Αυτοπροσδιορισμοί (που είναι της μόδας)


Γεννήθηκα στη Σαλονίκη (όπως λέει και ο Σαββόπουλος). Ζω στην Αθήνα τα τελευταία 33 χρόνια κι έζησα και στην Πάτρα άλλα οκτώ χρόνια. Όταν με ρωτούν από που είμαι απαντώ πως είμαι μια σαλονικιά σε εσωτερική μετανάστευση. Οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μου γεννήθηκαν στην Ανατολική Θράκη και στη Μικρασία. Οι δύο από τους τέσσερις ήρθαν στην Ελλάδα πρόσφυγες το ’22, η μια γιαγιά έφτασε στη Θεσσαλονίκη, πρόσφυγας κι αυτή το ’12 κι ο άλλος παππούς ήρθε κι αυτός το ’12 να πολεμήσει εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους, ξαναγύρισε στον τόπο του και μετά ήρθε πάλι πρόσφυγας το ’22. Οι δύο τελευταίοι έμειναν στη Θεσσαλονίκη και οι δύο πρώτοι πήγαν σ’ ένα χωριό του νομού Πέλλας, κοντά στα φρεσκοφτιαγμένα σύνορα με…… αλήθεια, δεν ξέρω πως τον έλεγαν εκείνο τον τόπο τότε και μέχρι να φτιάξει ο Τίτο την ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Αν ρωτούσες τη γιαγιά, σου απαντούσε πως είναι Θρακιώτισσα, τους παππούδες δεν τους γνώρισα και την άλλη γιαγιά της Σαλονίκης την έχασα όταν ήμουν μικρή για να έχω τέτοιες απορίες.

Η γιαγιά πάντα ξεχώριζε τους πρόσφυγες από τους ντόπιους και ντόπιους αποκαλούσε αυτούς που μιλούσαν τη ντόπια διάλεκτο, εννοώντας τα σλαβομακεδόνικα τα οποία τα καταλάβαινε και αυτή και η μαμά μου. Όλοι μαζί στον ίδιο τόπο ζούσαν φυσικό να καταλαβαίνουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου. Άλλωστε δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τον καιρό που σ’ αυτό τον τόπο ζούσαν όλοι μαζί, ανακατωμένοι, ως υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η γιαγιά καταλάβαινε και τα τούρκικα, άσχετα αν δεν ήθελε ούτε να τα μιλήσει ποτέ ούτε να τα μεταφράσει.

Τα τοπωνύμια και τα ονόματα των χωριών τα έμαθα στα ελληνικά, ήμουν μεγάλη πλέον όταν συνειδητοποίησα πως όλα αυτά τα χωριά άλλαξαν τα ονόματά τους για να μη θυμίζουν σε τίποτε το ανακάτωμα των λαών που ζούσαν εκεί αλλά και των γλωσσών που μιλιόνταν μέχρι την χάραξη συνόρων και την προσπάθεια ομογενοποίησης των ανθρώπων υπό μια γλώσσα, μια θρησκεία κι ένα έθνος. Μόνο τα κεράσια Βοδενών δεν άλλαξαν όνομα αλλά πολύ αργά συνειδητοποίησα πως Βοδενά λεγόταν η Έδεσσα κι εγώ έτρωγα κεράσια από την Έδεσσα κι όχι από κάποιο εξωτικό μέρος. Μεγάλη, επίσης, έμαθα πως απαγορευόταν στους ντόπιους να μιλάνε το ντόπιο ιδίωμα ή να κάνουν αναφορά στο παλιό όνομα του χωριού τους. Παρ’ όλα αυτά σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση πως όλα τα χρόνια της σχολικής μας ζωής τα βιβλία της Γεωγραφίας, (χουντικά ή μεταπολιτευτικά) στο κεφάλαιο για τη Γιουγκοσλαβία ανέφεραν τη Δημοκρατία της Μακεδονίας σαν ένα από τα ομόσπονδα κράτη που την αποτελούσαν. Στην Ιστορία μαθαίναμε για τις τρεις Μακεδονίες (την Ελληνική, τη Γιουγκοσλάβικη και τη Βουλγάρικη) και μας φαινόταν απολύτως φυσιολογικός αυτός ο χωρισμός. Με μπέρδευαν λίγο οι ιστορίες και οι ταινίες για τους κομιτατζήδες αλλά το προσπερνούσα.

Αν με ρωτήσεις τι είμαι απαντώ πως είμαι Σαλονικιά, Ελληνίδα, με καταγωγή από πρύσφυγες, όνομα βυζαντινό και επίθετο ρουμανοβλάχικο αρκετά κοινό σε σλαβόφωνες χώρες. Ένα mix είμαι όπως όλοι όσοι ζούσαν σ’ εκείνα τα μέρη μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Μόνο που εγώ δεν αναγκάστηκα να είμαι κάτι, ευτυχώς.

