ’ όλο που το θεωρούσα κανιβαλισμό είχε την ικανότητα να με κάνει να γελάω.

Άλλο ξεκίνησα να γράψω όμως κι άλλα γράφω, μου συμβαίνει συχνά τώρα τελευταία, μάλλον γερνάω… Πολλά τραγούδια του μου άρεσαν αλλά δυο τρία έχουν χαραχτεί στο μυαλό μου. Ούτε καν ολόκληρα τα τραγούδια αλλά κομμάτια από τους στίχους τους. Δεν υπήρχε περίπτωση να φτιάξω κασέτα ενενηντάρα για φίλο και να μη χώσω κάπου το «Γαμάτε γιατί χανόμαστε» ή την «Οικογενειακή συνομωσία». Το τραγούδι όμως που μια στροφή του ερχόταν πάντα στο μυαλό μου ήταν το «Κάγκελα παντού». Όχι για τη φράση που πέρασε στην καθημερινή μας γλώσσα, «τα μυαλά στα κάγκελα», αλλά για τη στροφή που λέει:

«Είμαστε η αδικημένη
γενιά του εξήντα
δίχως κατοχή και πείνα
χωρίς ρετσίνα»

Αυτό και οι στίχοι του Πορτοκάλογλου από το «Υπάρχει λόγος σοβαρός» από το δίσκο «Ρίσκο» του 1985

«Σε είχα δει και σένα σαν τ’ άλλα φοιτητάκια
αντάρτες της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά
(…)
Χούντα δε θυμάμαι μα ούτε ελευθερία
της μεταπολίτευσης καημένη γενιά»

Αυτοί ήμασταν. Τα παιδιά που δεν πρόλαβαν. Δεν προλάβαμε να φτιάξουμε τους δικούς μας ήρωες, αληθινούς κι όχι πέτσινους. Οι γονείς μας μιλούσαν για το Μεγάλο Πόλεμο και τον Εμφύλιο και οι λίγο μεγαλύτεροι για τη Χούντα και το Πολυτεχνείο. Στο Μεγάλο Πόλεμο και στον Εμφύλιο δεν είχαμε γεννηθεί και και τη Χούντα και το Πολυτεχνείο τα ζήμεμε είτε μωρά και παιδάκια. Προσπαθούσαμε λοιπόν να φτιάξουμε τα δικά μας τοτέμ αλλά τι ήρωες να φτιάξεις ζώντας σε μια εντελώς αντιηρωική εποχή; Κι ήρθε ο Τζιμάκος και μετά από λίγα χρόνια ο Πορτοκάλογλου και μας έφτυσαν αυτή την αλήθεια κατάμουτρα. Και είτε τους μισήσαμε είτε το καταλάβαμε και το τραγουδούσαμε με μια μικρή θλίψη γιατί τι να το κάνεις να έχεις ησυχία αλλά να μη μπορείς να φτιάξεις τους δικους σου ήρωες; Και μπορεί να ονειρευόμασταν ήρωες αλλά κάπου βαθιά μέσα μας ξέραμε πως αυτό που θα γίνει είναι:

«Πρώτα να τελειώσω το πανεπιστήμιό μου
μετά να κάνω τη θητεία στο στρατό
να πιάσω δουλειά σε κανένα γραφείο
να παντρευτούμε να κάνουμε παιδιά»

ΥΓ. Το βίντεο είναι ένα από τα τελευταία που έκανε με το Σωκράτη Μάλαμα, το τραγούδι «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» αλά Τζιμάκος

πρόβα χορωδίας


Άλλη μια 17η Νοέμβρη έρχεται κι άλλη μια γιορτή στο σχολείο ετοιμάζεται. Δεν την έχω αναλάβει (για τους αμύητους, τις σχολικές γιορτές αναλαμβάνουν να τις διοργανώσουν κάποιοι καθηγητές) αλλά είπα να βοηθήσω τις συναδέλφισσες που την ανέλαβαν στο κομμάτι της χορωδίας γιατί είχαν πνιγεί με όλα τα υπόλοιπα που ετοίμαζαν. Εννοείται πως δεν είμαι μουσικός, μόνο δυο τρεις μήνες πέρασα από Ωδείο προσπαθώνας να μάθω κλασική κιθάρα στα νιάτα μου αλλά δεν είχα την υπομονή, είχα και διάβασμα για τις εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο και τα παράτησα. Αυτό που έχω είναι καλό αυτί και μια σχετικά καλή φωνή οπότε ήμουν μια κάποια λύσις για τη χορωδία. Επιλέξαμε τα τραγούδια να ταιριάζουν με την περίσταση κι αρχίσαμε πρόβες στα κενά μου με μερικές μαθήτριες. Τα αγόρια σπάνια μπαίνουν σε τέτοιες διαδικασίες. Προς μεγάλη μου έκπληξη γνώριζαν τα περισσότερα τραγούδια (πιθανόν από προηγούμενες γιορτές), δεν είχαν ακούσει ποτέ το «Για τη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ» (και τώρα που το σκέφτομαι κανένα δεν ρώτησε τι είναι αυτό το ΕΦΕΕ…). Για να το μάθουν λοιπόν, ανοίξαμε κάποια στιγμή τον υπολογιστή και πήγαμε στο youtube να το ακούσουμε για να δουν αν μπορούν να το μάθουν στο λίγο χρόνο που είχαμε. Το ακούσαμε, τους άρεσε, προσπαθήσαμε να το βγάλουμε και μετά συνεχίσαμε με τα υπόλοιπα που τα ήξερα, ένα από αυτά και ο «Λεβέντης» του Θεοδωράκη. Πάνω που προβάτραμε το «Λεβέντη» μου λένε:

  • Κυρία, υπάρχει μια πολύ ωραία διασκευή, πιο μοντέρνα, του «Λεβέντη», αυτού ντε που σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα, από ένα συγκρότημα που λέγεται Cosa Mostra.

Εγώ δεν ήξερα την ύπαρξή του αλλά επειδή μ’ αρέσει να μαθαίνω ακούγοντας διάφορα και από το γιο, σκέφτηκα πως για να διασκευάσουν το συγκεκριμένο τρταγούδι ίσως είναι κάτι σαν τους Social Waste. Το βάλαμε λοιπόν και κάτι μου στράβωσε από την αρχή της εισαγωγής ακόμα. Όταν προχώρησε λίγο τους είπα πως αποκλείεται να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη διασκευή, τελείως πανηγυριώτικο ρε φίλε!! Στίχοι – μουσική καμία σχέση. Κάτι σε βαλκανικό ροκ να το πω; Δεν ξέρω…… Πιο γρήγορο τέμπο, ντέφια, βιολιά, κραυγές Ε! Ε! Ε!….. Κι εκεί που αναρωτιούνται «ποιος κατεβάινει σήμερα στον Άδη;» θα μπορούσαν άνετα ν’ αναρωτιούνται «ποιος παντρεύεται σήμερα κι έχει χαρές»

Δεν ξέρω, μπορεί να είμαι απλά μια κολλημένη γραία αλλά ό,τι και να είμαι νομίζω πως τουλάχιστον οι στίχοι πρέπει να έχουν σχέση με τη μουσική.

Ναι ρε φίλε, ο λεβέντης δεν μεμψιμοιρεί, περήφανος κατεβαίνει στον Άδη αλλά όπως και να το κάνουμε στον Άδη πάει, όχι στα μπουζούκια ή στο πανηγύρι του χωριού του να σύρει πρώτος το χορό.

 

ΥΓ. Έψαξα να δω ποιοι είναι αυτοί οι Cosa Mostra και είδα πως μας εκπροσώπησαν ως χώρα στην Eurovision  του 2013

Oh captain, my captain


tumblr_static_untitled-6Σκεφτόμουν την ανοησία που πέταξε -ανάμεσα σε άλλες- αυτός ο νεόκοπος αστέρας της πολιτικής, ο πατριώτης μου βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης σε άρθρο του στην Αυγή (http://www.avgi.gr/article/6166852/apo-ti-theoria-stin-praxi), που ξεσήκωσε θύελλα αρνητικών σχολίων και «άδειασμά» του από την εκπρόσωπο Τύπου Ράνια Σβίγκου.

Ο κύριος Τριανταφυλλίδης είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., είναι κάτοχος ειδικού μεταπτυχιακού τίτλου για διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό και από το βιογραφικό του φαίνεται πως έχει ελάχιστη σχέση με μάχιμο εκπαιδευτικό, αφού το 1997 διορίστηκε ως φιλόλογος με επετηρίδα σε οργανική θέση, από την οποία αργότερα παραιτήθηκε για να αφιερωθεί αποκλειστικά στη δημοσιογραφία.

Μέσα σ’ όλη τη μπουρδολογία του γράφει το εξής:

Τον ρόλο και την αποτελεσματικότητα των καθηγητικών σχολών. Εκπαιδεύουν μάχιμους εκπαιδευτικούς με όνειρο και φιλοδοξία να είναι μέσα στην τάξη οι δάσκαλοι – παιδαγωγοί έτσι ώστε να κερδίζουν κάθε μέρα την αναγνώριση των μαθητών τους; (σαν την αναγνώριση με την προσφώνηση «Oh captain, my captain», που κέρδισε ο καθηγητής Τζον Κίτιγκ από τους μαθητές του, στον «Κύκλο των χαμένων ποιητών»; https://www.youtube.com/watch?v=j64SctPKmqk).

