Κρανίδι και άλλες ιστορίες


Διαβάζω τα παρασκήνια από το θέμα με τους μολυσμένους μετανάστες/πρόσφυγες από τη δομή στο Κρανίδι και πως οι αξιοπρεπείς νοικοκυραίοι κάτοικοι της περιοχής έχουν κλάσει μέντες διότι είχαν βρει τη χαρά τους να πηδάνε τις γυναίκες της δομής για ένα τάληρο ή δεκάρικο. Τις γυναίκες που μάλλον κόλλησαν κι αυτές, όπως και οι υπόλοιποι της δομής, από εργαζόμενη στο ξενοδοχείο και της οποίας τη μόλυνση έκαναν όλοι γαργάρα. Μου ήρθε λοιπόν στο μυαλό μια παλιά ιστορία

Κάποτε πήρα ένα ταξί από τα ΚΤΕΛ στον Κηφισό. Μαζί μου μπήκε κι ένας χοντρός λιγδιάρης 60ρης. Κάθισε στο μπροστινό κάθισμα και έδωσε εντολή στον οδηγό να τον πάει στο νοσοκομείο Γεννηματά και μάλιστα γρήγορα επειδή είχε ραντεβού με γιατρό. Λίγο μετά που ξεκινήσαμε άρχισε την κουβέντα με τον οδηγό και του έλεγε πως ήταν ναυτικός κι έχει γυρίσει όλο τον κόσμο. Μετά από αυτή την εισαγωγή άρχισε να ρωτάει τον οδηγό που θα βρει «καμιά πουτάνα να πηδήξει«. Τι να πει κι ο οδηγός ο οποίος ήταν μάλλον αλλοδαπός από τους πρώτους που δούλευαν σαν οδηγοί σε ταξί και κάπως σαν να ντράπηκε που άκουσα κι εγώ αυτή την ερώτηση. Του απάντησε λοιπόν πως αυτός δεν ξέρει από τέτοια γιατί δεν ασχολείται. Σιγά μη τον πίστεψε ο λιγδιάρης και του είπε:
«οδηγός ταξί είσαι, όλη την Αθήνα γυρνάς, δεν μπορεί να μη ξέρεις που είναι τα στέκια τους…»
«Μα δεν ξέρω σας λέω…» απαντούσε ο οδηγός και όλο γυρνούσε και με κοιτούσε απελπισμένος. και τότε ο σιχαμένος και ιδρωμένος λιγδιάρης έσκασε το παραμύθι….
«να ξέρεις όμως…» είπε στον οδηγό, «εγώ δεν θέλω ό,τι κι ό,τι. Ψάχνω για καμιά μικρούλα μαυρούλα, μόνο τέτοιες γουστάρω να πηδάω κι έχω πηδήξει πάνω από 14.000 στη ζωή μου… καμιά τέτοια ξέρεις που θα βρω; Μικρή όμως, 12 – 13, όχι μεγαλύτερη…»
Τότε πλέον ο οδηγός γύρισε εντελώς απελπισμένος και με κοίταξε και μου έκανε ένα νόημα τύπου «τι να κάνω δεν μπορώ να του βουλώσω το στόμα…» Ο σκατιάρης απτόητος, συνέχισε να εξηγεί με λεπτομέρειες γιατί του αρέσουν οι μικρές «νεγρούλες» και πως του αρέσει να τις πηδάει. Εγώ είχα φρικάρει και είχα λουφάξει στο πίσω κάθισμα προσπαθώντας πλέον να μην ακούω και θέλοντας να ξεράσω και ο οδηγός συνέχισε να γυρνάει και με κοιτάζει απελπισμένος όσο ο σκατιάρης φτιαχνόταν με τα λόγια του.

Όταν σταματήσαμε για να κατέβω ο σκατιάρης άρχισε να φωνάζει στον οδηγό και να τον ρωτάει γιατί σταμάτησε αφού του είπε πως βιάζεται γιατί τον περιμένει γιατρός στο νοσοκομείο και τότε του είπα εγώ από το πίσω κάθισμα πως εγώ πρέπει να πάω σπίτι μου εκτός αν θέλει να πάμε όλοι μαζί στο νοσοκομείο. Μόνον τότε κατάλαβε πως ήμουν κι εγώ πίσω, δεν με είχε πάρει χαμπάρι. Δεν μάσησε όμως και μου είπε «Ήσουν τόση ώρα εκεί πίσω εσύ; Τα άκουσες όλα ε; δεν πειράζει, να μάθεις πως είναι η ζωή…

‘Σιχάθηκα τη ζωή μου εκείνη τη μέρα, έχουν περάσει κοντά 15 χρόνια από τότε κι ακόμα δεν μπορώ να ξεχάσω τα λιγδιασμένα μαλλιά και την ιδρωμένη λιπαρή φάτσα του που ήθελε να πηδάει παιδιά και το διαλαλούσε.

Όλγα


29365932_1697420703685704_7781217113728876544_nΠέρσι τέτοια εποχή γνώρισα την Όλγα. Ήταν η καινούρια συγκάτοικος της Reem που ζούσε σ’ ένα σπίτι κοντά στα Εξάρχεια με το γιο της τον Aboudee. Η Reem με το γιο της είχαν κάνει ολόκληρο τον μακρύ δρόμο από το Alepo μέχρι τη Χίο, λίγο με τα πόδια λίγο στριμωγμένοι σε λεωφορεία και φορτηγά, μέχρι να φτάσουν στα παράλια της Τουρκίας κι από κει με βάρκα στην Ελλάδα, μια βάρκα σαν αυτή που χάθηκε προχτές στο Αγαθονήσι. Η δική τους βάρκα ήταν «τυχερή», βγήκαν στα παράλια της Χίου κι από κει στον καταυλισμό της Βιάλ. Στον καταυλισμό τους βρήκαν οι άνθρωποι της Ύπατης Αρμοστίας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τους έφεραν στην Αθήνα, στο μικρό διαμέρισμα στα Εξάρχεια που έπρεπε όμως να μοιραστούν με κάποια άλλη οικογένεια, μέχρι να τα καταφέρουν να φύγουν για τη Γερμανία να βρουν τον πατέρα του Aboudee. Ο Aboudee πάσχει από κάποιο σύνδρομο νανισμού και γιαυτό επιλέχτηκαν, ως μονογονεϊκή οικογένεια με ευαλωτότητα, να μεταφερθούν σε διαμέρισμα. Η πρώτη οικογένεια-συγκάτοικοι έφυγαν για τον προορισμό τους και στη θέση τους ήρθε η Όλγα με τα τέσσερα παιδιά της, από 10 μέχρι 18 περίπου ετών. Αν δεν φορούσε το μαντήλι στο κεφάλι δεν θα την ξεχώριζες από ελληνίδα, τα παιδιά της το ίδιο. Όμορφη κοπέλα, δεν πρέπει να ήταν ούτε 40 χρόνων αλλά έδειχνε ακόμη μικρότερη. Μ’ ένα καθαρό πρόσωπο, ένα λαμπερό δέρμα και ένα όμορφο χαμόγελο. Και τα παιδιά της, τέσσερα όμορφα και ευγενικά παιδιά. Μια μέρα, με λίγα αγγλικά και λίγη παντομίμα, μου είπε την ιστορία της.