 

Advertisements

Κάγκελα παντού


Χτες ξανακάλεσαν την κλάση μας, πάει κι ο Τζιμάκος από ανακοπή. Ένα καρδιακό ανάμεσα σε πολλούς καρκίνους που θερίζουν τη γενιά μας, άντε και τους λίγο μεγαλύτερους. Γέμισαν τα social media επικήδειους και και «καλό ταξίδι….» και πολλούς «καλούς παράδεισους»!!. Ειδικά αυτό το τελευταίο με έκανε και γέλασα πολύ, θα τους πέρναγε γεννεές δεκατέσσερις ο Τζιμάκος αν μπορούσε να το κάνει. Γλέντι τρελό θα γινόταν κι αυτοί που του εύχονται σήμερα «καλό παράδεισο» θα τον έτρεχαν για μηνύσεις. Διότι μάλλον δεν έχεις ιδέα ποιος ήταν, τι έκανε και τι έλεγε ο Τζιμης όσο ζούσε.

Μη ζώντας στην Αθήνα, έμαθα για τις Μουσικές Ταξιαρχίες όταν κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο. Οι «ψαγμένοι» φίλοι μου φοιτητές στην Πάτρα τον κουβάλησαν, τον βάλαμε στο πικάπ και….. Και δεν ξέρω….. Ήταν ροκάδες; Ήταν πάνκηδες; Ήταν «ταγάρια»; Τι σκατά ήταν αυτό που ακούγαμε; Διότι εκείνο τον καιρό (ίσως και τώρα, δεν ξέρω πλέον, μεγάλωσα και δεν με νοιάζουν αυτά εδώ και χρόνια) έπρεπε να ξέρουμε αν αυτό που ακούμε κολλάει σ’ αυτό που δηλώναμε πως είμαστε. Δεν μπορούσες να δηλώνεις ροκάς και να σ’ αρέσει η μαύρη μουσική ή τα λαϊκά ή τα κλαρίνα. Αν σ’ άρεσαν τα άκουγες μόνος σου, κάπως κρυφά κι όταν το ανακάλυπταν οι ροκάδες φίλοι σου έπρεπε να βρεις μια ιδεολογική πλατφόρμα για να στηρίξεις το γούστο σου. Εμείς πάντως τον κατατάξαμε στους ροκάδες και ησυχάσαμε. Αν και το χαρακτηριστικό του δεν ήταν η μουσική, τουλάχιστον για μένα που δεν ήμουν μουσικός ερχόταν σε δεύτερο πλάνο.Το ιδιαίτερο, αυτό το κάτι άλλο που έκανε τις Μουσικές Ταξιαρχίες διαφορετικές, ήταν ο στίχος τους. Ο στίχος που σε έκανε να γελάς, να θυμώνεις, να τα παίρνεις στο κρανίο ή να κουνάς το κεφάλι σου επιδοκιμαστικά φωνάζοντας «πέστα ρε Τζιμάκο!».Εμένα προσωπικά με εκνεύριζε πολύ ένα πράγμα, οι χοντροκομμένες πλάκες του. Μια φορά βρέθηκα σ’ ένα μαγαζί μου έκανε σόου, νομίζω ήταν το «Προσεχώς Βουλγάρες», τότε που έκανε τηλεφωνικές πλάκες μέσα από το μαγαζί, ήταν μέρος του σόου. Δεν ξέρω αν ήθελε να τσακίσει το μικροαστισμό των μικροαστών μ’ αυτό τον τρόπο, εμένα για κανιβαλισμός μου έμοιαζε. Θυμωμένη έφυγα από το μαγαζί εκείνο το βράδυ και θυμωμένα γελούσα με όσα άκουγα. Θυμωμένη με τον Τζιμάκο για όσα έκανε και θυμωμένη με μένα που γελούσα και ακόμα πιο θυμωμένη μαζί του επειδή παρ’ όλο που το θεωρούσα κανιβαλισμό είχε την ικανότητα να με κάνει να γελάω.

Άλλο ξεκίνησα να γράψω όμως κι άλλα γράφω, μου συμβαίνει συχνά τώρα τελευταία, μάλλον γερνάω… Πολλά τραγούδια του μου άρεσαν αλλά δυο τρία έχουν χαραχτεί στο μυαλό μου. Ούτε καν ολόκληρα τα τραγούδια αλλά κομμάτια από τους στίχους τους. Δεν υπήρχε περίπτωση να φτιάξω κασέτα ενενηντάρα για φίλο και να μη χώσω κάπου το «Γαμάτε γιατί χανόμαστε» ή την «Οικογενειακή συνομωσία». Το τραγούδι όμως που μια στροφή του ερχόταν πάντα στο μυαλό μου ήταν το «Κάγκελα παντού». Όχι για τη φράση που πέρασε στην καθημερινή μας γλώσσα, «τα μυαλά στα κάγκελα», αλλά για τη στροφή που λέει:

«Είμαστε η αδικημένη
γενιά του εξήντα
δίχως κατοχή και πείνα
χωρίς ρετσίνα»

Αυτό και οι στίχοι του Πορτοκάλογλου από το «Υπάρχει λόγος σοβαρός» από το δίσκο «Ρίσκο» του 1985