Μόνο άσχετος με τη διαδικασία μιας σχολικής τάξης, και ειδικά με το πως εχει εξελιχθεί το σχολείο τα τελευταία χρόνια, θα μπορούσε να πετάξει μια τέτοια στερεοτυπική μπούρδα μεγατόνων. Να τον ενημερώσω λοιπόν πως η πραγματικότητα ΔΕΝ είναι Χόλιγουντ, αν και θα ήταν υπέροχα αν θα μπορούσε να είναι. Αν μπορούσαμε δηλαδή, να γράφουμε εμείς κατά το δοκούν το σενάριο της πραγματικότητας και τους ρόλους των πρωταγωνιστών. Έλα όμως που η κοινωνία και κατ’ επέκταση ο μικρόκοσμος ενός σχολείου, γράφει τα δικά της σενάρια στα οποία καλούμαστε να παίξουμε το ρόλο μας, έναν ρόλο που δεν περιέχει χολιγουντιανά στερεότυπα. Ακόμα όμως κι αν γινόταν να γίνει η πραγματικότητα Χόλιγουντ, να ενημερώσω τον ανόητο βουλευτή πως συγκρίνεις μόνο ομοειδή αντικείμενα κι αυτό δεν είναι μόνον μαθηματική λογική, άρα όφειλε και ως φιλόλογος να το γνωρίζει. Ο καθηγητής Κίτινγκ που μας πέταξε στη μούρη ως επιθυμητό στόχο-πρότυπο, δίδασκε σε ένα σχολείο στο οποίο οι μαθητές δεν έχουν καμμία σχέση με την πραγματικότητα των ελληνικών σχολείων σήμερα. Το σχολείο του Κίτινγκ ήταν ένα αυστηρό κολλέγιο της ανώτερης τάξης, προσανατολισμένο στην απόλυτη πειθαρχία και οι μαθητές του ήταν έφηβοι με φιλοδοξίες, γνώσεις και ανησυχίες, στους οποίους ο Κίτινγκ έδωσε έναν εναλλακτικό, πιο ανθρωποκεντρικό τρόπο μάθησης. 9af71b9c0749cab6d06e80138d3f1a0aΕίχε μαθητές που διψούσαν να μάθουν, απλώς δεν βολεύονταν στην αυστηρή πειθαρχεία του σχολείου τους. Κι όχι όλοι, η συντριπτική πλειοψηφία την είχε αποδεχτεί και καθόλου δεν την αμφισβητούσε, περισσότερο αντιδρούσε στους νεωτερισμούς του Κίτινγκ στην αρχή. Παρ’ όλα αυτά κάποιοι πιο ευαίσθητοι ή πιο επαναστάτες τον ακολούθησαν και τον λάτρεψαν. Πράγμα που συμβαίνει σχεδόν σε όλα τα σχολεία και σε όλους τους δάσκαλους. Κάποιοι μαθητές σου σε λατρεύουν, για τους πολλούς είσαι άλλος ένας που πρέπει να υπομείνουν και κάποιοι σε μισούν. Το να ζητάς όμως να γίνουν Κίτινγκ άνθρωποι που δουλεύουν πολλές φορές σε συνθήκες θηριοτροφείου, με μαθητές χωρίς καμμιά απολύτως φιλοδοξία (νάτο πάλι το Χόλιγουντ, έχει στερεότυπο και γιαυτή την περίπτωση) είναι ανοησία στην καλύτερη περίπτωση. Στη χειρότερη περίπτωση, αν αυτός που το ξεστομίζει είναι βουλευτής, τότε η ανοησία γίνεται επιπλέον και επικίνδυνη.

Το στερεότυπο που αναφέρω παραπάνω  είναι η ταινία Ασυμβίβαστη Γενιά (Dangerous Minds) του 1995 με τη Michelle Pfeiffer . Το κακό είναι πως κανένας από μας δεν μοιάζει στη Μισέλ και πως το τέλος του έργου είναι κάθε φορά απρόβλεπτο.

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%AF%CE%B2%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%93%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%AC

ΥΓ: Δεν ξέρω πάντως πως θα μπορούσα να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου αν ήμουν ο Κίτινγκ και εξαιτίας της εμπνευσμένης διδασκαλίας μου κάποιος έφηβος έκοβε το λαιμό του στο τέλος του έργου. Αυτό το σημείο της ταινίας ποτέ κανείς δεν το σχολίασε απ’ όσους ονειρεύονται να γίνουν οι ίδιοι ή να πείσουν τους άλλους γίνουν Κίτινγκ

 

Παραληρήματος συνέχεια


Επειδή μεγάλη ταραχή γίνεται με ο διάλογο για την παιδεία ας βγάλω λίγο τα σώψυχά μου κι εγώ, συνεχίζοντας το παραλήρημα του της προηγούμενης ανάρτησης.
Πέρα από τα μεγαλόπνοα ή μη σχέδια και τις βαρύγδουπες και επιστημονικές κουβέντες εγώ ένα έχω να πω μιλώντας στον εαυτό μου.
Δεν ξέρω τι αλλαγές πρέπει να γίνουν σε επίπεδο εκπαιδευτικής πολιτικής το σίγουρο πάντως είναι πως ένα πράγμα δεν θα συζητηθεί καθόλου.
Ποιος είναι ο ρόλος του εκπαιδευτικού μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα;
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, πρέπει επειγόντως να επαναπροσδιορίσουμε το τι είμαστε εμείς οι εκπαιδευτικοί, τι δουλειά πρέπει να κάνουμε μέσα σ’ ένα σχολείο, ποιος είναι ο ρόλος μας βρε αδελφέ. Ή πιο επιστημονικά, ποια είναι η περιγραφή του επαγγελματικού μας προφίλ;
Χρόνια τώρα (και κάθε χρόνο και χειρότερα) βλέπω γύρω μου εκπαιδευτικούς μαμάδες/μπαμπάδες, εκπαιδευτικούς ψυχολόγους, εκπαιδευτικούς κοινωνικούς λειτουργούς, εκπαιδευτικούς ψυχίατρους, μαθητευόμενους μάγους, νταντάδες και πάει λέγοντας. Τρικυμία εν κρανίω για την κοινωνία και τρικυμία εν κρανίω δικό μας.
Τι σκατά πρέπει να κάνουμε μέσα σε μια τάξη;
Κι αυτό που βλέπω είναι πως όλο και λιγότερο μας ζητάνε όλοι να κάνουμε μάθημα, να μάθουμε στα παιδιά γράμματα όπως έλεγαν οι παλιοί, κι όλο περισσότερο να πρέπει να κάνουμε όλα τα άλλα. Κι εμείς ζαλισμένοι προσπαθούμε (όχι όλοι φυσικά) να ανταποκριθούμε σε όλα αυτά, συνήθως με μικρή επιτυχία.
Εσείς γονείς, όταν πάτε σε γιατρό γαστρεντερολόγο του ζητάτε να κάνει διάγνωση και για τα πνευμόνια σας και ολίγον ορθοπεδική κι άμα του περισσεύει χρόνος να ρίξει και μια ματιά στη φορολογική σας δήλωση; Πως διάολο τα θέλετε όλα από έναν δάσκαλο;
Και το αντίθετο, αν εσείς συνάδελφοι ήσασταν γιατροί γαστρεντερολόγοι θα προσπαθούσατε να το παίξετε και πνευμονολόγοι με ολίγον από λογιστές; Θα το θεωρούσατε φυσιολογικό αυτό;
Εγώ πάντως δηλώνω αδυναμία, δεν τα ξέρω όλα, δεν μπορώ να τα κάνω όλα και κυρίως δεν θέλω να τα κάνω όλα.
Διάβασα πριν από λίγο και το άλλο, υποθέτω από συνάδελφο, πάνω σε μια φράση που αποδίδεται στον Α. Λιάκο και έλεγε (ο Λιάκος) πως πρέπει να μαθαίνουμε στα παιδιά πως να μαθαίνουν. Η απάντηση ήταν όλο αγανάκτηση τύπου «φτάνει πια με το ΠΩΣ μαθαίνουν τα παιδιά, το θέμα είναι ΤΙ μαθαίνουν».
Ρε γαμώτο, το θέμα δεν είναι μόνο το τι μαθαίνουν (τι προσπαθούμε να τους μάθουμε καλύτερα) αλλά και πως το μαθαίνουν (τους το μαθαίνουμε)  και κυρίως αν προσπαθούμε να τους διδάξουμε πως να μαθαίνουν. Δεν θα έχουν πάντα δίπλα τους έναν δάσκαλο-δεκανίκι να τους δείχνει τι πρέπει να διαβάσουν, τι πρέπει να μάθουν. Δεν θα έχουν πάντα κάποιον να μασάει τα παξιμάδια για πάρτη τους μη τυχόν και σπάσουν τα δοντάκια τους. Για παράδειγμα, μου τη δίνει απεριόριστα η ερώτηση «σε ποια σελίδα κυρία;». Παθαίνω εγκεφαλικό. Που κολλάει σ’ όλα τα προηγούμενα αυτή η ερώτηση;
Τους κάποια πράγματα από ένα κεφάλαιο και τους λες «και τώρα θα κάνουμε μερικές ασκήσεις για να το καταλάβετε καλύτερα». Και αμέσως πέφτει η ερώτηση «σε ποια σελίδα κυρία;». Στην αρχή απαντούσα μέχρι που συνειδητοποίησα πως ρωτάνε επειδή απλώς βαριούνται να ψάξουν να βρουν στο βιβλίο το κεφάλαιο που μόλις διδάχτηκε και να δουν στο τέλος τις ασκήσεις. Γιατί άλλωστε να ψάχνουν αφού είναι πιο εύκολο να τους πει ο δάσκαλος τη σελίδα και να πάνε κατευθείαν; Λεπτομέρειες θα μου πείτε αλλά οι μικρές λεπτομέρειες μαζεμένες κάνουν τα παιδιά ανίκανα να σκεφτούν. Το έκοψα λοιπόν και δεν απαντάω ποτέ σ’ αυτή την ερώτηση λέγοντάς τους πως έχουν αρκετό μυαλό για να βρουν μέσα στο βιβλίο το κεφάλαιο που αναφέρεται σε όσα λέγαμε δύο λεπτά νωρίτερα και να βρουν τις ασκήσεις. Τα βιβλία έχουν μια λογική σειρά δεν είναι χύμα ό,τι νάναι όπου νάναι ώστε να είναι δύσκολο να βρεις τις ασκήσεις μιας θεματικής ενότητας. Με έμαθαν πλέον, παρ’ όλα αυτά όλο και κάποιος θα ρωτήσει κάθε φορά «σε ποια σελίδα κυρία;»και οι υπόλοιποι θα τους φωνάξουν εν χορώ «αφού ρε η κυρία δεν απαντάει σ’ αυτό….».
Δεν ξέρω αν έχουν καταλάβει γιατί δεν απαντώ, παρ’ όλο που κάθε φορά το εξηγώ, πιθανόν απλώς με θεωρούν εκκεντρική για να μην πω στριμένη. Παρ’ όλο που είναι κουραστικό να μην απαντώ (είναι πιο εύκολο να πω σελ. 56 και να τελειώνει εκεί το θέμα) το συνεχίζω σταθερά διότι πιστεύω πως είναι -φυσικά- πολύ σημαντικό το ΤΙ τους μαθαίνουμε αλλά είναι ακόμα πιο σημαντικό να φεύγουν από το σχολείο και να έχουν πάρει μια ιδέα πως να μαθαίνουν, με ποιο μίτο της Αριάδνης πλοηγείσαι στον λαβύρινθο της οποιασδήποτε γνώσης. Ίσως κάποια στιγμή κάποιο απ’ αυτά καταλάβει πως κάτι ήθελε να τους μάθει εκείνη η στριμένη κυρία και γιαυτό δεν απαντούσε στην απλή ερώτηση «σε ποια σελίδα κυρία;»