Έφτασε στην Ελλάδα την ίδια περίπου εποχή με τη Reem και την άλλη φίλη μου, τη Σάλμα. Όλες έφτασαν μερικές μέρες μετά τη συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας κι έπρεπε να περιμένουν πολύ μέχρι να φύγουν. Όλες είχαν κάνει αίτηση για επανένωση οικογένειας η Όλγα όμως δεν ήρθε στην Αθήνα όπως οι άλλες δύοι, άκουσε αυτούς που έλεγαν πως θα ανοίξουν τα σύνορα και βρέθηκε στην Ειδομένη. Αντί να κάνει αίτηση επανένωσης νόμισε πως θα είναι πιο εύκολο να περάσει τα σύνορα που, δεν ξέρω ποιοι, της έλεγαν πως είναι ζήτημα ημερών για ν’ ανοίξουν. Περιμένοντας πέρασαν τέσσερις μήνες, τέσσερις μήνες μέσα στο κρύο και τη λάσπη, για να πεισθεί πως τελικά δεν θα ανοίξουν τα σύνορα. Μου έλεγε πως όλοι όσοι περίμεναν εκεί ήταν πεπεισμένοι πως θα ανοίξουν τα σύνορα και πως όσοι λένε το αντίθετο είναι ψεύτες που θέλουν να τους κρατήσουν στην Ελλάδα για να τους στείλουν πίσω ή να τους φυλακίσουν. Το όργιο της παραπληροφόρησης. Αρρώστησαν τα παιδιά αρρώστησε κι η ίδια και όταν πλέον είχε πειστεί πως άδικα περιμένει απευθήνθηκε στην Ύπατη Αρμοστία του ΟΗΕ και βρέθηκε στην Αθήνα όπου έκανε επιτέλους αίτηση επανένωσης. Έχασε όμως πολύ χρόνο στις λάσπες της Ειδομένης κι έτσι θα έπρεπε να περιμένει πολύ μέχρι να καταφέρει να φύγει τελικά για την Αυστρία, νομίζω, να σμίξει ξανά η οικογένεια. Δεν ξέρω αν είναι ακόμη εδώ ή έφυγε τελικά. Η Reem έφυγε το φθινόπωρο του 2017 κι από τότε δεν έμαθα νέα της Όλγας. Εύχομαι να έχουν ήδη φύγει, ταλαιπωρήθηκαν πάρα πολύ.

Η Όλγα ήταν κούρδισσα από το Αφρίν, από την Όλγα έμαθα την ύπαρξή του και τη σκέφτομαι συνέχεια αυτές τις μέρες.

Ο Θεός που πιστεύεις ας σε προσέχει Όλγα, εσένα και τα 4 παιδιά σου.

Update.

Μίλησα με τη Σάλμα στη Νορβηγία. Τελικά η Όλγα τα κατάφερε, βρίσκονται στη Γερμανία πλέον. Ασφαλείς αλλά ξεριζωμένοι και σίγουρα κλαίει βλέποντας τις εικόνες της πόλης της να βανδαλίζεται.

τι θέλουν;


«Η Ελλάδα δεν προστατεύει αποτελεσματικά τα εξωτερικά της σύνορα»

Η φράση που ακούγεται συνέχεια και παντού. Και που είναι και λάθος, τα σύνορα είναι πάντα εξωτερικά αλλά ας το αφήσω αυτό. Τι διάολο σημαίνει αυτή η φράση; Πως  προστατεύονται τα σύνορα; Και έναντι ποιων; Διότι εγώ με τη λίγη ιστορία που ξέρω καταλαβαίνω μόνον ένα πράγμα. Τα σύνορα προστατεύονται με πόλεμο ανάμεσα σε δύο γειτονικά κράτη. Τελεία.

Με ποιους λοιπόν μας σπρώχνουν να κάνουμε πόλεμο; Μόνο σ’ έναν πάει το φτωχό μυαλό μου, την Τουρκία. Διότι η άλλη επιλογή είναι να πνίγουμε τον κόσμο στη θάλασσα αλλά αυτό δεν λέγεται πόλεμος, λέγεται γενοκτονία. Το να σκοτώνεις άοπλους και γυναικόπαιδα είναι γενοκτονία κι όχι πόλεμος.

Θέλουν λοιπόν πόλεμο της Ελλάδας με την Τουρκία; Να τελειώσει ό,τι παρα λίγο να γίνει σαράντα χρόνια πριν; Τόσα όπλα περισσεύουν πια και κάπου πρέπει να χρησιμοποιηθούν; Τη μείωση του παγκόσμιου πληθυσμού πρέπει να την αρχίσουν από μας; Και είναι τόσο σίγουροι οι ευρωπαίοι, πως άμα ξεκινήσει ένας πόλεμος στην Ευρώπη θα τον κρατήσουν τα σύνορα και δεν θα περάσει και δίπλα; Μιλάμε για Βαλκάνια κι αν νομίζουν πως θα επαναληφθεί το φαινόμενο της πρώην Γιουγκοσλαβίας, στην οποία ο πόλεμος όντως έμεινε εντός συνόρων, ένα έχω να πω. Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε και οι συνθήκες δεν μοιάζουν ούτε κατά διάνοια με τις συνθήκες της δεκαετίας του ’90.

Κι ένα βίντεο όπου φαίνεται με ποιους θέλουν να «πολεμήσουμε». Ποιους θέλουν να θεωρήσουμε εχθρούς. Ποιους τελικά πρέπει να γενοκτονήσουμε.

επέτειος


10492456_10202736208915345_3246488563712231186_n

Νομίζω πως είναι η καλύτερη φωτογραφία για να σχολίασω μιαν επέτειο. Σήμερα κλείνει ένας χρόνος από κείνο το ζεστό απόγευμα που έμαθα από την Τρέμη πως καταργήθηκα. Και μαζί με μένα καταργήθηκαν οι μαθητές μου, η ειδικότητά μου στο σχολείο και οι ειδικότητες άλλων 2400 συναδέλφων και κοντά 20.000 μαθητών.

Ένας χρόνος πέρασε, με δεκάδες πορείες, συλλαλητήρια, χημικά, καταλήψεις υπουργείων και πολιτικών γραφείων, ξύλο με τα ΜΑΤ, υποσχέσεις, καταθλίψεις, αγώνων, αγωνιών….. Ένας χρόνος και είμαστε οι περισσότεροι ακόμα στην ίδια κατάσταση. Έγιναν εκλογές, ανασχηματισμός, άλλαξε ο υπουργός, οι υφυπουργοί, άλλαξαν τα σχολεία κι εμείς ακόμα είμαστε εκεί που ξεκινήσαμε σχεδόν.

Και ο κόσμος γύρω μας σωριάζεται…….

Το χρονικό της διαθεσιμότητας


Το κείμενο γράφτηκε από συνάδελφο σε διαθεσιμότητα, την προηγούμενη Παρασκευή, 22 μέρες πριν την καταληκτική ημερομηνία που σημαίνει απόλυση. Θα μπορούσα να το είχα γράψει εγώ ή οποιοσδήποτε από μας.

Όταν στις 30 Ιουνίου αποχαιρετήσαμε τους συναδέλφους στα σχολεία, βουητό ανάκατο με ανησυχία πλανιόταν στα γραφεία του σχολείου. Ψίθυροι, αναστεναγμοί, φήμες…. Ο τομέας Υγείας και Πρόνοιας ανήκε στους λίγους «προνομιούχους» κλάδους, καθώς αποτελούσε το 22% της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης. Οι ειδικότητες  ήταν κλασική επιλογή για τον γυναικείο κυρίως πληθυσμό, υπήρχαν προοπτικές επαγγελματικής αποκατάστασης, τα εργαστήρια ήταν άκρως εξοπλισμένα , οι  συνάδελφοι εργαζόμασταν με πλήρες ωράριο, ενώ σε πολλές περιοχές ο αριθμός των αναπληρωτών ξεπερνούσε όλες τις άλλες ειδικότητες. Με το θάρρος της συναδελφικής αλληλεγγύης με ρωτούσαν οι συνάδελφοι αν θα τους βοηθούσα στον αγώνα τους, όταν θα ερχόταν η ώρα να αποχωρήσει κάποιος από αυτούς. Επιβεβαίωνα τότε τη συμπαράσταση μου στην αγωνία των συναδέλφων, ενάντια στην πολιτική του Υπουργείου. Μια εβδομάδα αργότερα, το Υπουργείο Παιδείας στοχοποίησε τον δικό μου τομέα μαζί με τον τομέα Εφαρμοσμένων Τεχνών και Αισθητικής Κομμωτικής, για να αποχωρήσουμε από την εκπαιδευτική κοινότητα.