«Σε είχα δει και σένα σαν τ’ άλλα φοιτητάκια
αντάρτες της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά
(…)
Χούντα δε θυμάμαι μα ούτε ελευθερία
της μεταπολίτευσης καημένη γενιά»

Αυτοί ήμασταν. Τα παιδιά που δεν πρόλαβαν. Δεν προλάβαμε να φτιάξουμε τους δικούς μας ήρωες, αληθινούς κι όχι πέτσινους. Οι γονείς μας μιλούσαν για το Μεγάλο Πόλεμο και τον Εμφύλιο και οι λίγο μεγαλύτεροι για τη Χούντα και το Πολυτεχνείο. Στο Μεγάλο Πόλεμο και στον Εμφύλιο δεν είχαμε γεννηθεί και και τη Χούντα και το Πολυτεχνείο τα ζήμεμε είτε μωρά και παιδάκια. Προσπαθούσαμε λοιπόν να φτιάξουμε τα δικά μας τοτέμ αλλά τι ήρωες να φτιάξεις ζώντας σε μια εντελώς αντιηρωική εποχή; Κι ήρθε ο Τζιμάκος και μετά από λίγα χρόνια ο Πορτοκάλογλου και μας έφτυσαν αυτή την αλήθεια κατάμουτρα. Και είτε τους μισήσαμε είτε το καταλάβαμε και το τραγουδούσαμε με μια μικρή θλίψη γιατί τι να το κάνεις να έχεις ησυχία αλλά να μη μπορείς να φτιάξεις τους δικους σου ήρωες; Και μπορεί να ονειρευόμασταν ήρωες αλλά κάπου βαθιά μέσα μας ξέραμε πως αυτό που θα γίνει είναι:

«Πρώτα να τελειώσω το πανεπιστήμιό μου
μετά να κάνω τη θητεία στο στρατό
να πιάσω δουλειά σε κανένα γραφείο
να παντρευτούμε να κάνουμε παιδιά»

ΥΓ. Το βίντεο είναι ένα από τα τελευταία που έκανε με το Σωκράτη Μάλαμα, το τραγούδι «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» αλά Τζιμάκος

πρόβα χορωδίας


Άλλη μια 17η Νοέμβρη έρχεται κι άλλη μια γιορτή στο σχολείο ετοιμάζεται. Δεν την έχω αναλάβει (για τους αμύητους, τις σχολικές γιορτές αναλαμβάνουν να τις διοργανώσουν κάποιοι καθηγητές) αλλά είπα να βοηθήσω τις συναδέλφισσες που την ανέλαβαν στο κομμάτι της χορωδίας γιατί είχαν πνιγεί με όλα τα υπόλοιπα που ετοίμαζαν. Εννοείται πως δεν είμαι μουσικός, μόνο δυο τρεις μήνες πέρασα από Ωδείο προσπαθώνας να μάθω κλασική κιθάρα στα νιάτα μου αλλά δεν είχα την υπομονή, είχα και διάβασμα για τις εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο και τα παράτησα. Αυτό που έχω είναι καλό αυτί και μια σχετικά καλή φωνή οπότε ήμουν μια κάποια λύσις για τη χορωδία. Επιλέξαμε τα τραγούδια να ταιριάζουν με την περίσταση κι αρχίσαμε πρόβες στα κενά μου με μερικές μαθήτριες. Τα αγόρια σπάνια μπαίνουν σε τέτοιες διαδικασίες. Προς μεγάλη μου έκπληξη γνώριζαν τα περισσότερα τραγούδια (πιθανόν από προηγούμενες γιορτές), δεν είχαν ακούσει ποτέ το «Για τη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ» (και τώρα που το σκέφτομαι κανένα δεν ρώτησε τι είναι αυτό το ΕΦΕΕ…). Για να το μάθουν λοιπόν, ανοίξαμε κάποια στιγμή τον υπολογιστή και πήγαμε στο youtube να το ακούσουμε για να δουν αν μπορούν να το μάθουν στο λίγο χρόνο που είχαμε. Το ακούσαμε, τους άρεσε, προσπαθήσαμε να το βγάλουμε και μετά συνεχίσαμε με τα υπόλοιπα που τα ήξερα, ένα από αυτά και ο «Λεβέντης» του Θεοδωράκη. Πάνω που προβάτραμε το «Λεβέντη» μου λένε:

  • Κυρία, υπάρχει μια πολύ ωραία διασκευή, πιο μοντέρνα, του «Λεβέντη», αυτού ντε που σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα, από ένα συγκρότημα που λέγεται Cosa Mostra.