ΥΓ. Κάποιες φορές η ερώτηση είναι μονολεκτική: «Σελίδα;»

πρωτοχρονιές


10_2_0Ο μπαμπάς την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πάντα δούλευε. Μάλλον έβγαζε καλό μεροκάματο και δεν ήθελε να το χάσει, δεν ήμασταν δα και πλούσιοι. Συγγενείς δεν είχαμε (είχαμε δλδ αλλά δεν μιλιόμασταν) κι όλες τις γιορτές, Πάσχα, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά τις περνούσαμε μονάχοι μας. Πόσο ζήλευα τα άλλα παιδιά που έλεγαν «θα φάμε στο θείο μας, στις ξαδέλφες….», που διηγούνταν τη Δευτέρα πως πέρασαν με τα ξαδέλφια τους, τι φαγητά έφτιαξαν οι θείες τους, τι τραγούδησαν και πόσο παραπάνω ήπιαν οι θείοι τους. Εγώ δεν είχα τίποτε να διηγηθώ, δεν θυμόμουν κανένα μεγάλο οικογενειακό τραπέζι και το βούλωνα όταν άκουγα διηγήσεις. Τι να έλεγα; Ήξερα πως είχα πολλά ξαδέλφια αλλά με ελάχιστα απ’ αυτές και πολύ λίγες φορές έπαιξα και γέλασα. Όταν μεγαλώσαμε λίγο και μπήκαμε στην εφηβεία άλλαξε το σκηνικό. Τα παιδιά της γειτονιάς άρχισαν να βαριούνται τα οικογενειακά τραπέζια, ήθελαν ν’ αρχίσουν να βγαίνουν μόνα τους, είχαν βαρεθεί τις θείες που τσιμππάνε μάγουλα και σε φιλάνε αφήνοντας σάλια στο μάγουλο και τα μωρά ξαδέλφια που σκούζουν και μπουσουλάνε. Εγώ ακόμα τα ζηλευα, είχαν ξάδελφους και μπορούσαν να βγαίνουν μαζί τους και με τους φίλους τους. Εμείς μόνο τρία κορίτσια στην οικογένεια, δεν υπήρχε διέξοδος, δεν υπήρχε μεγάλος αδελφός, δεν υπήρχε ξάδελφος να μας αφήσουν να βγούμε μαζί τους και αφού θα είχαμε οικογενειακό «προστάτη» να επιστρέψουμε λίγο πιο αργά χωρίς να γίνει σαματάς και καυγάς.

Ο μπαμπάς την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πάντα δούλευε. Κι η μαμά δούλευε. Η γιαγιά έφτιαχνε φαγητό, περιμέναμε να έρθουν τα μεσάνυχτα, να σβήσουμε τα φώτα, ν’ ανοίξουμε τις βρύσες για να ρέουν τ’ αγαθά τη νέα χρονιά όπως το νερό της βρύσης, να ακούσουμε τα βεγγαλικά και την αλλαγή της χρονιάς στο ραδιόφωνο και να ευχηθούμε μεταξύ μας «Καλή χρονιά». Μέχρι τα μεσάνυχτα προσπαθούσα να φτιάξω κλίμα εορταστικό, ήθελα απεγνωσμένα να νιώσω πως η βραδιά είναι διαφορετική, πιο «λαμπερή» από όλες τις άλλες του χρόνου αλλά δεν θυμάμαι να τα κατάφερα ποτέ. Δεν ήξερα και τι ακριβώς σημαίνει αυτό το Λαμπερή» αλλά ήμουν σίγουρη πως σε μια «λαμπερή» βραδιά εμείς δεν θα φορούσαμε τα καθημερινά μας ρούχα, δεν θα παίζαμε μεταξύ μας «πάρτα όλα» με φασόλια μόνες μας όπως κάθε άλλη μέρα, η μαμά δεν θα έκανε μπάνιο μέχρι τελευταία στιγμή επειδή είχε γυρίσει αργά από τη δουλειά και θα φορούσε ένα όμορφο φουστάνι, θα χαμογελούσε θα ήταν ξεκούραστη και δεν θα είχε νεύρα, ο μπαμπάς θα ήταν σπίτι από νωρίς και θα φορούσε κι αυτός τα «καλά» του και θα είχαμε κόσμο, συγγενείς και φίλους και ξαδέλφια και όλοι θα γελούσαμε και θα τραγουδούσαμε. Κι όταν άλλαζε ο χρόνος όλοι θα αγκαλιαζόμασταν και θα φιλιόμασταν και θα τα αλλάζαμε δώρα που θα βρίσκονταν κάτω από το δέντρο και τα δώρα θα ήταν ό,τι τραβούσε η ψυχή μας. Και δεν θα νυστάζαμε νωρίς, θα ξενυχτούσαμε έτσι μεσ’ την ευτυχία μέχρι το πρωί.

Σαν ταινία είχα μέσα στο μυαλό μου τις «λαμπερές» νύχτες αν και δεν είχα δει πολλές ταινίες και δεν υπήρχε τηλεόραση για να υπάρχουν και διοαφημίσεις. Έτσι όμως είχα μεταφράσει τις διηγήσεις των άλλων παιδιών της γειτονιάς για το πως πέρναγαν τις γιορτές. Στο σπίτι μας υπήρχε ησυχία εκτός από τις φωνές μας αλλά μετά πολλές φορές καταλήγαμε σε αψιμαχίες και η μαμά νευρίαζε γιατί ήταν κουρασμένη. Η γιαγιά όμως έψηνε ωραία πιτάκια με τυρί στο τηγάνι, έφτιαχνε τηγανίτες και είχαμε σακούλες γεμάτες με ξηρούς καρπούς που τους σπάγαμε με τις ώρες και φτιάχναμε στίβες από τσόφλια. Κι όταν άλλαζε ο χρόνος πηγαίναμε μετά από λίγο για ύπνο και σπάνια μας πετύχαινε ξύπνιες ο μπαμπάς που έκανε ποδαρικό στο σπίτι, σχεδόν πάντα αυτός.