Έτσι ξεκίνησε το δικό μας Καλοκαίρι. Με ένα τηλέφωνο το απόγευμα μιας Πέμπτης. Εγώ έπαιζα με τους ανηψιούς μου, ο Σωτήρης έπινε καφέ με την κοπέλα του, η Εύα προσέφερε υπηρεσίες στο κοινωνικό ιατρείο και η Χρύσα σχεδίαζε να πάει να μείνει για το Καλοκαίρι στην Αθήνα με τα παιδιά της, όπου εργάζεται ο άντρας της, τα τελευταία τρία χρόνια.

Ο αιφνιδιασμός έγινε οργή, η οργή θλίψη και τη θλίψη αντικαταστάθηκε από τρομοκρατία. Η υπογραφή της διαθεσιμότητας μας στις 22 Ιουλίου, έγινε η αρχή για να καταλάβουμε το μέγεθος της σκληρότητας του Υπουργείου. Η αιτιολογία της διαθεσιμότητας μας ήταν πως οι ειδικότητες αυτές δεν χρειάζονται. Αχρείαστοι λοιπόν οι νοσηλευτές, οι αισθητικοί, οι φυσικοθεραπευτές, οι γραφίστες. Δεύτερη δικαιολογία ότι μπερδεύονται οι μαθητές από  τον μεγάλο αριθμό των εκπαιδευτικών κλάδων, που υπάρχουν στην δευτεροβάθμια, τη μεταλυκειακή και την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Μα το ίδιο  συμβαίνει σε όλους τους κλάδους; Ωστόσο, η απάντηση για μας ήταν ολοφάνερη. Πούλησαν έναν από τους πιο δημοφιλείς και παραγωγικούς κλάδους της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης στα ιδιωτικά  ΙΕΚ τύπου ΠΑΣΤΕΡ και ΑΚΜΗ.

Από εκεί και έπειτα ξεκινάει ο προσωπικός μας αγώνας. Καλοκαίρι στους δρόμους και στις δράσεις, όταν όλη η υπόλοιπη Ελλάδα αποχαυνωνόταν από τα μέσα μαζικής παραπληροφόρησης, φορώντας μαγιό και μπρατσάκια. Οι υποσχέσεις για θέσεις στα δημόσια ΙΕΚ αυξομειώνονταν μέρα παρά μέρα. Πότε 925, πότε 1150, πότε 1400, πότε 1600 και ξανά προς τα κάτω. Πότε έξω οι νοσηλευτές, πότε έξω οι ΔΕ και άλλοτε οι κομμωτές, θέσεις διοικητικές, θέσεις σε νοσοκομεία, ακύρωση όλων την επόμενη μέρα και τανάπαλιν. Διαρροές από το Υπουργείο για να μελετήσουν τις αντιδράσεις μας. Πότε κρύο, πότε ζέστη. «Θαύμα οι απολύσεις του υγειονομικού εκπαιδευτικού προσωπικού από τα σχολεία» αναφωνούσε ο Άδωνις, ο οποίος έως το Νοέμβριο μας περίμενε με ανοιχτές αγκάλες. Μετά τις 15 του ίδιου μήνα, σιωπή. Τα δεύτερα πτυχία δεν τα αναγνώρισαν, διότι μπήκαμε σε καθεστώς διαθεσιμότητας και άρα, δεν ανήκαμε πλέον στο εκπαιδευτικό προσωπικό. Εννέα χρόνια στα βιβλία αναθεματίστηκαν. Στα σχολεία πολλοί διευθυντές αρνιόντουσαν τις ενημερώσεις από τους υπό διωγμό συναδέλφους, διότι πλέον δεν ανήκαν στο σχολείο. Ήμασταν εξωσχολικοί… Έτσι απλά, με μια υπογραφή, σε ένα απόγευμα. Στα εργαστήρια και στα γραφεία μας κάθισαν ωρομίσθιοι με 200 ευρώ.  Πέντε ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί, αντικαθιστούν έναν μόνιμο υπάλληλο. Μετά αύξησαν τις ώρες επειδή δεν έβγαιναν τα ωρολόγια προγράμματα. Τρεις ωρομίσθιοι, αντικαθιστούν πλέον έναν μόνιμο εκπαιδευτικό. Αναφωνούσε το Υπουργείο για την επιτυχία του και διαβεβαίωναν οι διευθυντές, ότι δεν θα υπάρξουν κενά!! Πέντε μήνες μετά, ήμασταν ακόμη στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε. Με 6. 500 κενές ώρες.

Εκτός από τους δρόμους το δεύτερο παιχνίδι παίχτηκε στα δικαστήρια. Μάθαμε τι είναι οι διαπιστωτικές πράξεις, μάθαμε να διαβάζουμε ενδελεχώς τους νόμους,  να παίρνουμε τηλέφωνα στα υπουργεία, να στέλνουμε μηνύματα σε πολιτικές εκπομπές, και να παρακαλάμε να μας δώσουν χρόνο να ακουστούμε στα κανάλια. Διαδηλώσαμε, κάναμε ολονυχτίες έξω από τα Υπουργεία, κυνηγήσαμε τον Αρβανιτόπουλο σε θρησκευτικές λιτανείες, γνωρίσαμε το ρόλο των ΜΑΤ  και τις δράσεις των δακρυγόνων.  Φαντάζομαι ότι εσείς δεν γνωρίζετε τίποτα από όλα αυτά, γιατί απλά… δεν μας έπαιζαν πουθενά στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Πλήρης απαξίωση. Οργανωθήκαμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επικοινωνήσαμε μιλήσαμε, εκφραστήκαμε. Η ισχύς μπορεί να είναι μόνο ομαδική. Η ισχύς του ενός, οδηγεί αναπόδραστα στην τυρρανία.

Το τρίτο πεδίο που έπρεπε να πολεμήσουμε ήταν στον κοντινό μας περίγυρο. Να αντιμετωπίσουμε την παραφιλολογία, ότι έχουμε ήδη «βολευτεί». Ότι «καλά μας κάνανε» αφού στην εκπαίδευση καθόμαστε όλοι. Ότι ο φυσικός μας χώρος είναι τα νοσοκομεία, μετά από 15-25 χρόνια στα θρανία, με δεκάδες  λερωμένα μανίκια, πάντα ξασπρισμένα με κιμωλία δάχτυλα και ρούχα λερωμένα με στυλό.  Να πούμε ψέματα στους ηλικιωμένους γονείς μας. Να απαντάμε με σοβαρότητα στα παιδιά, που μας ρωτούσαν αν ο λόγος που μας απόλυσαν είχε σχέση να κάνει με τη δική μας συμπεριφορά. Αν θα μετακομίσουμε από τα ενοικιασμένα σπίτια μας για να επιστρέψουμε στο παιδικό δωμάτιο, ή αν χρειαστεί να τα πουλήσουν, όσοι είχαν αγοράσει με δάνειο. Να χαμογελάμε για να μην μας λυπούνται. Άνθρωποι νοικοκυραίοι και  με αξιοπρέπεια, γίναμε όμηροι μιας ανηλεούς πολιτικής απόφασης. Μήπως δεν κάναμε καλά τη δουλειά μας;