Εγώ δεν ήξερα την ύπαρξή του αλλά επειδή μ’ αρέσει να μαθαίνω ακούγοντας διάφορα και από το γιο, σκέφτηκα πως για να διασκευάσουν το συγκεκριμένο τρταγούδι ίσως είναι κάτι σαν τους Social Waste. Το βάλαμε λοιπόν και κάτι μου στράβωσε από την αρχή της εισαγωγής ακόμα. Όταν προχώρησε λίγο τους είπα πως αποκλείεται να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη διασκευή, τελείως πανηγυριώτικο ρε φίλε!! Στίχοι – μουσική καμία σχέση. Κάτι σε βαλκανικό ροκ να το πω; Δεν ξέρω…… Πιο γρήγορο τέμπο, ντέφια, βιολιά, κραυγές Ε! Ε! Ε!….. Κι εκεί που αναρωτιούνται «ποιος κατεβάινει σήμερα στον Άδη;» θα μπορούσαν άνετα ν’ αναρωτιούνται «ποιος παντρεύεται σήμερα κι έχει χαρές»

Δεν ξέρω, μπορεί να είμαι απλά μια κολλημένη γραία αλλά ό,τι και να είμαι νομίζω πως τουλάχιστον οι στίχοι πρέπει να έχουν σχέση με τη μουσική.

Ναι ρε φίλε, ο λεβέντης δεν μεμψιμοιρεί, περήφανος κατεβαίνει στον Άδη αλλά όπως και να το κάνουμε στον Άδη πάει, όχι στα μπουζούκια ή στο πανηγύρι του χωριού του να σύρει πρώτος το χορό.

 

ΥΓ. Έψαξα να δω ποιοι είναι αυτοί οι Cosa Mostra και είδα πως μας εκπροσώπησαν ως χώρα στην Eurovision  του 2013

Oh captain, my captain


tumblr_static_untitled-6Σκεφτόμουν την ανοησία που πέταξε -ανάμεσα σε άλλες- αυτός ο νεόκοπος αστέρας της πολιτικής, ο πατριώτης μου βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης σε άρθρο του στην Αυγή (http://www.avgi.gr/article/6166852/apo-ti-theoria-stin-praxi), που ξεσήκωσε θύελλα αρνητικών σχολίων και «άδειασμά» του από την εκπρόσωπο Τύπου Ράνια Σβίγκου.

Ο κύριος Τριανταφυλλίδης είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., είναι κάτοχος ειδικού μεταπτυχιακού τίτλου για διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό και από το βιογραφικό του φαίνεται πως έχει ελάχιστη σχέση με μάχιμο εκπαιδευτικό, αφού το 1997 διορίστηκε ως φιλόλογος με επετηρίδα σε οργανική θέση, από την οποία αργότερα παραιτήθηκε για να αφιερωθεί αποκλειστικά στη δημοσιογραφία.

Μέσα σ’ όλη τη μπουρδολογία του γράφει το εξής:

Τον ρόλο και την αποτελεσματικότητα των καθηγητικών σχολών. Εκπαιδεύουν μάχιμους εκπαιδευτικούς με όνειρο και φιλοδοξία να είναι μέσα στην τάξη οι δάσκαλοι – παιδαγωγοί έτσι ώστε να κερδίζουν κάθε μέρα την αναγνώριση των μαθητών τους; (σαν την αναγνώριση με την προσφώνηση «Oh captain, my captain», που κέρδισε ο καθηγητής Τζον Κίτιγκ από τους μαθητές του, στον «Κύκλο των χαμένων ποιητών»; https://www.youtube.com/watch?v=j64SctPKmqk).

Μόνο άσχετος με τη διαδικασία μιας σχολικής τάξης, και ειδικά με το πως εχει εξελιχθεί το σχολείο τα τελευταία χρόνια, θα μπορούσε να πετάξει μια τέτοια στερεοτυπική μπούρδα μεγατόνων. Να τον ενημερώσω λοιπόν πως η πραγματικότητα ΔΕΝ είναι Χόλιγουντ, αν και θα ήταν υπέροχα αν θα μπορούσε να είναι. Αν μπορούσαμε δηλαδή, να γράφουμε εμείς κατά το δοκούν το σενάριο της πραγματικότητας και τους ρόλους των πρωταγωνιστών. Έλα όμως που η κοινωνία και κατ’ επέκταση ο μικρόκοσμος ενός σχολείου, γράφει τα δικά της σενάρια στα οποία καλούμαστε να παίξουμε το ρόλο μας, έναν ρόλο που δεν περιέχει χολιγουντιανά στερεότυπα. Ακόμα όμως κι αν γινόταν να γίνει η πραγματικότητα Χόλιγουντ, να ενημερώσω τον ανόητο βουλευτή πως συγκρίνεις μόνο ομοειδή αντικείμενα κι αυτό δεν είναι μόνον μαθηματική λογική, άρα όφειλε και ως φιλόλογος να το γνωρίζει. Ο καθηγητής Κίτινγκ που μας πέταξε στη μούρη ως επιθυμητό στόχο-πρότυπο, δίδασκε σε ένα σχολείο στο οποίο οι μαθητές δεν έχουν καμμία σχέση με την πραγματικότητα των ελληνικών σχολείων σήμερα. Το σχολείο του Κίτινγκ ήταν ένα αυστηρό κολλέγιο της ανώτερης τάξης, προσανατολισμένο στην απόλυτη πειθαρχία και οι μαθητές του ήταν έφηβοι με φιλοδοξίες, γνώσεις και ανησυχίες, στους οποίους ο Κίτινγκ έδωσε έναν εναλλακτικό, πιο ανθρωποκεντρικό τρόπο μάθησης. 9af71b9c0749cab6d06e80138d3f1a0aΕίχε μαθητές που διψούσαν να μάθουν, απλώς δεν βολεύονταν στην αυστηρή πειθαρχεία του σχολείου τους. Κι όχι όλοι, η συντριπτική πλειοψηφία την είχε αποδεχτεί και καθόλου δεν την αμφισβητούσε, περισσότερο αντιδρούσε στους νεωτερισμούς του Κίτινγκ στην αρχή. Παρ’ όλα αυτά κάποιοι πιο ευαίσθητοι ή πιο επαναστάτες τον ακολούθησαν και τον λάτρεψαν. Πράγμα που συμβαίνει σχεδόν σε όλα τα σχολεία και σε όλους τους δάσκαλους. Κάποιοι μαθητές σου σε λατρεύουν, για τους πολλούς είσαι άλλος ένας που πρέπει να υπομείνουν και κάποιοι σε μισούν. Το να ζητάς όμως να γίνουν Κίτινγκ άνθρωποι που δουλεύουν πολλές φορές σε συνθήκες θηριοτροφείου, με μαθητές χωρίς καμμιά απολύτως φιλοδοξία (νάτο πάλι το Χόλιγουντ, έχει στερεότυπο και γιαυτή την περίπτωση) είναι ανοησία στην καλύτερη περίπτωση. Στη χειρότερη περίπτωση, αν αυτός που το ξεστομίζει είναι βουλευτής, τότε η ανοησία γίνεται επιπλέον και επικίνδυνη.