Θυμάμαι τις παραμονές αλλά δεν θυμάμαι καθόλου τις Πρωτοχρονιές ανήμερα. Μάλλον θα ήταν εξαιρετικά αδιάφορες, σαν κάθε μέρα άντε το πολύ πολύ σαν κάθε Κυριακή.

το πράσινο μίλι


Είναι κάποιες μέρες που μου κολλάει στο μυαλό σαν τσίχλα μια φράση ή ένας στίχος. Νταξ, δεν είναι κάτι μοναδικό, σε όλους συμβαίνει αλλά λέμε τώρα…… Συνήθως ψάχνω να βρω από που ξεκινάει αυτό, ποιο ήταν το πρωταρχικό ερέθισμα που δεν συνειδητοποίησα. Συνήθως είναι ένα χαζοτράγουδο που άκουσα ασυναίσθητα ή μια φράση από διαφήμιση που πέτυχε -εν μέρει- το σκοπό της, αφού μια διαφήμιση είναι πετυχημένη όταν θυμάσαι ποιον και τι διαφημίζει κι όχι το σλόγκαν. Ξέφυγα πάλι από το θέμα μου….. το παθαίνω τώρα τελευταία, γι’ αλλού κινώ κι αλλού βρίσκομαι.

Σήμερα λοιπόν σκεφτόμουν συνεχώς τη φράση «το πράσινο μίλι». Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως αυτός είναι ο τίτλος μιας ταινίας (The Green Mile). Καλή ταινία με τον  Tom Hanks αλλά ήταν περίεργο πως μου κόλλησε, δεν την είδα χτες ούτε συζήτησα κάτι γι’ αυτήν. Περίεργο……

Αργότερα κατάλαβα πως μου κόλλησε. Η ταινία διηγείται τα υπερφυσικά γεγονότα που συνέβησαν στην πτέρυγα θανατοποινιτών μιας αμερικάνικης φυλακής. Στην πτέρυγα αυτή είχε δοθεί από τους φύλακες το όνομα «Πράσινο μίλι»  επειδή οι θανατοποινίτες που περπατούν προς την εκτέλεσή τους λέγεται ότι περπατούν το «τελευταίο μίλι» τους προς την ηλεκτρική καρέκλα. Ναι, καλά όλα αυτά αλλά τι σχέση έχουν αυτά με μένα;

Έχει, έτσι νιώθω κι εγώ. Σαν να ζω στην πτέρυγα των θανατοποινιτών περιμένοντας την εκτέλεση. Νταξ, δεν θα χάσω τη ζωή μου αλλά αν δεν αλλάξει κάτι θα χάσω τα μέσα για να ζω τη ζωή μου. Έτσι είμαστε όλοι τους τελευταίους τρεις μήνες. Έχει επιδικαστεί η ποινή, απόλυση. Περιμένουμε όμως μέχρι να εκτελεστεί, οκτώ μήνες αναμονή και ταυτόχρονα συμβαίνουν όλα αυτά που έχουμε διαβάσει ή έχουμε δει σε ταινίες με θανατοποινίτες. Και να οι εφέσεις, οι συνεννοήσεις με τους δικηγόρους, οι ελπίδες για ένα θαύμα, να οι συγκεντρώσεις με τα πανώ και τις πικέτες «Free Τάδε» έξω από τη φυλακή ή μπροστά στο υπουργείο, να οι εκδηλώσεις συμπαράστασης, οι ερωτήσεις και οι παρεμβάσεις των αλληλέγγυων, οι ανακοινώσεις του υπουργού, οι διαβεβαιώσεις, τα μίση και τα πάθη ανάμεσα στους θανατοποινίτες, η διαφορετικές αντιδράσεις ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία τους απέναντι στο επικείμενο τέλος, την εκτέλεση.

Να λοιπόν πόθεν η φράση στο κεφάλι μου. Αυτό είμαστε, ζούμε στο πράσινο μίλι μας περιμένοντας την ώρα μας για την «καρέκλα»

Σκοτώνουν τα Άλογα Όταν Γεράσουν


Τις σκοτεινές μέρες τις οικονομικής κρίσης, οι ‘χορευτικοί μαραθώνιοι’ αποτελούσαν έναν τρόπο για να διαγωνιστούν οι απελπισμένοι άνθρωποι με σκοπό τα χρηματικά έπαθλα. Το θέαμα κρατούσε μέρες, καθώς οι διαγωνιζόμενοι πίεζαν τους εαυτούς τους πέρα από τα όρια της εξάντλησης, ενώ το βάρβαρο κοινό παρακολουθούσε στοιχηματίζοντας χρήματα για σπορ ή κέρδος. Ενάντια σ’ αυτό το σκηνικό, οι ζωές μιας άνισης ομάδας διαγωνιζομένων περιπλέκονται. Συναντιούνται τυχαία, κινούνται ανελέητα στην πίστα ψάχνοντας ένα όνειρο. Κι ενώ το κοινό παρακολουθεί… το ρολόι χτυπάει … ποιος από αυτούς θα επιζήσει;

Μου κόλλησε αυτή η φράση στο μυαλό και θυμήθηκα την ταινία. Την είχα δει μικρή, φοιτήτρια, στην κινηματογραφική λέσχη της πόλης που σπούδαζα. Σκληρή ταινία μου είχε φανεί, την είχα νιώσει κι ας μην μπορούσα να καταλάβω τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαδραματιζόταν ή το τι σημαίνει ακριβώς να σε σκοτώνουν όταν γεράσεις. Μεγάλωνα στην εποχή της αισιοδοξίας για το μέλλον, ακόμα κι εγώ -η πεσιμίστρια και «Κασσάνδρα» όπως με αποκαλούσαν οι φίλοι μου- δεν μπορούσα να φανταστώ το τσουνάμι που θα σάρωνε τον κόσμο. Κι έφτασε η ώρα να μου κολλήσει ο τίτλος σαν τσίχλα στο μυαλό και να νιώσω τι σημαίνει να σκοτώνεις το άλογο όταν γεράσει. Όλο αυτό, βλέποντας τα non paper του υπουργείου για τη μορφή που θα έχουν τα δημόσια σχολεία και τη μοριοδότηση του Μητσοτάκη για τους ΔΥ και τους καθηγητές. Μοριοδότηση…. τι ωραία λέξη για να αποτιμήσεις ανθρώπους, χαρακτήρες, προσπάθειες, κατακτήσεις, τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, αγωνία, ξενύχτια, δουλειά….. Μια μοριοδότηση που στην ουσία πετάει στον Καιάδα της ανεργίας -μάλλον της αχρηστίας θα έπρεπε να πω- τους παλιούς που κοστίζουν ακριβά και κρατάει τους νέους που είναι φτηνοί. Και πάνω σ’ αυτή τη μοριοδότηση να βλέπεις τους ανθρώπους, τους συνάδελφούς σου, να ξεσκίζονται σαν αγρίμια για το ποιος θα προλάβει να πάρει ένα κομματάκι.  Και να μην καταλαβαίνουν πως στο τέλος όλοι θα έχουμε την ίδια μοίρα, σκλάβοι για ένα κομμάτι ψωμί και με την αξιοπρέπεια χαμένη για πάντα.

Είπα non paper, μοριοδότηση, απασχόληση και απασχολήσιμοι, διαπιστωτικές πράξεις και διαθεσιμότητα, κινητικότητα, δεξιότητες…. Λέξεις καινούριες που φτιάχτηκαν και περάστηκαν στη γλώσσα σιγά σιγά και υπόγεια, η Νέα Γλώσσα του «1984» έγινε πραγματικότητα εδώ και χρόνια και μεις δεν το πήραμε μυρωδιά. Τις δεχτήκαμε με χαρά όπως και τον Μεγάλο Αδελφό, σαν «μοντερνιά», και τώρα αυτές οι λέξεις θα μας κόψουν το οξυγόνο. Όπως δεχτήκαμε με χαρά να είμαστε απασχολήσιμοι κι όχι εργαζόμενοι -στις αρχές των χαρούμενων ’90’ς ήσουν λούζερ αν ήθελες να είσαι εργαζόμενος του οκτάωρου και γινόσουν άνθρωπος με μέλλον και λεφτά, αν διάλεγες να πιστεύεις πως απλά «απασχολείσαι» 15 ώρες από τη ζωή σου λες και όλοι μας δουλεύαμε από χόμπι κι επειδή θέλαμε κάτι για να περάσουμε τις άδειες ώρες μας. Κι αυτό το συγκεκριμένο το εντόπισε η μάνα μου η «αμόρφωτη» όταν μου είπε «αφού παιδί μου έγινε το υπουργείο εργασίας υπουργείο απασχόλησης και η εργασία χόμπι, έρχονται άσχημες μέρες….». Είχες δίκιο μάνα τελικά….