Στις αρχές του Νοεμβρίου, κάποιοι από εμάς, 200 στον αριθμό από το σύνολο των 1850 συναδέλφων, κερδίσαμε ένα δικαστήριο για την προσωρινή μας επανατοποθέτηση στα σχολεία, μέχρι να εκδικαστεί το Φεβρουάριο η οριστική απόφαση από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Πιστέψαμε ότι οι δικαστικές αρχές μπορεί να είναι αδιάβλητες μπροστά στην κατάφορη καταπάτηση των συνταγματικών μας δικαιωμάτων. Ίσως τα πράγματα μπορεί να άλλαζαν. Αντ΄αυτού το υπουργείο απάντησε βάζοντάς μας για δεύτερη φορά σε διαθεσιμότητα!! Ωστόσο, επιστρέψαμε. Τα σχολεία λειτούργησαν και πάλι, και οι εκπαιδευτικοί τρέχαμε να προλάβουμε τη χαμένη ύλη, εξαιτίας των χαμένων διδακτικών ωρών, προκειμένου να μη γίνουν οι μαθητές τα τραγικά θύματα του δικού μας ψυχοσυναισθηματικού και επαγγελματικού βιασμού. Τα ψήγματα αισιοδοξίας καταρρακώθηκαν ακόμη μια φορά, όταν μετά από ένα μήνα, για λόγους «δημοσιονομικού συμφέροντος» και επειδή η βλάβη που έχουμε υποστεί είναι μόνο οικονομική (!!!), μπαίνουμε για τρίτη φορά στο καθεστώς της διαθεσιμότητας. Οι μαθητές ρωτούσαν αν πήραμε μετάθεση, αν θα έγραφαν διαγωνίσματα και αν θα προλαβαίναμε να βάλουμε βαθμούς. Μεταξύ μας κοιταζόμασταν αποσβολωμένοι.

Μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων, το Υπουργείο εφάρμοσε ένα νέο «κόλπο». Προσέλαβε νέους ωρομίσθιους στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, οι οποίοι είχαν κάνει αίτηση όχι για αυτή τη θέση, αλλά για τα δημόσια ΙΕΚ. Ωρομίσθιοι του Σεπτεμβρίου, του Ιανουαρίου και εκπαιδευτικοί σε διαθεσιμότητα επιστρέψαμε όλοι μαζί πίσω στα σχολεία. Και σε μερικές περιπτώσεις, μας ανάγκασαν να μπούμε και όλοι μαζί στην ίδια τάξη. Άλλοι θα πληρωθούν ως ωρομίσθιοι, άλλοι μέσω ΕΣΠΑ και η δική μας μισθοδοσία είναι ακόμη σε ισχύ.

Οι αιτήσεις στα ΙΕΚ στα οποία υποτίθεται ότι θα απορροφούσαν κάποιους από εμάς έγιναν τον Ιανουάριο. Ακόμη περιμένουμε. Αλλά και αυτές συνεχίζουν να τραμπαλίζονται. Η μοριοδότηση τους εξακολουθεί να αλλάζει, ακόμη και μετά τις αιτήσεις μας. Την προηγούμενη μέρα κάθε κινητοποίησης, κάτι νέο ανακοινώνουν. Βρεφονηπιοκόμοι στους παιδικούς σταθμούς, οι γιατροί και οδοντίατροι έξω. Από τα δεύτερα πτυχία δέχτηκαν αρχικά μόνο αυτά των δασκάλων, των νηπιαγωγών και των φιλολόγων. Στην επόμενη διαμαρτυρία, δέχτηκαν και τα επόμενα. ΟΙ νοσηλευτές έμειναν χωρίς αντικείμενο. Τώρα τους δίνουν θέσεις στα νοσοκομεία ως ΔΕ. Συνάδελφοι με χρόνια στα σχολεία, και παιδαγωγική κατάρτιση,  πολλοί από αυτούς  με μεταπτυχιακά και ΑΣΕΠ, αναγκάζονται από το υπουργείο να εξευτελίσουν τα πτυχία τους και να υποβιβάσουν την επαγγελματική τους προσφορά με μια θέση ανάλογων προσόντων με αυτή των μαθητών, τους οποίους κατάρτιζαν μέχρι πριν λίγες μέρες. Από διαρροές μάθαμε πως αυτό συνέβη, επειδή στα νοσοκομεία δεν είμαστε επιθυμητοί. Είμαστε για αυτούς εκπαιδευτικοί και τεμπέληδες, άρα δεν έχουμε την απαραίτητη κατάρτιση για τα νοσοκομεία. Φοβούνται και αυτοί για τη θεσούλα τους. Συνάδελφοι με τρία παιδιά θα αναγκαστούν να μετακομίσουν σε άλλες πόλεις, επειδή η πιο κοντινή θέση για την ειδικότητα τους είναι τουλάχιστον 400 χιλιόμετρα μακριά. Και για τη σύνταξη τους έχουν άλλα 8-15 χρόνια σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις. Έπρεπε να κάνουν και τρίτο ή και τέταρτο παιδί τελικά, σκέφτονται στα 48 τους.

Ο κύριος Κακλαμάνης επιβεβαίωσε, ότι δεν υπήρχε καμιά μελέτη για την εκδίωξη μας από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπως ισχυρίστηκε αρχικά το Υπουργείο. Απλά ήμασταν ένας ικανοποιητικός αριθμός!! Τις θέσεις μας θα αντικαταστήσουν νέοι ωρομίσθιοι, που τα έξοδα τους θα καλυφτούν από το ΕΣΠΑ. «Ευτυχές γεγονός οι προσλήψεις μέσω των ΕΣΠΑ» κηρύσσει ο κ. Κεδίκογλου. Και ο κ. Μητσοτάκης παραδέχτηκε πρόσφατα σε συνέντευξη του, ότι ήμασταν απλά, η λιγότερο κακή λύση. Άλλοι φωνάζουν ευθαρσώς πλέον, ότι οι ωρομίσθιοι στοιχίζουν τα μισά λεφτά από ένα μόνιμο. Και η Κυρία Ρεμπούση αναφωνεί «τι θέλετε να κάνουμε; Να κλάψουμε για τις απολύσεις των εκπαιδευτικών;». Τι δεν καταλαβαίνουμε; Τη μέρα του δικαστηρίου στο ΣτΕ,  ο Κύριος Κωνσταντόπουλος, βουλευτής Πιερίας είπε ότι δεν είμαστε άλλωστε καθηγητές, δεν προερχόμαστε από καθηγητικές σχολές, όπως οι φιλόλογοι και οι φυσικοί,  ότι τα πτυχία μας είναι πλαστά και τα έχουμε πάρει όλοι με 20!! Άλαλα τα χείλη των ευσεβών!!!Ακύρωση και των παιδαγωγικών μας σπουδών!!

Τη μέρα που εκδικαζόταν η υπόθεση μας στο Συμβούλιο της Επικρατείας, τη μέρα που κρινόταν το μέλλον του συνόλου της εκπαίδευσης, που κάποιοι από εμάς προασπιζόμασταν την οργανικότητα ολόκληρου του δημοσίου, εκείνη τη μέρα της 7ης Φεβρουαρίου, όπου κρίνονταν οι πρώτες απολύσεις μετά από 103 χρόνια, η απεργία έφτασε στο σπαρακτικό 25 %. Στην πόλη που υπηρετώ στο 15%. Οι συνάδελφοι που «τακτοποιούνται» στο ενδιάμεσο της διαθεσιμότητας, έστω και αν προχωρούν σε ένα αβέβαιο μέλλον αποχωρούν ένας ένας.

Παρασκευή 28/2/2014

Είκοσι δύο και σήμερα…

Κάποτε καλοί μου συνάδελφοι, όταν βλέπαμε μια άδεια καρέκλα στο γραφείο των καθηγητών, λέγαμε ότι κάποιος πέθανε. Πλέον πρέπει να συνηθίζουμε στην ιδέα ότι ο συνάδελφος, ο φίλος, ο συνοδοιπόρος μας, ο διπλανός μας στο γραφείο, έχασε σιωπηλά την δουλειά του.

Θα κλείσω με την κατακλείδα ενός λόγου, που έγραψε μια μαθήτρια μου για να δηλώσει μαζί με άλλους μαθητές την αντίδραση τους στον αποδεκατισμό της ειδικότητας μου. Ένας λόγος που δεν διαβάστηκε ποτέ, γιατί δεν πήραν τα παιδιά μου άδεια πιο μπροστά για να μιλήσουν δημόσια και θα διατάραζαν την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου. Τους το  χρωστάω να το διαβάσω ενώπιων  σας:

«Σας εύχομαι να είστε όλοι καλά, γιατί αν δεν είστε, πάλι στα χέρια μου θα πέσετε».