Το στερεότυπο που αναφέρω παραπάνω  είναι η ταινία Ασυμβίβαστη Γενιά (Dangerous Minds) του 1995 με τη Michelle Pfeiffer . Το κακό είναι πως κανένας από μας δεν μοιάζει στη Μισέλ και πως το τέλος του έργου είναι κάθε φορά απρόβλεπτο.

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%AF%CE%B2%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%93%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%AC

ΥΓ: Δεν ξέρω πάντως πως θα μπορούσα να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου αν ήμουν ο Κίτινγκ και εξαιτίας της εμπνευσμένης διδασκαλίας μου κάποιος έφηβος έκοβε το λαιμό του στο τέλος του έργου. Αυτό το σημείο της ταινίας ποτέ κανείς δεν το σχολίασε απ’ όσους ονειρεύονται να γίνουν οι ίδιοι ή να πείσουν τους άλλους γίνουν Κίτινγκ

 

Παραληρήματος συνέχεια


Επειδή μεγάλη ταραχή γίνεται με ο διάλογο για την παιδεία ας βγάλω λίγο τα σώψυχά μου κι εγώ, συνεχίζοντας το παραλήρημα του της προηγούμενης ανάρτησης.
Πέρα από τα μεγαλόπνοα ή μη σχέδια και τις βαρύγδουπες και επιστημονικές κουβέντες εγώ ένα έχω να πω μιλώντας στον εαυτό μου.
Δεν ξέρω τι αλλαγές πρέπει να γίνουν σε επίπεδο εκπαιδευτικής πολιτικής το σίγουρο πάντως είναι πως ένα πράγμα δεν θα συζητηθεί καθόλου.
Ποιος είναι ο ρόλος του εκπαιδευτικού μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα;
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, πρέπει επειγόντως να επαναπροσδιορίσουμε το τι είμαστε εμείς οι εκπαιδευτικοί, τι δουλειά πρέπει να κάνουμε μέσα σ’ ένα σχολείο, ποιος είναι ο ρόλος μας βρε αδελφέ. Ή πιο επιστημονικά, ποια είναι η περιγραφή του επαγγελματικού μας προφίλ;
Χρόνια τώρα (και κάθε χρόνο και χειρότερα) βλέπω γύρω μου εκπαιδευτικούς μαμάδες/μπαμπάδες, εκπαιδευτικούς ψυχολόγους, εκπαιδευτικούς κοινωνικούς λειτουργούς, εκπαιδευτικούς ψυχίατρους, μαθητευόμενους μάγους, νταντάδες και πάει λέγοντας. Τρικυμία εν κρανίω για την κοινωνία και τρικυμία εν κρανίω δικό μας.
Τι σκατά πρέπει να κάνουμε μέσα σε μια τάξη;
Κι αυτό που βλέπω είναι πως όλο και λιγότερο μας ζητάνε όλοι να κάνουμε μάθημα, να μάθουμε στα παιδιά γράμματα όπως έλεγαν οι παλιοί, κι όλο περισσότερο να πρέπει να κάνουμε όλα τα άλλα. Κι εμείς ζαλισμένοι προσπαθούμε (όχι όλοι φυσικά) να ανταποκριθούμε σε όλα αυτά, συνήθως με μικρή επιτυχία.
Εσείς γονείς, όταν πάτε σε γιατρό γαστρεντερολόγο του ζητάτε να κάνει διάγνωση και για τα πνευμόνια σας και ολίγον ορθοπεδική κι άμα του περισσεύει χρόνος να ρίξει και μια ματιά στη φορολογική σας δήλωση; Πως διάολο τα θέλετε όλα από έναν δάσκαλο;
Και το αντίθετο, αν εσείς συνάδελφοι ήσασταν γιατροί γαστρεντερολόγοι θα προσπαθούσατε να το παίξετε και πνευμονολόγοι με ολίγον από λογιστές; Θα το θεωρούσατε φυσιολογικό αυτό;