Με διέκοψε τηλέφωνο, τι λέγαμε; Α ναι…. δεν λέγαμε, εγώ παραληρώ. Σκέψεις ασύνδετες σε πρώτη εντύπωση πλημμυρίζουν το κεφάλι μου, να τώρα ήρθε μια άλλη σκέψη καθώς σκέφτηκα πως μ’ αυτά και μ’ αυτά εξοβελίζουν τον πολιτισμό από τα σχολεία. Σκέφτηκα πως ο άνθρωπος άρχισε να παράγει πολιτισμό όταν σταμάτησε να είναι νομάς, όταν έβαλε τον κώλο του κάτω και είπε «εδώ θα μείνω, εδώ θα μεγαλώσω τα παιδιά μου, εδώ θα ζήσουν τα εγγόνια και τα τρισέγγονά μου….» κι άρχισε να καλλιεργεί τη γη. Από τότε και μετά άρχισε να παράγει πολιτισμό κι έζησε έτσι για χιλιάδες χρόνια. Κι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματά του ήταν η γραφή, και το μεγαλύτερο επίτευγμα των αρχαίων ημών προγόνων, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν ήταν οι Παρθενώνες και οι φιλόσοφοι αλλά αυτά τα 24 σημαδάκια που καταγράφουν τη σοφία και τον πολιτισμό, το αλφάβητο. Κι από το αλφάβητο το πιο σημαντικό απ’ όλα, τα φωνήεντα. Γιατί τα λέω αυτά; Γιατί παρατηρώ πως μπορεί να γκρεμιστεί ένας πολιτισμός αιώνων μέσα σε λίγα χρόνια. Μέσα σε λίγα χρόνια η κατά τον Μπάουμαν «αρνητική παγκοσμιοποίηση» μας ξανακάνει νομάδες, με μόνο τόπο μας τη βαλίτσα μας. Μόνο που όταν είσαι νομάς δεν έχεις ρίζα, δεν έχεις τόπο, οικογένεια, αναμνήσεις να υπερασπιστείς, είσαι ένα ευέλικτο ρομπότ που μετακινείσαι όπου έχει δουλειά. Εσύ, οικογένεια η βαλίτσα σου και τόπος σου γίνονται τα αεροδρόμια. Γιαυτό παλέψαμε, γιαυτό πάλεψαν οι προηγούμενες γενιές σύντροφοι; Με ποιο δικαίωμα εκχωρήσαμε χωρίς καμιά αντίσταση, το αντίθετο μάλιστα το κάναμε με χαρά πιστεύοντας πως είμαστε προοδευτικοί, όσα κατέκτησαν με αίμα οι γονείς και οι παππούδες μας; Με ποιο δικαίωμα εξοστρακίσαμε τα φωνήεντα από το γραπτό μας λόγο, γράφοντας «τπτ», «δλδ» κι άλλα τέτοια κουλά; Πως μπορούμε να είμαστε περήφανοι για το «αρχαίο πνεύμα αθάνατο» όταν καταργούμε από το γραπτό μας λόγο 7 σημαδάκια που κατέστησαν δυνατή την καταγραφή αυτού του «αρχαίου πνεύματος»;

Παραληρώ αλλά δεν μπορώ να το ελέγξω Συγχωρήστε μου το μη δομημένο λόγο, τα όποια συντακτικά λάθη. Βράζω όμως, βράζω στη ζέστη της Θεσσαλονίκης αλλά βράζω και μέσα μου αδυνατώντας να παρακολουθήσω, να αναλύσω και να επεξεργαστώ λογικά όλες τις παράλογες εξελίξεις που σαρώνουν τις ζωές μας.

αγία νοσταλγία


Πόσοι από σας έχουν πάει σχολείο τη δεκαετία του ’60 και του ΄70; Τι μου ήρθε τώρα και ρωτάω ε; Ρωτάω γιατί ακούω δεξιά και αριστερά, ανθρώπους που είναι γύρω στην ηλικια των 30-35 ετών να αναπολούν τα σχολεία της δεκαετίας του ’60 κυρίως και λιγότερο της δεκαετίας του ’70, μη γνωρίζοντάς τα. Αναπολούν κάτι που δεν έχουν ζήσει και που έφτασε σ’ αυτούς μέσα από τις ωραιοποιημένες αναμνήσεις των γονιών τους. Μερικές φορές τα αναπολώ κι εγώ, απογοητευμένη από τα σχολεία του σήμερα και φιλτραρισμένα μέσα από τον παραμορφωτικό φακό του χρόνου και πρέπει κάθε φορά να κάνω προσπάθεια για να θυμηθώ πως αντικειμενικά ήταν.

Για να δούμε λοιπόν τι είναι αυτό που αναπολείτε εσείς που δεν τα ζήσατε, που αναπολούμε εμείς που τα ζήσαμε.

Στο δημοτικό είχα μια δασκάλα για τα τρία πρώτα χρόνια, αν δεν είχα αυτή θα είχα πιθανόν άλλη πορεία στη ζωή μου. Όταν αλλάξαμε δασκάλα μετά τα τρία πρώτα χρόνια έχασα τον κόσμο και κατάλαβα πως η κυρία Λούλα ήταν η εξαίρεση. Οι υπόλοιποι ήταν απλά ανύπαρκτοι.  Θυμάμαι τα ονόματά τους, δεν τους θυμάμαι σαν δάσκαλους παρά μόνο για τις προσβολές και το ξύλο που έριχναν ή γιατί απλά καθόταν στην τάξη, έλεγαν ένα μάθημα στα γρήγορα και άναβαν τσιγάρο. Ακόμα θυμάμαι το ξύλο που έφαγα μια φορά με το χάρακα, εγώ και σχεδόν όλη η τάξη. Και για να έφαγα εγώ ξύλο, που στην κλίμακα αταξίας ήμουν μια γραμμή πάνω από το «νεκρός», φανταστείτε τι γινόταν με τους άλλους. Ξύλο λοιπόν με το χάρακα όχι στην παλάμη, αυτό αντέχεται, ξύλο με το χάρακα στην πάνω πλευρά του χεριού. Πόσοι αλήθεια απ’ όσους τότε δεν υπήρχαν ξέρουν τι σημαίνει; Η αιτία; Δεν τη θυμάμαι, μάλλον δεν θα ήταν κάτι τόσο σοβαρό που να δικαιολογεί τόσο ξύλο. Τα τραβήγματα αυτιών όμως, οι καρπαζιές και τα χαστούκια ήταν στην ημερήσια διάταξη. Το χειρότερο όμως ήταν οι προσβολές. Τους μαθητές τους αξιολογούσαν με την πρώτη ματιά ανάλογα με το τι δουλειά έκαναν οι γονείς, αν έμεναν σε πολυκατοικία ή παράγκα (στις πολυκατοικίες ήταν άλλο επίπεδο κι άμα το διαμέρισμα ήταν ρετιρέ είχες εντελώς άλλο status). Τα παιδιά των ΔΥ και των ρετιρέ είχαν άλλη αντιμετώπιση. Καθόταν στο πρώτο θρανίο, οι δάσκαλοι τους χαμογελούσαν και πάντα, εκτός εξαιρέσεων, ήταν οι καλοί μαθητές. Η άλλη περίπτωση καλών μαθητών ήταν τα παιδιά με τα πεσκέσια, ανάλογα με το πεσκέσι ανέβαινες στην κλίματα της αξιολόγησης και βέβαια τα πεσκέσια ήταν συνήθως ανάλογα και του ορόφου που έμενες. Αυτό το ξεσκαρτάρισμα γινόταν από τις πρώτες κιόλας μέρες και έμενε για πάντα. Είμαι σίγουρη πως ο συμμαθητής μου ο Μπιτσάνης ή ο Παρασκευάς ο «γλόμπος» θα ήταν καλύτεροι μαθητές αν τους είχε δοθεί μια ευκαιρία. Ο ένας όμως έμενε σε παράγκα κι ο άλλος σ’ ένα «καραβάν σαράι» όπου έμεναν αυτοί που λέγαμε τότε «ρωσοπρόσφυγες». Ένα τεράστιο κτίριο όπου σε κάθε δωμάτιο έμεναν δύο και τρεις οικογένειες και που ο ζωτικός χώρος της κάθε μιας οικογένειας χωρίζονταν από αυτόν της διπλανής με κουρελού. Αυτοί, με το καλημέρα σας κατατάχτηκαν στους κακούς μαθητές και φυσικά αυτό έγιναν σαν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Έτρωγαν ξύλο καθημερινά, καθόταν πάντα στο τελευταίο θρανίο, κανείς δεν τους βοηθούσε να ξεπεράσουν τα προβλήματα που είχαν στο μάθημα, κανείς δεν σκεφτόταν πως δεν είχαν λεφτά για τετράδια ή πως οι γονείς τους πιθανόν ήταν αγράμματοι και δεν μπορούσαν να τους βοηθήσουν στο σπίτι. Απλά έμεναν στην ίδια τάξη κι αν καμμιά φορά προσπαθούσαν να πουν κάτι τους κορόιδευε όλη η τάξη με αρχηγό τη δασκάλα. Τελείωσαν το δημοτικό με χίλια ζόρια και χάθηκαν. Ιδέα δεν έχω τι απέγιναν.