Κανετίδου Μαρία

Εκπαιδευτικός σε διαθεσιμότητα

ΠΕ 1807 Ιατρικών Εργαστηρίων

σαββατόβραδο…


Σάββατο βράδυ. Μόνη στο σπίτι. Ο ένας μεγάλωσε πια, πάει σε πάρτι του σχολείου του, είναι στο 15μελές κι έφυγε από νωρίς για να είναι στο χώρο του πάρτι από νωρίς. Θα κάθεται -λέει- στην πόρτα για να μη μπει κάποιος τσαμπατζής. Ντύθηκε, στολίστηκε, αρωματίστηκε κι έφυγε. Ο μπάμπας του βγήκε κι αυτός, θα πιει με έναν δυο φίλους ένα ποτό και μετά θα μαζέψουν τα παιδιά όταν τελειώσει το πανηγύρι.

Σέρνω ένα κρύωμα μέρες κι αντί να καλυτερεύω εγώ χειροτερεύω. Και πως να καλυτερέψω, μια μέρα έμεινα μέσα κρεβατωμένη, μετά πάλι τρέξιμο. Υπουργείο, πορείες, συντονιστικά, συνεδρίαση του ΔΣ της ΕΛΜΕ. Γιατί τα κάνω όλα αυτά; Έχω αρχίσει να το παίρνω απόφαση, τρεις μήνες ακόμα, μετά τέλος. Όσο κι αν αρνούμαι να το δεχτώ το τέλος απέχει τρεις μήνες. «Κυρία μου, σας ζητώ προσωπικά συγγνώμη» είπε ο παρατρεχάμενος του γενικού δερβέναγα. «Τη δέχομαι αλλά δεν μου φτάνει» του απάντησα. Από το καλοκαίρι με σκοτώνετε σιγά σιγά, με εξαιρείτε για μια βδομάδα, δεν σας βγαίνουν τα νούμερα και με ξαναπετάτε στο λάκκο. Μου λέτε πως θα επιστρέψω με το δεύτερο πτυχίο μου, αρχίζω να ελπίζω. Φρούδες ελπίδες, δεν φτάνει να έχεις πτυχίο για το οποίο υπάρχουν κενά, πρέπει να έχεις και μπάρμπα στην Κορώνη. Να λιώσεις σόλες επιδιδόμενος στο σπορ του διαδρομισμού και να στεγνώσει το σάλιο σου γλείφοντας. Δεν το έκανα, δεν ξέρω πως να το κάνω, δεν ήθελα να πατήσω το «όλοι μαζί» που είπαμε το καλοκαίρι και να τρέξω να καλύψω τον κώλο μου «υπόγεια» και κρυφά από τους υπόλοιπους, σκέφτηκα πως δεν μπορεί….. αν το ένα πτυχίο θεωρήθηκε «άχρηστο» το δεύτερο είναι βασικό πτυχίο γενικής παιδείας. Τρίχες…… είναι πιο χρήσιμα δύο πτυχία Δραματικής Τέχνης αμφιβόλου προελεύσεως και από ανύπαρκτη σε μεγάλο βαθμό σχολή, είναι πιο χρήσιμα αρκεί να ξέρεις τους σωστούς ανθρώπους να μιλήσουν για σένα και να έχεις ονοματεπώνυμο και απύθμενο θράσος. Έμαθα πως όλοι έλιωναν σόλες παρακαλώντας και γλείφοντας για να σώσουν το τομάρι τους. Κάποιοι το έσωσαν, εγώ ένιωσα ότι έκανα ατιμία όταν πήγα στη Μαθηματική Εταιρεία και τους είπα να στείλουν μια επιστολή για το θέμα. Έβαλαν μια παράγραφο σε μια ήδη έτοιμη επιστολή με άλλα θέματα και εκεί τελείωσε το θέμα κι εγώ η ηλίθια είχα τύψεις για την κίνησή μου.

Σάββατο βράδυ, μόνη στο σπίτι. Ακούω μουσική, έρχονται Χριστούγεννα και δεν κατάλαβα πότε ήρθαν, είμαι άρρωστη και νιώθω κουρασμένη και κυρίως νικημένη πλέον. Κανονίζω ραντεβού με συναδέλφους, θα το κυνηγήσω δικαστικά, δεν το παρατάω αλλά νιώθω νικημένη, για πρώτη φορά τόσο έντονα……

στο σούπερ μάρκετ


Καιρό έχεις να γράψεις κάτι, μου είπε χτες η Δανάη. Της απάντησα πως γράφω μόνο όταν έχω κάτι να γράψω και τις τελευταίες μέρες δεν είχα κάτι. Είχα αποφασίσει να μη σκέφτομαι πολλά και να κάνω βουτιές, ο χειμώνας προβλέπεται ζόρικος και το καλοκαίρι ήταν δύσκολο. Πήγα και «χώθηκα» στο σπίτι της μάνας μου και πήγαινα κάθε πρωί στη θάλασσα. Οι διακοπές όμως τελείωσαν και η επιστροφή πάντα δίνει αφορμές. Τι αφορμές; Να μία…..

Πήγα στο σούπερ μάρκετ πριν λίγο με μια φίλη. Σε κάποια στιγμή βλέπω να με χαιρετάει μια κοπέλα (έτσι μου φάνηκε το κούνημα του χεριού της, σαν χαιρετισμός) και να με πλησιάζει με ένα αμήχανο μισοχαμόγελο. Δεν μου φάνηκε πως την ήξερα και την πλησιάσα με μισόκλειστα μάτια και αμήχανο ύφος. «Θύμισέ μου» της είπα «κάπου γνωριζόμαστε και δεν σε θυμάμαι;»

Εδώ χρειάζεται μια παρένθεση. Το να με πλησιάζουν άνθρωποι που με αναγνωρίζουν δεν είναι περίεργο. «Βλαχοδήμαρχο» με αποκαλεί η Γ., μέχρι και το νιάνιαρο ο γιος μου το έχει πάρει χαμπάρι και με δουλεύει. «Βρε μαμά» μου λέει όταν βρεθούμε σε χώρους με πολύ κόσμο «τι έγινε; πέρασε μια ώρα κι ακόμα δεν βρέθηκε κάποιος γνωστός να σε χαιρετήσει;». Δεν υπερβάλλει, συνήθως έτσι γίνεται, όλο και κάποιος γνωστός ή παλιός φίλος θα βρεθεί να με αναγνωρίσει και να με χαιρετήσει. Έχω περάσει στη ζωή μου από πολλούς χώρους, σχολές, σχολεία, δουλειές… Με χαρακτηριστική φάτσα και χαρακτηριστικό όνομα δεν με ξεχνούν εύκολα και ως «υπερκοινωνικό ζώο που μιλάει με τις πέτρες», όπως με περιγράφει μια άλλη φίλη, δεν είναι δύσκολο να με πλησιάζουν άνθρωποι που με αναγνωρίζουν για να με χαιρετήσουν. Αυτό νόμισα πως συνέβη και σήμερα όμως έκανα λάθος.

Πίσω στο σούπερ μάρκετ λοιπόν. Η κοπέλα που με πλησιάσε θα μπορούσε να είναι συνάδελφος από κάποιο σχολείο ή από κάποια άλλη δουλειά πριν τα σχολεία ή από κάποια σχολή που πέρασα. Πάνω κάτω στην ηλικία μου, καλοντυμένη, καλοχτενισμένη, καθαρή με τη μόνη διαφορά πως δεν κρατούσε καλάθι του σούπερ μάρκετ αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι. Κι εγώ όταν θέλω να πάρω δυο πράγματα δεν παίρνω καλάθι. Στην ερώτηση αν γνωριζόμαστε από κάπου και δεν τη θυμάμαι μου απάντησε «όχι, δεν γνωριζόμαστε..» και γρήγορα βλέποντας το ερωτηματικό ύφος μου μου είπε…..