Εγώ πάντως δηλώνω αδυναμία, δεν τα ξέρω όλα, δεν μπορώ να τα κάνω όλα και κυρίως δεν θέλω να τα κάνω όλα.
Διάβασα πριν από λίγο και το άλλο, υποθέτω από συνάδελφο, πάνω σε μια φράση που αποδίδεται στον Α. Λιάκο και έλεγε (ο Λιάκος) πως πρέπει να μαθαίνουμε στα παιδιά πως να μαθαίνουν. Η απάντηση ήταν όλο αγανάκτηση τύπου «φτάνει πια με το ΠΩΣ μαθαίνουν τα παιδιά, το θέμα είναι ΤΙ μαθαίνουν».
Ρε γαμώτο, το θέμα δεν είναι μόνο το τι μαθαίνουν (τι προσπαθούμε να τους μάθουμε καλύτερα) αλλά και πως το μαθαίνουν (τους το μαθαίνουμε)  και κυρίως αν προσπαθούμε να τους διδάξουμε πως να μαθαίνουν. Δεν θα έχουν πάντα δίπλα τους έναν δάσκαλο-δεκανίκι να τους δείχνει τι πρέπει να διαβάσουν, τι πρέπει να μάθουν. Δεν θα έχουν πάντα κάποιον να μασάει τα παξιμάδια για πάρτη τους μη τυχόν και σπάσουν τα δοντάκια τους. Για παράδειγμα, μου τη δίνει απεριόριστα η ερώτηση «σε ποια σελίδα κυρία;». Παθαίνω εγκεφαλικό. Που κολλάει σ’ όλα τα προηγούμενα αυτή η ερώτηση;
Τους κάποια πράγματα από ένα κεφάλαιο και τους λες «και τώρα θα κάνουμε μερικές ασκήσεις για να το καταλάβετε καλύτερα». Και αμέσως πέφτει η ερώτηση «σε ποια σελίδα κυρία;». Στην αρχή απαντούσα μέχρι που συνειδητοποίησα πως ρωτάνε επειδή απλώς βαριούνται να ψάξουν να βρουν στο βιβλίο το κεφάλαιο που μόλις διδάχτηκε και να δουν στο τέλος τις ασκήσεις. Γιατί άλλωστε να ψάχνουν αφού είναι πιο εύκολο να τους πει ο δάσκαλος τη σελίδα και να πάνε κατευθείαν; Λεπτομέρειες θα μου πείτε αλλά οι μικρές λεπτομέρειες μαζεμένες κάνουν τα παιδιά ανίκανα να σκεφτούν. Το έκοψα λοιπόν και δεν απαντάω ποτέ σ’ αυτή την ερώτηση λέγοντάς τους πως έχουν αρκετό μυαλό για να βρουν μέσα στο βιβλίο το κεφάλαιο που αναφέρεται σε όσα λέγαμε δύο λεπτά νωρίτερα και να βρουν τις ασκήσεις. Τα βιβλία έχουν μια λογική σειρά δεν είναι χύμα ό,τι νάναι όπου νάναι ώστε να είναι δύσκολο να βρεις τις ασκήσεις μιας θεματικής ενότητας. Με έμαθαν πλέον, παρ’ όλα αυτά όλο και κάποιος θα ρωτήσει κάθε φορά «σε ποια σελίδα κυρία;»και οι υπόλοιποι θα τους φωνάξουν εν χορώ «αφού ρε η κυρία δεν απαντάει σ’ αυτό….».
Δεν ξέρω αν έχουν καταλάβει γιατί δεν απαντώ, παρ’ όλο που κάθε φορά το εξηγώ, πιθανόν απλώς με θεωρούν εκκεντρική για να μην πω στριμένη. Παρ’ όλο που είναι κουραστικό να μην απαντώ (είναι πιο εύκολο να πω σελ. 56 και να τελειώνει εκεί το θέμα) το συνεχίζω σταθερά διότι πιστεύω πως είναι -φυσικά- πολύ σημαντικό το ΤΙ τους μαθαίνουμε αλλά είναι ακόμα πιο σημαντικό να φεύγουν από το σχολείο και να έχουν πάρει μια ιδέα πως να μαθαίνουν, με ποιο μίτο της Αριάδνης πλοηγείσαι στον λαβύρινθο της οποιασδήποτε γνώσης. Ίσως κάποια στιγμή κάποιο απ’ αυτά καταλάβει πως κάτι ήθελε να τους μάθει εκείνη η στριμένη κυρία και γιαυτό δεν απαντούσε στην απλή ερώτηση «σε ποια σελίδα κυρία;»