Μετά ήρθε το γυμνάσιο και το Λύκειο. Ήρθε και η μεταπολίτευση την οποία όμως τα σχολεία δεν την κατάλαβαν. Το σύστημα είχε μεγάλη αδράνεια για ν’ αλλάξει τόσο γρήγορα. Ξύλο έπεφτε και στο γυμνάσιο αλλά λιγότερο. Οι προσβολές πάντα οι ίδιες, οι καθηγητές έμπαιναν, έλεγαν κάτι και όποιος το κατάλαβε το κατάλαβε. Εξέταση, παράδοση, τέλος. Άμα οι γονείς ήξεραν γράμματα και μπορούσαν να βοηθήσουν τα παιδιά τους είχε καλώς, άμα δεν ήξεραν την είχες πατήσει. Κάπως έτσι άρχισαν να ξεφυτρώνουν τα φροντιστήρια, πήγαινες γιατί δεν καταλάβαινες την τύφλα σου στο σχολείο. Έτσι πήγα κι εγώ στην Α’ Λυκείου και ξεστραβώθηκα. Δεν ήμουν χαζή, απλά στο σχολείο και στα μαθηματικά, φυσικές, χημείες που εμένα μ’ ενδιέφεραν οι καθηγητές μας έκαναν ανάγνωση από το βιβλίο. Εννοείται όχι το βιβλίο του ΟΕΔΒ, αυτό το παίρναμε στην αρχή της χρονιάς και το βάζαμε στο ράφι να σκονίζεται. Έβγλα ατο λύκειο με βιβλία αγορασμένα από το εμπόριο, που περιείχαν περισσότερα πράγματα από τα βιβλία του ΟΕΔΒ και τα οποία έπρπε να έχουμε αν θέλαμε να περάσουμε την περιπέτεια των εισαγωγικών εξετάσεων για το πανεπιστήμιο με πιθανότητες επιτυχίας. Στις ερωτήσεις μας οι καθηγητές μας απλά επαναλάμβαναν ό,τι είχαν πει προηγουμένως (αυτοί που δεχόταν ερωτήσεις) και σε κοιτούσαν μ’ ένα βλέμμα του στιλ «μα πόσο ήλίθια μπορεί να είσαι».

Επιθεωρητές.

Μια μεγάλη συζήτηση στις μέρες μας είναι η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, πολλοί αναπολούν τον Επιθεωρητή του «παλιού καλού καιρού». Είναι μεγάλη κουβέντα η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, εγώ τη βρίσκω απαραίτητο εργαλείο για την αυτοβελτίωση του εκπαιδευτικού αλλά υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να αλλάξει συθέμελα το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και η εκπαιδευτική πολιτική. Και να καταλήξουμε σ΄ένα σύστημα αξιολόγησης αφού πρώτα όλοι (και το ίδιο το κράτος) απαντήσει σε μερικά βασικά ερωτήματα, όπως «τι είδους εκπαίδευση θέλουμε;», «τι αποτελέσματα περιμένουμε να έχουμε;» και πολλά άλλα που δεν είναι της παρούσης. Για να δούμε όμως πως θυμάμαι εγώ τους επιθεωρητές.

Επιθεωρητή είδα μόνο δύο φορές στη ζωή μου. Μας είχαν πείσει δε οι καθηγητές μας, πως οι επιθεωρητές θα κρίνουν εμάς άρα πρέπει να δείξουμε τον καλύτερο εαυτό μας. Θυμάμαι μία θεολόγο στην γ’ γυμνασίου που όλη τη χρονιά μας έβριζε και μας πρόσβαλε κάθε μέρα και  όταν περίμενε τον επιθεωρητή μας κατατρόμαξε πως άμα δεν είμαστε ήσυχες και δεν έχουμε διαβάσει θα έχουμε πρόβλημα με τον επιθεωρητή. Εμείς θα είχαμε προβλήματα, όχι εκείνη. Τη μέρα που ήρθε ο κύριος Επιθεωρητής ήταν και η μοναδική φορά που την είδαμε  γλυκομίλητη και χαμογελαστή. Ήρθε ο επιθεωρητής, έφυγε, είδε πόσο καλή είναι στην τάξη και την άλλη μέρα γυρίσαμε στη ρουτίνα μας. Βρισιές και προσβολές. Ποτέ κανένας δάσκαλος δεν αξιολογήθηκε για το παιδαγωγικό και το διδακτικό του έργο. Ποτέ κανένας δάσκαλος δεν απολύθηκε γιατί έβαζε βαθμούς με βάση τα πεσκέσια, γιατί σάπιζε τους μαθητές στο ξύλο, γιατί τους πρόσβαλε, γιατί καθόταν στην τάξη και απλά κάπνιζε (θεολόγος στην α’ λυκείου). Κανένας δεν πίστευε πως ο μουσικός στο γυμνάσιο έβαζε χέρι σε όσες μαθήτριες μπορούσε και ποτέ δεν διώχθηκε γιαυτό. Το μόνο που έγινε ήταν να εξαφανιστεί κάποια στιγμή από το σχολείο μας. Μάθαμε από στόμα σε στόμα πως κάποιοι γονείς τον κατάγγειλαν και πως από τη διεύθυνση, για να μη γίνει σκάνδαλο, τον έστειλαν σε άλλο σχολείο.

Αν δεν είχες μόνος σου το νταλγκά παπάρια μάθαινες από τους ημιμαθείς δασκάλους μας. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που ήταν αληθινά καλοί δάσκαλοι, όχι λιγότεροι και όχι περισσότεροι από όσους υπάρχουν και τώρα. Η διαφορά είναι πως τότε είχαν τον σεβασμό της κοινωνίας κι ας ήταν καθάρματα. Ο παπάς, ο χωροφύλακας κι ο δάσκαλος ήταν οι αρχές των μικρών κοινωνιών. Μας σάπιζαν στο ξύλο και κανένας γονιός δεν σκεφτόταν μήπως είχαν άδικο. Για να σε δείρει ο δάσκαλος θα είχε δίκιο έλεγαν, και σου έριχναν και οι γονείς ένα χέρι ξύλο για να εμπεδώσεις. Κανένας επιθεωρητής και καμμία επιθεώρηση ή κανένας φόβος δεν τους έκανε να γίνουν καλύτεροι δάσκαλοι. Το μόνο που φοβόταν ήταν μη τυχόν κάποιος τους κατηγορήσει για εχθρούς της πατρίδας και βρεθούν στα σύνορα.

Είστε/είμαστε σίγουροι πως αυτό ακριβώς νοσταλγείτε/με; Γιατί αυτό ήταν η παιδεία στις δεκαετίες του ’60 και του ’70.

η ζωή κυλάει….


Χάθηκα….. Κάτι η άνοιξη, κάτι το Πάσχα που εξαφανίστηκα και δεν υπήρχε ίντερνετ και αποτοξινώθηκα, κάτι που τι να πεις πλέον; Για τις εκλογές; Το μόνο που θα έλεγα ήταν όχι στην αποχή.

Κατά τα άλλα όλα βαζίζουν σταθερά στο δρόμο του απόλυτου παράλογου. Τούμπες και κωλοτούμπες, άνθρωποι που τους ήξερα για ψηφοφόρους του ΚΚΕ θα ψηφίσουν Χρυσή Αυγή, δεξιοί που ορκίζονται πως θα το ρίξουν στο ΚΚΕ, κάτι Καμμένους που δεν ξέρω σε ποια κολυμπήθρα του Σιλωάμ μπήκαν και βγήκαν παρθένες «εγώ δεν ήξερα κι ας ήμουν υπουργός…», κάτι Μπένυδες που ζητάνε συγγνώμη (αλλά είπαμε… από τότε που βγήκε η «συγγνώμη» χάθηκε το φιλότιμο). Κι έναν προεκλογικό αγώνα ακόμα πιο παρανοϊκό. Ο κώλος μας καίγεται, νέα μέτρα έρχονται και στον προεκλογικό αγώνα των καναλιών το πρόβλημα που συζητούν είναι ο Τσοχατζόπουλος και η απεργία πείνας της συζύγου, οι μετανάστες που ξαφνικά αποφάσισαν να τους μαντρώσουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και ν’ ανοίξουν «θέσεις εργασίας» για τους γηγενείς, και οι πουτάνες που ξαφνικά θυμήθηκαν να ανακαλύψουν αν και πόσες έχουν AIDS. Και να οι φωτογραφίες για να δούνε -λέει- οι πουτανιάρηδες αν πήγαν με κάποια απ’ αυτές να ξέρουν πως να πορευτούν. Κι εγώ να απορώ. Κι αν πήγαν μεν αλλά όχι με κάποια από τις γυναίκες των φωτογραφιών θα ησυχάσουν; «ΟΚ, πήδηξα χωρίς προφύλαξη μεν αλλά δεν ήταν κάποια από τις φωτογραφημένες άρα δεν κόλλησα;» Και όλα καλά όλα ανθηρά;