«Δεν με γνωρίζεις αλλά να….. πως να το πω; είμαι άνεργη πολύ καιρό τώρα, τις τελευταίες δέκα μέρες δεν έχω τίποτε πια… αναρωτιόμουν, θα μπορούσες ίσως; κάτι…. ό,τι μπορείς δλδ…. αν μπορείς… δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις……» και ξαφνικά βούρκωσε.

Στο μυαλό μου θύελλα, δεν μπορούσα να το πιστέψω, σκεφτόμουν πως με δουλεύει πως δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Από την άλλη βούρκωσε, δεν ήξερε τι να κάνει με τα χέρια της, κατέβασε στο τέλος τα μάτια. Η γλώσσα του σώματος με έπειθε πως δεν με κοροϊδεύει. Αυτό που νόμισα για χαιρετισμός στην αρχή ήταν απλά μια κίνηση με το χέρι για να με σταματήσει και το μισοχαμόγελό της την ώρα που με πλησιάζε δεν ήταν απο αμηχανία επειδή δεν την αναγνώρισα αλλά από αμηχανία για ό,τι θα μου έλεγε στη συνέχεια.

«Κι εγώ άνεργη είμαι» της απάντησα «αλλά φρέσκια άνεργη οπότε…. πάρε». Άνοιξα το πορτοφόλι μου και της έδωσα όσα έπιασα, τρία ευρώ.

«Ωχ, τι να πω τώρα……» μου έλεγε την ώρα που άνοιγα το πορτοφόλι. «Άστο ρε συ…. μη μου δίνεις, τι να πω τώρα…..»

«Πάρτα» της λέω «είμαι φρέσκια».

«Σου εύχομαι να βρεις μια καλή δουλειά…» μου απάντησε και έφυγε.

Έστριψα προς τα απορρυπαντικά να βρω τη φίλη μου, έστριψε προς την αντίθετη πλευρά. Κατεβασμένο το κεφάλι της, κατεβασμένο και το δικό μου…..

Χτες μου μιλούσε ένας φίλος γιαυτό το άρθρο, σήμερα το έζησα live…..

εικόνα


Κάποτε θεωρούσα τυχερούς όσους έμεναν σε διαμερίσματα που είχαν θέα σε πάρκα. Εικόνα, τώρα είναι έξω από το παράθυρό μου στο σπίτι της αδελφής μου. Ζευγάρι με βαλίτσες, οι βαλίτσες του προηγούμενου ποστ χωρίς τη χρυσόσκονη το επιτυχημένου μεταφερόμενου επαγγελματία αλλά με τη σκόνη της μιζέριας και της απελπισίας. Το ζευγάρι και οι βαλίτσες του και δυο μέτρα γης πάνω στο χορτάρι του πάρκου. Βγάζουν ρούχα από τις βαλίτσες, η γυναίκα κάτι διπλώνει και βγάζουν μάλλον sleeping bags ή κάτι τέτοιο για να κοιμηθούν. Δεν είναι τουρίστες της δεκαετίας του ’80, είναι άστεγοι του 21ου αιώνα. Πίνω μπύρα και καπνίζω στο μπαλκόνι, τους μισοβλέπω ανάμεσα στα δέντρα. Περνάνε νέοι και και γριές που έβγαλαν βόλτα τα σκυλιά ους για το νυχτερινό κατούρημα.  Πίνω μπύρα, καπνίζω και βουλιάζω….. Έχω κόψει το δάχτυλό μου με το μαχαίρι που έκοψα πριν από λίγο ψωμί και πληκτρολογώ με δυσκολία. Καταγράφω την εικόνα, δεν είναι καινούρια είναι όμως έξω από το σπίτι της αδελφής μου στη γειτονιά που μεγάλωσα. Το πρωί στα παγκάκια βλέπεις κόσμο να κοιμάται.

Θεσσαλονίκη, 2013. Πληκτρολογώ με δυσκολία, έκοψα το χέρι μου κόβοντας ψωμί. Πίνω μπύρα, γράφω κι ένα ζευγάρι απέναντι στρώνει να κοιμηθεί στο γρασίδι του πάρκου, στη γειτονιά που μεγάλωσα…..

Μπορείτε να είστε περήφανοι για μένα


Μπορείτε να είστε περήφανοι για μένα. Έχω την τιμή να είμαι ανάμεσα στους πρώτους που απολύονται από το δημόσιο. Μπορείτε να είστε ακόμα πιο περήφανοι. Είμαι ανάμεσα στους πρώτους που εξαιρέθηκαν λόγω αυξημένων προσόντων και μετά εξαιρέθηκαν από την εξαίρεση γιατί δεν έβγαιναν τα νούμερα, το είπε και ο υπουργός σε ασύντακτα ελληνικά: «Ο συνολικός αριθμός, που ήταν υποχρέωση της Κυβέρνησης δεν μπορούσε να καλυφθεί, κι επομένως κοιτάζουμε να καλύψουμε αυτόν τον αριθμό». Μπορείτε να είστε κι ακόμα πιο περήφανοι. Έχω απολυθεί και από τον ιδιωτικό και από τον δημόσιο τομέα. Θέλετε κι άλλο; Θα σας κάνω ακόμα πιο περήφανους. Έβαλα πλάτη βρε, σε μένα οφείλεται το 1/250 των ανθρώπων (και όχι αριθμών) που έβαλαν πλάτη για να πάρουμε την επόμενη γαμημένη δόση που θα μας πετάξει στο τραπέζι η τρόικα. Όταν το σκέφτομαι φουσκώνω από περηφάνεια, εγώ τώρα σώζω την πατρίδα. Χαλάλι λοιπόν και τα πτυχία μου και τα μεταπτυχιακά μου και η δουλειά που έχω κάνει στα σχολεία, και τα σεμινάρια που παρακολούθησα στη ζωή μου, τα συνέδρια, οι δημοσιεύσεις, τα χρήματα που ξόδεψα, χαλάλι όλα….. Για την Ελλάδα ρε γαμώτο…..
Είπε κι άλλα ο υπουργός. Είμαι σίγουρη πως τώρα κλαίει με μαύρο δάκρυ και βρέχουν τα δάκρυα το μαξιλάρι του από τη στενοχώρια του για μας. Το σκέφτηκε όμως, δεν θα μας αφήσει έτσι, όοοοοοχι……. Κοιτάξτε βρε να δείτε τι άνθρωπος είναι (σε πιο ασύντακτα ελληνικά ο πανεπιστημιακός…..): «Θεωρούμε ότι άνθρωποι οι οποίοι έχουν αυξημένα προσόντα πρέπει, να κρατήσουμε στο Δημόσιο….. Οι άνθρωποι αυτοί θα πριμοδοτηθούν ούτως ώστε αμέσως κι αυτοί να απορροφηθούν σε Τομείς του Δημοσίου, γιατί έχουν αυξημένα προσόντα . Ακριβώς γιατί αυτό επιβάλλει και η λογική της αναδιάρθρωσης του Δημοσίου Τομέα, δηλαδή να κρατήσουμε ανθρώπους οι οποίοι έχουν αυξημένα προσόντα». Καταλάβατε βρε; «Οι άνθρωποι αυτοί δεν θα πεταχθούν, μη κοιτάτε που τους πετάξαμε έξω τώρα για να ρίξουμε στάχτη στα μάτια της τρόικας…. εμείς προβλέψαμε. Θα τους δώσουμε μπόνους, έτσι ώστε να προηγούνται αυτών που προηγούνται από άλλους για να δουλέψουν σαν ωρομίσθιοι των 400 το πολύ ευρώ, στα ΙΕΚ που θα φτιάξουμε αφού διαλύσουμε την Τεχνική Εκπαίδευση». Καταλάβατε βρε; Δεν καταλάβατε; Τι να σας πω…… Είστε σίγουρα προκατειλημμένοι, συριζαίοι κομμουνιστές και ανθέλληνες.