ΥΓ. Κάποιες φορές η ερώτηση είναι μονολεκτική: «Σελίδα;»

πρωτοχρονιές


10_2_0Ο μπαμπάς την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πάντα δούλευε. Μάλλον έβγαζε καλό μεροκάματο και δεν ήθελε να το χάσει, δεν ήμασταν δα και πλούσιοι. Συγγενείς δεν είχαμε (είχαμε δλδ αλλά δεν μιλιόμασταν) κι όλες τις γιορτές, Πάσχα, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά τις περνούσαμε μονάχοι μας. Πόσο ζήλευα τα άλλα παιδιά που έλεγαν «θα φάμε στο θείο μας, στις ξαδέλφες….», που διηγούνταν τη Δευτέρα πως πέρασαν με τα ξαδέλφια τους, τι φαγητά έφτιαξαν οι θείες τους, τι τραγούδησαν και πόσο παραπάνω ήπιαν οι θείοι τους. Εγώ δεν είχα τίποτε να διηγηθώ, δεν θυμόμουν κανένα μεγάλο οικογενειακό τραπέζι και το βούλωνα όταν άκουγα διηγήσεις. Τι να έλεγα; Ήξερα πως είχα πολλά ξαδέλφια αλλά με ελάχιστα απ’ αυτές και πολύ λίγες φορές έπαιξα και γέλασα. Όταν μεγαλώσαμε λίγο και μπήκαμε στην εφηβεία άλλαξε το σκηνικό. Τα παιδιά της γειτονιάς άρχισαν να βαριούνται τα οικογενειακά τραπέζια, ήθελαν ν’ αρχίσουν να βγαίνουν μόνα τους, είχαν βαρεθεί τις θείες που τσιμππάνε μάγουλα και σε φιλάνε αφήνοντας σάλια στο μάγουλο και τα μωρά ξαδέλφια που σκούζουν και μπουσουλάνε. Εγώ ακόμα τα ζηλευα, είχαν ξάδελφους και μπορούσαν να βγαίνουν μαζί τους και με τους φίλους τους. Εμείς μόνο τρία κορίτσια στην οικογένεια, δεν υπήρχε διέξοδος, δεν υπήρχε μεγάλος αδελφός, δεν υπήρχε ξάδελφος να μας αφήσουν να βγούμε μαζί τους και αφού θα είχαμε οικογενειακό «προστάτη» να επιστρέψουμε λίγο πιο αργά χωρίς να γίνει σαματάς και καυγάς.

Ο μπαμπάς την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πάντα δούλευε. Κι η μαμά δούλευε. Η γιαγιά έφτιαχνε φαγητό, περιμέναμε να έρθουν τα μεσάνυχτα, να σβήσουμε τα φώτα, ν’ ανοίξουμε τις βρύσες για να ρέουν τ’ αγαθά τη νέα χρονιά όπως το νερό της βρύσης, να ακούσουμε τα βεγγαλικά και την αλλαγή της χρονιάς στο ραδιόφωνο και να ευχηθούμε μεταξύ μας «Καλή χρονιά». Μέχρι τα μεσάνυχτα προσπαθούσα να φτιάξω κλίμα εορταστικό, ήθελα απεγνωσμένα να νιώσω πως η βραδιά είναι διαφορετική, πιο «λαμπερή» από όλες τις άλλες του χρόνου αλλά δεν θυμάμαι να τα κατάφερα ποτέ. Δεν ήξερα και τι ακριβώς σημαίνει αυτό το Λαμπερή» αλλά ήμουν σίγουρη πως σε μια «λαμπερή» βραδιά εμείς δεν θα φορούσαμε τα καθημερινά μας ρούχα, δεν θα παίζαμε μεταξύ μας «πάρτα όλα» με φασόλια μόνες μας όπως κάθε άλλη μέρα, η μαμά δεν θα έκανε μπάνιο μέχρι τελευταία στιγμή επειδή είχε γυρίσει αργά από τη δουλειά και θα φορούσε ένα όμορφο φουστάνι, θα χαμογελούσε θα ήταν ξεκούραστη και δεν θα είχε νεύρα, ο μπαμπάς θα ήταν σπίτι από νωρίς και θα φορούσε κι αυτός τα «καλά» του και θα είχαμε κόσμο, συγγενείς και φίλους και ξαδέλφια και όλοι θα γελούσαμε και θα τραγουδούσαμε. Κι όταν άλλαζε ο χρόνος όλοι θα αγκαλιαζόμασταν και θα φιλιόμασταν και θα τα αλλάζαμε δώρα που θα βρίσκονταν κάτω από το δέντρο και τα δώρα θα ήταν ό,τι τραβούσε η ψυχή μας. Και δεν θα νυστάζαμε νωρίς, θα ξενυχτούσαμε έτσι μεσ’ την ευτυχία μέχρι το πρωί.