Και το κράτος…. ω! το καλό μας και φοβερό κράτος!!!! Το AIDS, οι μετανάστες και τα γκέτο, οι λαμογιές του Τσοχατζό και το μαχαίρι που θα φτάσει στο κόκκαλο, όλα στο μίξερ της αλίευσης ψηφαλακίων. Σε κάποιες προηγούμενες εκλογές όλοι μιλούσαν για το βιβλίο της Ιστορίας της Στ’ δημοτικού, κορυφαίο θέμα για προεκλογικό αγώνα στο κατώφλι της κρίσης που χτυπούσε την πόρτα μας. Τώρα, στην καρδιά της κρίσης κι ενώ ετοιμάζονται να μας πηδήξουν δίχως σάλιο ο προεκλογικός αγώνας αναφέρεται σε μετανάστες, πουτάνες και της απεργία πείνας της κυρίας του κυρίου. Έχω αρχίσει και αναρωτιέμαι, εγώ είμαι σαλή ή οι άλλοι;

Άσχετο. Πόσο κομπλεξικός και καμμένος πρέπει να είσαι για να θέλεις να πηδήξεις μ’ ένα δεκάρικο τα ναυάγια των φωτογραφιών; Πόσο τελευταίος νιώθεις και θέλεις να πηδήξεις και να νιώσεις ανώτερος μια γυναίκα που δεν ξέρει τι της γίνεται από την πρέζα; Που είναι γεμάτη πληγές και μελανιές; Δεν εννοώ το αισθητικό μέρος του θέματος, εννοώ πως μόνο ένα κομπλεξικό ζώο θα ένιωθε καλά, άντρακλας μεγάλος και βαρβάτος πηδώντας γυναίκες που για κάποιο λόγο ναυάγησαν και το μόνο που μπορούν να πουλήσουν για να φάνε ή να «γίνουν», είναι ένα διαλυμένο και αποστεωμένο κορμί;

Κατά τα άλλα γυρνάω με αλλεργία στα μάτια κι από πάνω μια οφθαλμική ίωση να έχω να πορεύομαι. Το σχολικό έτος οδεύει προς το τέλος του και οι τάξεις έχουν τον αμάζευτο και η ζωή κυλάει δίχως να κοιτάει τις δικές μας μελαγχολίες/αφραγκίες/υπαρξιακά.

Ο κύκλος των χαμένων εκπαιδευτικών


«Καλημέρα,
..και δεν ξέρω και το μικρό σου όνομα.
Λοιπόν φιλενάδα πάντα αναρωτιόμουν, πάντα με βασάνιζε η σκέψη τι σόϊ κοινωνική ομάδα είναι οι εκπαιδευτικοί. Και για να μην γίνομαι κουραστικός, αναρωτιέμαι και τώρα, στις φοβερές αυτές στιγμές που ζούμε, πως αυτοί οι άνθρωποι δεν ξήλωσαν εν μια νυκτί το κυβερνείο των τυράννων μας, το κολαστήριο της ζωής μας, ενώ μπορούν ! Χωρίς ιδαίτερο κόστος, χωρίς πολλές-πολλές επισφάλειες.
Το νάχεις στα χέρια σου παιδιά, έτοιμα να ρουφήξουν τη ζωή και τους ανθούς της, κρεμασμένα από τα χείλη σου ν’ ακούσουν για τη ζωή τους, καρφωμένα τα μάτια τους πάνω σου γιατί η εξουσία τους γυρίζει την πλάτη, είναι έγκλημα να είσαι με τους ΑΛΛΟΥΣ να βάζεις πλάτη στα έργα τους.
Πάντα αναρωτιόμουν και πάντα θα αναρωτιέμαι. Εϊναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να μπουκάρω σε ένα σχολείο, σε μια τάξη μέσα, σε τάξη του “χειρότερου επιπέδου” που λένε, με πλήρωμα μαθητών που θάθελαν να με …κατασπαράξουν. Να μπώ και να τους πώ κάτι πολύ απλό: Σκοτώστε με, αν αυτή είναι η επιθυμία σας, σπάστε τα θρανία σας, κάψτε τα βιβλία σας αν είναι να λυτρωθείτε.
Αναρωτιέμαι και προσπαθώ να μαντέψω τη συνέχεια !
Μπορείς να μου την πείς ;
με τις καλημέρες μου και τις ευχαριστίες μου.
θανάσης»

Με αφορμή την παραπάνω ερώτηση του Θανάση που τέθηκε σαν σχόλιο σε προηγούμενη ανάρτηση και το πόσο άσχημα νιώθω μέρα με τη μέρα στο σχολείο μου, θα προσπαθήσω να οργανώσω μερικές σκόρπιες σκέψεις για το τι σημαίνει διδασκαλία και ποιες αρχές την διέπουν ή τέλος πάντων πρέπει να τη διέπουν, χρησιμοποιώντας σκόρπια κειμενάκια που έγραψα σε διάφορες φάσεις, καθώς και συναισθήματα που γεννιούνται από πέρσι που επέστρεψα στο σχολείο, μετά από ένα διάλειμμα πέντε χρόνων από την τάξη.
Κατ’ αρχήν είναι η διδασκαλία επάγγελμα; Κι αν είναι έχει κάποιες αρχές, έναν κώδικα ηθικής πάνω στον οποίο πρέπει να «πατάνε» οι εκπαιδευτικοί; Ή μήπως αυτό που λέγεται πως «η διδασκαλία είναι λειτούργημα και όχι επάγγελμα» σημαίνει αυτό ακριβώς, πως υπάρχουν δηλαδή ή πρέπει να υπάρχουν κώδικες ηθικής πιο στέρεοι απ’ αυτούς που υπάρχουν σε άλλα επαγγέλματα; Οι ηθικές αρχές που αφορούν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού διαφέρουν από τις ηθικές αρχές που καθορίζουν άλλα επαγγέλματα; Υπάρχει τέλος πάντων, κάποιος γραπτός «Κώδικας Ηθικής» για τους εκπαιδευτικούς;
Στη χώρα μας επιμένουμε να παραβλέπουμε την αναγκαιότητα μιας σοβαρής και συστηματικής έρευνας της ηθικής διάστασης της εκπαίδευσης και η ηθική λάμπει δια της απουσίας της από τα Αναλυτικά Προγράμματα που αφορούν στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών. Εκπαίδευση όμως δεν σημαίνει μοναχά κατοχή γνώσης αλλά και μόρφωση. Σήμερα στους υποψήφιους εκπαιδευτικούς δεν γίνεται συζήτηση για μόρφωση, με βάση το ιδεολόγημα πως ο εκπαιδευτικός επιτελεί ένα έργο άμοιρο ηθικής ευθύνης ενώ η μόρφωση είναι κατά βάση ο σκοπός της γνώσης. Παρ’ όλ’ αυτά υπάρχουν κάποιες γενικές ηθικές αρχές που διαπερνούν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού κι αυτές είναι:

1) Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να διδάσκουν τα αντικείμενά τους με ακεραιότητα

2) Πρέπει να είναι πρότυπα πολιτικής ηθικής και να χειρίζονται την τάξη τους σύμφωνα με τις δημοκρατικές αρχές