Τώρα ρίξτε μια ματιά κι εδώ να δείτε τι μπορεί να συμβαίνει εκτός από το διακαή πόθο του υπουργείου να αναβαθμίσει την κατακαημένη Τεχνική και Επαγγελματική Εκπαίδευση, καταργώντας ολόκληρους τομείς και ειδικότητες-φιλέτα με τη μεγαλύτερη ζήτηση από τους μαθητές και πετώντας στη διαθεσιμότητα που οδηγεί στην απόλυση, ανθρώπους και όχι αριθμούς.

Δωρεάν Δημόσια Εκπαίδευση, Ώρα Μηδέν


Η Δημόσια Τεχνική Εκπαίδευση στην Ελλάδα διαλύεται εν έτει 2013. Πρώτα καταργήσανε ολόκληρο τον Τομέα Νοσηλευτικής και τις ειδικότητες των Γραφικών Τεχνών, Αργυροχρυσοχοΐας κ.α. με γελοία επιχειρήματα. Αυτό σαν αποτέλεσμα είχε το πέρασμα στη διαθεσιμότητα και την απόλυση 2482 εκπαιδευτικών. Κι αν αυτό αφήνει αδιάφορη μια κοινωνία που θρηνεί 1.500.000 ανέργους, δεν θα πρέπει να την αφήνει αδιάφορη το γεγονός πως τα παιδιά των λαϊκών μαζών δεν θα μπορούν να σπουδάσουν σε επίπεδο β’θμιας εκπαίδευσης κάποιες ειδικότητες που τους έδιναν την ελπίδα να βρουν δουλειά. Δεν είναι οι καθηγητές που θα μείνουν άνεργοι αλλά τα παιδιά σας που ή θα πρέπει να πληρώσουν ακριβά για ν’ αποκτήσουν μια επαγγελματική επιμόρφωση στην οποία μέχρι τώρα είχαν πρόσβαση ΔΩΡΕΑΝ ή απλά να μη συνεχίσουν το σχολείο και να βγουν στην αγορά εργασίας με μηδέν προσόντα έτσι ώστε να παρακαλάνε για δουλειά με 200 ή 100 ευρώ το μήνα για άπειρες ώρες δουλειάς. Δεν είναι τυχαίο που ο κύριος Αρβανιτόπουλος εγκαινίασε Ιδιωτικό σχολείο που περιλαμβάνει τις ειδικότητες που μόλις κατάργησε από τα δημόσια Επαγγελματικά Λύκεια. Ούτε είναι τυχαίο που την ίδια μέρα της κατάργησης των Τομέων και ειδικοτήτων αναγνωρίστηκαν τα επαγγελματικά δικαιώματα κάποιων απ’ αυτές τις ειδικότητες που κατάργήθηκαν. Επαγγελματικά δικαιώματα για τα οποία πάλευαν χρόνια οι συνάδελφοι να αναγνωριστούν και τους παρέπεμπαν στις καλένδες αναγνωρίστηκαν τη μέρα που καταργήθηκαν οι ειδικότητες από τη Δημόσια Β’θμια Τεχνική Εκπαίδευση.
Δεν είναι οι καθηγητές που απολύονται το μόνο πρόβλημα, το κύριο πρόβλημα για το οποίο κανείς δεν μιλάει είναι οι ΜΑΘΗΤΕΣ. Γύρω στους 20.000 μαθητές και μαθήτριες μένουν μετέωροι.

ουρλιαχτό


Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου χαλασμένα από την τρέλα
ατιμασμένα, .. υστερικά, γυμνά
να σέρνονται μέσα στους μαύρους δρόμους την αυγή
γυρεύοντας, γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση
Φτωχοί και κουρελήδες με βαθουλωμένα μάτια που φτιαγμένοι
ξενυχτούσαν καπνίζοντας το υπερφυσικό σκοτάδι παγωμένων διαμερισμάτων
αρμενίζοντας πάνω απ’ τις κορφές των πόλεων
αφοσιωμένοι στην jazz, άνοιγαν τα μυαλά τους στα ουράνια
κάτω από τον εναέριο σιδηρόδρομο, και βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους
τρεκλίζοντας ποτισμένοι σε ταράτσες λαϊκών πολυκατοικιών
Αποβλήθηκαν από τις ακαδημίες γιατί ήταν λέει τρελοί
και εξέδιδαν άσεμνες ωδές στα παράθυρα της νεκροκεφαλής
τρέμανε σε αξύριστα δωμάτια με τα εσώρουχα
καίγοντας τα λεφτά τους σε καλάθια αχρήστων
και στήνοντας αυτί στον τρόμο μέσα από τον τοίχο
μπουρδολογώντας, ουρλιάζοντας, ξερνοβολώντας, ψιθυρίζοντας
γεγονότα και μνήμες και ανέκδοτα και πλάκες που σπάσανε
και σοκ νοσοκομείων και φυλακών και πολέμων
ολόκληρες διάνοιες που ξεράστηκαν αναπολώντας με απόλυτη ακρίβεια
εννιά μέρες και νύχτες γεμάτοι από άστραυτα
κρέας για την συναγωγή πεταμένο στο πεζοδρόμιο
Έκαναν τρύπες από τσιγάρα στα μπράτσα τους διαμαρτυρόμενοι
για την ναρκωτική καταχνιά του ταμπάκου, του καπιταλισμού
έσπασαν κλαίγοντας σε λευκά γυμναστήρια γυμνοί, τρέμοντας
μπροστά στις μηχανές άλλων σκελετών
Βήχανε στον έκτο όροφο στεφανωμένοι με φλόγα
κάτω από τον φυματικό ουρανό φεσιωμένοι από πορτοκαλιά σαράβαλα θεολογίας
μαγείρεψαν σάπια ζώα, πνευμόνια, καρδιές, πόδια, ουρές
κάνοντας όνειρα, όνειρα για το αγνό βασίλειο των φυτών
Ορνιθοσκαλίζαν όλη νύχτα, ροκεντρολάροντας ανυπέρβλητες ευωδές
που στο κίτρινο προιόν ήταν στροφές ασυναρτησιών, στροφές ασυναρτησιών
χωθήκανε κάτω από φορτηγά ψυγεία κρεάτων ψάχνοντας για ένα αυγό
πέταξαν τα ρολόγια τους από την ταράτσα, για να ρίξουν την ψήφο τους
υπέρ της αιωνιότητας έξω από τον χρόνο και
ξυπνητήρια πέφταν κάθε μέρα στα κεφάλια τους καθ’ όλη την επόμενη δεκαετία, ναι
Κόψανε τις φλέβες τους τρεις φορές συνέχεια ανεπιτυχώς
το πήρανε απόφαση και αναγκαστήκαν να ανοίξουνε μαγαζιά με αντίκες
όπου νιώθαν πως γερνούν και κλαίγανε
και γύρισαν μετά από χρόνια στα αλήθεια φαλακροί αλλά με ματωμένο το κεφάλι
και τα δάκρυα και τα δάκτυλα σε ολοφάνερη καταδίκη της τρέλας των παλάμων
των τρελοπόλεων
λογομαχώντας σε τρομερά δωμάτια με τους αντίλαλους της ψυχής
χορεύοντας rock στις μεσονύχτιες παντέρημες εκτάσεις τις αγάπης
Ένα όνειρο ζωής, ένας βραχνάς, ένα όνειρο ζωής, ένα όνειρο ζωής, ένας βραχνάς
Κορμιά που κυνηγάν βαριά, πέτρα βαριά σαν το φεγγάρι
Κορμιά που κυνηγάν βαριά πέτρα σαν το φεγγάρι…

Στίχοι :Άλλεν Γκίνσμπεργκ

πότε θα ντραπείτε;


Κάθε πρωί που βγαίνω στο δρόμο αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν η ζωή να μη μοιάζει με την ταινία τρόμου που παίζει η τηλεόραση. Μυρίζει καλοκαιράκι, οι μπαλκονόπορτες είναι ανοιχτές και έρχεται αυτό το ελαφρύ αεράκι, το γεμάτο γλύκα, θέλω να τρώω φασολάκια και γεμιστές πιπεριές με φέτα, οι μαθητές δίνουν εξετάσεις και αγωνιούν για τ’ αποτελέσματα, σκέφτομαι τη θάλασσα και τον ήλιο στην παραλία, στη μύτη μου έρχεται η μυρωδιά από αντηλιακό.