Σαν ταινία είχα μέσα στο μυαλό μου τις «λαμπερές» νύχτες αν και δεν είχα δει πολλές ταινίες και δεν υπήρχε τηλεόραση για να υπάρχουν και διοαφημίσεις. Έτσι όμως είχα μεταφράσει τις διηγήσεις των άλλων παιδιών της γειτονιάς για το πως πέρναγαν τις γιορτές. Στο σπίτι μας υπήρχε ησυχία εκτός από τις φωνές μας αλλά μετά πολλές φορές καταλήγαμε σε αψιμαχίες και η μαμά νευρίαζε γιατί ήταν κουρασμένη. Η γιαγιά όμως έψηνε ωραία πιτάκια με τυρί στο τηγάνι, έφτιαχνε τηγανίτες και είχαμε σακούλες γεμάτες με ξηρούς καρπούς που τους σπάγαμε με τις ώρες και φτιάχναμε στίβες από τσόφλια. Κι όταν άλλαζε ο χρόνος πηγαίναμε μετά από λίγο για ύπνο και σπάνια μας πετύχαινε ξύπνιες ο μπαμπάς που έκανε ποδαρικό στο σπίτι, σχεδόν πάντα αυτός.

Θυμάμαι τις παραμονές αλλά δεν θυμάμαι καθόλου τις Πρωτοχρονιές ανήμερα. Μάλλον θα ήταν εξαιρετικά αδιάφορες, σαν κάθε μέρα άντε το πολύ πολύ σαν κάθε Κυριακή.

το πράσινο μίλι


Είναι κάποιες μέρες που μου κολλάει στο μυαλό σαν τσίχλα μια φράση ή ένας στίχος. Νταξ, δεν είναι κάτι μοναδικό, σε όλους συμβαίνει αλλά λέμε τώρα…… Συνήθως ψάχνω να βρω από που ξεκινάει αυτό, ποιο ήταν το πρωταρχικό ερέθισμα που δεν συνειδητοποίησα. Συνήθως είναι ένα χαζοτράγουδο που άκουσα ασυναίσθητα ή μια φράση από διαφήμιση που πέτυχε -εν μέρει- το σκοπό της, αφού μια διαφήμιση είναι πετυχημένη όταν θυμάσαι ποιον και τι διαφημίζει κι όχι το σλόγκαν. Ξέφυγα πάλι από το θέμα μου….. το παθαίνω τώρα τελευταία, γι’ αλλού κινώ κι αλλού βρίσκομαι.

Σήμερα λοιπόν σκεφτόμουν συνεχώς τη φράση «το πράσινο μίλι». Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως αυτός είναι ο τίτλος μιας ταινίας (The Green Mile). Καλή ταινία με τον  Tom Hanks αλλά ήταν περίεργο πως μου κόλλησε, δεν την είδα χτες ούτε συζήτησα κάτι γι’ αυτήν. Περίεργο……

Αργότερα κατάλαβα πως μου κόλλησε. Η ταινία διηγείται τα υπερφυσικά γεγονότα που συνέβησαν στην πτέρυγα θανατοποινιτών μιας αμερικάνικης φυλακής. Στην πτέρυγα αυτή είχε δοθεί από τους φύλακες το όνομα «Πράσινο μίλι»  επειδή οι θανατοποινίτες που περπατούν προς την εκτέλεσή τους λέγεται ότι περπατούν το «τελευταίο μίλι» τους προς την ηλεκτρική καρέκλα. Ναι, καλά όλα αυτά αλλά τι σχέση έχουν αυτά με μένα;

Έχει, έτσι νιώθω κι εγώ. Σαν να ζω στην πτέρυγα των θανατοποινιτών περιμένοντας την εκτέλεση. Νταξ, δεν θα χάσω τη ζωή μου αλλά αν δεν αλλάξει κάτι θα χάσω τα μέσα για να ζω τη ζωή μου. Έτσι είμαστε όλοι τους τελευταίους τρεις μήνες. Έχει επιδικαστεί η ποινή, απόλυση. Περιμένουμε όμως μέχρι να εκτελεστεί, οκτώ μήνες αναμονή και ταυτόχρονα συμβαίνουν όλα αυτά που έχουμε διαβάσει ή έχουμε δει σε ταινίες με θανατοποινίτες. Και να οι εφέσεις, οι συνεννοήσεις με τους δικηγόρους, οι ελπίδες για ένα θαύμα, να οι συγκεντρώσεις με τα πανώ και τις πικέτες «Free Τάδε» έξω από τη φυλακή ή μπροστά στο υπουργείο, να οι εκδηλώσεις συμπαράστασης, οι ερωτήσεις και οι παρεμβάσεις των αλληλέγγυων, οι ανακοινώσεις του υπουργού, οι διαβεβαιώσεις, τα μίση και τα πάθη ανάμεσα στους θανατοποινίτες, η διαφορετικές αντιδράσεις ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία τους απέναντι στο επικείμενο τέλος, την εκτέλεση.

Να λοιπόν πόθεν η φράση στο κεφάλι μου. Αυτό είμαστε, ζούμε στο πράσινο μίλι μας περιμένοντας την ώρα μας για την «καρέκλα»