3) πρέπει να δημιουργήσουν το κατάλληλο περιβάλλον, ώστε να προωθείται η εκπαίδευση και η μόρφωση όλων ανεξαιρέτως των συμβαλλόντων στη διαδικασία της αγωγής.
Υπάρχουν πολλά που μπορεί να πει κάποιος θέλοντας να υποστηρίξει ή να απορρίψει τις παραπάνω γενικές θέσεις. Και μόνον η ανάπτυξή τους θα έπαιρνε σελίδες πράγμα που ξεπερνά το στόχο ενός ποστ σ’ ένα blog. Εκείνο το σημείο που θέλω να σταθώ παραπάνω, είναι η πρώτη αρχή, πως  οι εκπαιδευτικοί πρέπει να διδάσκουν τα αντικείμενά τους με ακεραιότητα. Πως όμως ορίζεται η ακεραιότητα;
Υπάρχει μια τεχνοκρατική ή εργαλειακή άποψη που υποστηρίζει πως οι εκπαιδευτικοί πρέπει να γνωρίζουν βασικά δύο πράγματα: τα γνωστικά αντικείμενά που πρόκειται να διδάξουν και διάφορες δεξιότητες και στρατηγικές, με τις οποίες πρόκειται να μεταδώσουν τις γνώσεις τους στους μαθητές. Αυτή όμως η άποψη καθορίζει τα κριτήρια ενός επαγγέλματος που μάλλον δεν είναι η διδασκαλία αυτή καθ’ αυτή. Ένας χημικός για παράδειγμα, γνωρίζει χημεία αλλά δεν είναι επαγγελματίας χημικός ούτε και θα υποστήριζε ποτέ κάτι τέτοιο. Λέγοντας πως είναι εκπαιδευτικός θεωρείται δεδομένο πως έχει μια βάση τεχνικών γνώσεων που κρύβεται κάτω από την πρακτική της διδασκαλίας του. Τι θέλω να πω μ’ αυτό. Αν έπρεπε σήμερα να διαλέξουμε ποιός θα μας χειρουργήσει, ο Ιπποκράτης ή ο Γαληνός από τη μία ή ένας απλός χειρούργος κάτοχος πτυχίου ιατρικής και ειδικευμένος στη χειρουργική μάλλον θα διαλέγαμε τον δεύτερο. Αν όμως  ήταν να διαλέξουμε δάσκαλο ποιον θα προτιμούσαμε; Τον Σωκράτη ή έναν απόφοιτο ενός μέτριου παιδαγωγικού τμήματος; Μάλλον τον δεύτερο. Για την εγχείρηση θέλουμε κάποιον που να κατέχει καλά τις σύγχρονες τεχνικές ενώ για τη διδασκαλία δεν το βρίσκουμε απαραίτητο αυτό. Υπάρχουν λοιπόν θέματα που προκύπτουν από την υπόθεση πως η διδασκαλία είναι μόνο ζήτημα τεχνικής. Για να έχουμε καλή διδασκαλία πρέπει να ξέρουμε τι είναι γνώση, πως επιτυγχάνεται και ποια είναι η αξία της. Ένα όραμα που ν’ ανταποκρίνεται στην «παιδαγωγική γνώση του περιεχομένου κατά τον Lee Shulman (1986), το οποίο να μην αφορά μόνο στις βασικές έννοιες και την επιστημολογία της γνώσης αλλά και τους κανόνες και στην αξία της.
Ας πάρουμε κάτι άλλο, την ποίηση. Η διδασκαλία της ποίησης μπορεί να μην απαιτεί από τον εκπαιδευτικό να είναι ο ίδιος καλός ποιητής αλλά απαιτεί το ενδιαφέρον του, την απαραίτητη κατανόηση και τον τρόπο να εκθέτει τα εκείνα τα στοιχεία που όσοι αγαπούν την ποίηση τα θεωρούν άξια προσοχής. Ένας εκπαιδευτικός που διδάσκει ποίηση αλλά δεν μπορεί να δει στην ποίηση αυτό που βλέπουν οι ποιητές είναι σαν τον κληρικό που κάνει καλό κήρυγμα αλλά δεν ενδιαφέρεται για την ευσέβεια (το παράδειγμα δεν είναι δικό μου αλλά μου άρεσε). Οι φιλόλογοι θα είχαν πιθανόν να συμπληρώσουν πολλά πράγματα στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Το να διδάσκει όμως κάποιος ένα γνωστικό αντικείμενο χωρίς να λαμβάνει υπόψη τους εσωτερικούς σκοπούς του ίδιου του αντικειμένου, χωρίς να εξηγεί τις αρετές του είναι διαστρέβλωση και παραποίηση. Ακεραιότητα είναι το να εκπροσωπεί κάποιος το ύλικό του θέματος που διδάσκει με επιτυχία. Και είναι μέρος της ηθικής διδασκαλίας το να διδάσκεις το αντικείμενό σου με ακεραιότητα, όταν το εκπροσωπείς πιστά και προσπαθείς ν’ αναδείξεις την εγγενή του τελειότητα. Έτσι μπορείς πιο εύκολα να βοηθήσεις και τους μαθητές να μάθουν πως ν’ αξιολογούν τις πρακτικές και ν’ ανακαλύψουν ένα συνδυασμό πρακτικών και τελειοτήτων που να συνιστούν μια ικανοποιητικά διαισθητική εικόνα για τον αγαθό βίο.
Γράφεις Θανάση «Πάντα αναρωτιόμουν και πάντα θα αναρωτιέμαι. Εϊναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να μπουκάρω σε ένα σχολείο, σε μια τάξη μέσα, σε τάξη του “χειρότερου επιπέδου” που λένε, με πλήρωμα μαθητών που θάθελαν να με …κατασπαράξουν. Να μπώ και να τους πώ κάτι πολύ απλό: Σκοτώστε με, αν αυτή είναι η επιθυμία σας, σπάστε τα θρανία σας, κάψτε τα βιβλία σας αν είναι να λυτρωθείτε.
Αναρωτιέμαι και προσπαθώ να μαντέψω τη συνέχεια !
Μπορείς να μου την πείς ;»
Να σου πω λοιπόν…. Μου θυμίζεις τον «Κύκλο των χαμένων ποιητών» ή εκείνη την ταινία με την Michelle Pfeiffer, το «Dangerous Minds». Μπαίνεις νέος και ωραίος στην τάξη που την αποτελούν διάφορα παιδιά κατά κύριο λόγο αδιάφορα και προβληματικά, έχεις όνειρα και όραμα και παρ’ όλες τις δυσκολίες το σύμπαν ολόκληρο συνομωτεί για να το καταφέρεις. Τα παιδιά στην αρχή σε μισούν, στο τέλος σε λατρεύουν, όλα είναι τέλεια, κάπου εκεί βρίσκεις και το άλλο σου μισό, οι μαθητές κάνουν διδακτορικά από κει που ήταν λειτουργικά αναλφάβητοι και όλα είναι τέλεια. Χειροκροτήματα. Αυλαία.
Μόνο που η ζωή δεν είναι σινεμά, οι περισσότερες απέχουμε παρασσάγγας από τη Μισέλ, οι περισσότεροι δεν φέρνουν ούτε κατά διάνοια προς Ρόμπιν Ουίλιαμς και τα περισσότερα σχολεία δεν είναι στο Χάρλεμ αλλά ούτε η ακαδημία Γουέλντον στα 1959. Και κυρίως δεν αποφάσισε για το τέλος της ιστορίας μας ένας σεναριογράφος του Χόλιγουντ.
Στην ταινία,  κύριος Κίτινγκ είναι ένας ενσυνείδητος εμπρηστής συνειδήσεων. Και γνωρίζει ότι εκείνο που σε τελευταία ανάλυση μετράει για έναν δάσκαλο, είναι το «πόσες πυρκαγιές θα καταφέρει να ανάψει στα τριαντατόσα χρόνια που θα είναι εκπαιδευτικός». Με εργαλείο την ποίηση τους προτρέπει να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση, τους παρακινεί να κάνουν αυτό που πιστεύουν, τους ωθεί προς το να δημιουργούν αλλά και να αμφισβητούν την εκάστοτε ισχύουσα τάξη πραγμάτων. Δεν είναι όμως μόνο η ποίηση το μοναδικό αντικλείδι του «Καπετάνιου» για το λουκέτο των εφηβικών συνειδήσεων.  Είναι και η ανορθόδοξη διδακτική του αλλά και «κάτι» ακόμα που καθημερινά εκπέμπει, μια «ανθρωπομυρωδιά» την οποία αναβλύζουν τα κύτταρά του και μια αρμονία ανάμεσα στα λόγια του και την αντικομφορμιστική συμπεριφορά του.
Όλα αυτά ο δάσκαλος. Ο δάσκαλος στην ταινία έχει όλα όσα θέλουμε εμείς οι δάσκαλοι από τον εαυτό μας και η κοινωνία από μας. Έχει όμως και κάτι επιπλέον. Έχει μαθητές που θέλουν, να «πετάξουν», μαθητές που επιθυμούν την αλλαγή, μαθητές που ψάχνουν ένα όραμα κι έναν δάσκαλο να τους δείξει το δρόμο. Ακόμα κι η Μισέλ, η οποία στην ταινία παλεύει σ’ ένα σχολείο σε γκέτο, έχει τέτοιους μαθητές. Όχι όλους αλλά αρκετούς που δεν θέλουν ένα άγγιγμα για να πάρουν μπρος.
Θανάση αν έμπαινες σε μια τάξη στο σχολείο μου κι έλεγες «Σκοτώστε με, αν αυτή είναι η επιθυμία σας, σπάστε τα θρανία σας, κάψτε τα βιβλία σας αν είναι να λυτρωθείτε» μαντεύω πως στην αρχή θα σε κοίταζαν αποσβολωμένοι, μετά θα γινόταν μια κόλαση από ουρλιαχτά, μετά απλά θα ήσουν το σούργελο του σχολείου και από το μυαλό μερικών θα περνούσε η ιδέα να σε κάνουν στ’ αλήθεια ολοκαύτωμα για να σπάσουν πλάκα.
Νομίζω πως υπάρχουν κάθε χρόνο και πιο λίγοι μαθητές που «καίγονται» για να μάθουν, όλο και πιο λίγοι δάσκαλοι που «καίγονται» για να μεταδώσουν όσα έχουν μάθει, όλο και πιο λίγοι άνθρωποι που χαίρονται της διαδικασία της μάθησης, που πιστεύουν πως η γνώση –και όχι η δεξιότητα- είναι δύναμη. Κι ακόμα λιγότεροι άνθρωποι που έχουν τη διάθεση να κοπιάσουν για ν’ αποκτήσουν κάτι τόσο «άχρηστο» όπως η μόρφωση κι όχι η απόκτηση δεξιοτήτων που θα τους δώσουν αύριο μεροκάματο και, ει δυνατόν, καλό μεροκάματο.
Δεν ξέρω….. νομίζω πως ζω πλέον σε μια κοινωνία που μισεί τα σχολεία, τη γνώση, τον εαυτό της τον ίδιο.

Όσο για τι είδους ομάδα είναι οι εκπαιδευτικοί που αναρωτιέσαι, σου λέω πως είναι μια ομάδα σαν όλες τις υπόλοιπες. Έχει μερικούς που κάνουν όσα μπορούν, μερικούς που κάνουν παραπάνω απ’ όσα μπορούν, έχει τυπικούς, έχει αδιάφορους αλλά έχει και πάρα πολλούς σταρχιδιστές.