Και μετά πάω στο σούπερ μάρκετ και βλέπω απ’ έξω έναν παππού σκυμμένο στα γονατά να γεμίζει ένα καροτσάκι λαϊκής με μισάνοιχτα πακέτα μακαρόνια και μπαγιάτικα λαχανικά που τα ψαρεύει από τον κάδο έξω από το σούπερ μάρκετ και η ταινία τρόμου βγαίνει στο δρόμο και με βρίσκει. Δεν είδα τι άλλο είχε στο καρότσι, ντράπηκα να ρίξω δεύτερη ματιά. Ντράπηκα που είμαι υγιής κι έχω δουλειά, ντράπηκα που μπορώ ακόμα να αγοράζω μακαρόνια και λαχανικά, ντράπηκα που μπορώ να δίνω χαρτζιλίκι στο παιδί έστω και λίγο, που ακόμα μπορώ να πιω μια μπύρα στο παρκάκι. Ντράπηκα που ονειρεύομαι τη θάλασσα. Ντράπηκα για τους φίλους που τα βγάζουν ζόρικα και δεν μπορώ να βοηθήσω, για άλλους φίλους που έχασαν μέσα σ’ ένα χρόνο το γέλιο και τη ζωντάνια τους. Ντράπηκα που ακόμα ζω μια κανονική ζωή, που έχω σπίτι και ρούχα.

Πότε θα ντραπείτε όλοι εσείς που δεν ντρέπεστε;

και τώρα μπορείτε να πα να γαμηθείτε…..


Γενικά στη ζωή μου είμαι φειδωλή σε χαρακτηρισμούς και λεκτικές κορώνες. Εννοώ πως δεν χαρακτηρίζω εύκολα κάποιους «προδότες» και δεν ζητάω «κρεμάλες». Κατεβαίνω σε πορείες και διαδηλώσεις από 14-15 χρόνων και σπάνια φωνάζω συνθήματα, πάντα προτιμούσα τη συζήτηση από τα συνθήματα. Επίσης με τρομάζουν οι λέξεις όπως «πατρίδα», «έθνος», «λαός» κλπ. και τις χρησιμοποιώ σπάνια στο λόγο μου είτε προφορικό είτε γραπτό. Τους τελευταίους όμως μήνες με βλέπω ν’ αλλάζω όπως βλέπω ν’ αλλάζει και πολύς κόσμος γύρω μου.Φωνάζω συνθήματα στις πορείες κι έχω αρχίσει να φαντασιώνομαι κρεμάλες και βασανιστήρια.

Σήμερα πήρε το μάτι μου στις ειδήσεις τον Σόιμπλε και με ανατρίχιασε με την κυνικότητα της δήλωσής του. Προσέξτε, ποτέ δεν πίστευα πως οι πολιτικοί νοιάζονται έστω και κατά το ελάχιστο για τον λαό, τον κόσμο σαν και μένα και σας, που ξυπνάει το πρωί και πάει στη δουλειά του, μετράει τα φραγκοδίφραγκα και κάνει σχέδια ν’ αλλάξει βήμα βήμα τη βρύση που στάζει και τις τέντες που χάλασαν και τα καινούρια παπούτσια για το παιδί γιατί μεγάλωσε το πόδι του και δεν του κάνουν πλέον, σκέφτεται αν και πως θα πάει 10 μέρες διακοπές και πως θα ξεχειλώσει με τερτίπια το μισθό για να βγάλει το μήνα. Ξέρω πως οι πολιτικοί μας γράφουν στ’ αρχίδια τους και πως είμαστε αναλώσιμα νούμερα και πιόνια στη σκακιέρα. Όμως σήμερα ο κύριος Σόιμπλε αποφάσισε πως δεν υπάρχει πλέον λόγος να κρύβεται και δήλωσε σαφέστατα πως τώρα πια μπορούμε να πάμε να γαμηθούμε. Είπε πως «η Ευρώπη πλέον είναι προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει τη χρεωκοπία της Ελλάδας και την έξοδό της από το ευρώ. Δεν το θέλουν βέβαια να βγούμε από το ευρώ και θα κάνουν ό,τι μπορούν για να μείνουμε αλλά τέλος πάντων….. στ’ αρχίδια τους» Επίσης είπε «να το ξανασκεφτούμε για τις εκλογές και να δούμε το παράδειγμα της Ιταλίας που έχει μια κυβέρνηση τεχνοκρατών και πάει μια χαρά».

Κι εκεί τα πήρα στο κρανίο. Τι λέτε ρε καριόληδες; Δύο χρόνια μας ζαλίσατε τον έρωτα να κάνουμε θυσίες για να μη χρεωκοπήσουμε όταν και τα τσιμέντα καταλάβαιναν πως αυτό ήταν παραμύθι, δυο χρόνια τα σιχαμερά παπαγαλάκια σας μας έπρηζαν και μας πρήζουν πως η Ευρώπη μόνο το δικό μας νταλγκά έχει και προσπαθεί να μας σώσει από τον κακό εαυτό μας, πως εμείς φταίμε γιατί είμαστε τεμπέληδες από DNA και χαζοί γιατί δεν θέλουμε να καταλάβουμε ποιο είναι το καλό μας και τώρα έρχεται και δηλώνει με περισσή κυνικότητα πως πλέον είναι προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν τ’ απόνερα της χρεωκοπίας μας και μπορούμε να κόψουμε ελεύθερα το λαιμό μας; Κι από πάνω μας συμβουλεύει να μην κάνουμε εκλογές γιατί κάπως τους χαλάει τη σούπα; Κι οι δικοί μας οι μούλοι τρέχουν να του γλύψουν τ’ αρχίδια και να μας πείσουν πως όλα αυτά γίνονται για το καλό μας; Μια κυβέρνηση που δεν υπάρχει και σε άλλες εποχές θα είχε ήδη καταρρεύσει με βρόντο; Τι λέτε ρε καριόληδες; Ε ναι λοιπόν, εγώ που πρόσεχα πάντοτε τα λόγια μου θέλω να σας βρίσω (ήδη βρίζω) σαν λιμενεργάτης, να φωνάξω πως είστε προδότες, πως πουλήσατε τη χώρα μου και μένα μαζί σκλάβους σε σκλαβοπάζαρα και να ονειρεύομαι κρεμάλες και γκιλοτίνες στο Σύνταγμα με τα λιπαρά κορμιά σας κρεμασμένα να τα τρώνε τα κοράκια. Αυτό που κάνετε είναι εθνική προδοσία και δεν έχετε καμμία εξουσιοδότηση από μας, πολύ αέρα πήρατε.

Και θέλω να φωνάξω εγώ πιο δυνατά από σας «ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΠΑ ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ ΜΟΥΝΟΠΑΝΑ…»

Τα κατάφεραν…..


Ομολογώ πως τα κατάφεραν. Με τρόμαξαν, με φόβισαν…. Τόσους μήνες αντιστεκόμουν με νύχια και με δόντια στο φόβο, πίστευα (κι ακόμα πιστεύω) πως ο φόβος είναι ο χειρότερος εχθρός μου, ο χειρότερος  σύμβουλος, ο πιο σίγουρος τρόπος να με/μας νικήσουν. Ε, τα κατάφεραν και τώρα φοβάμαι. Φοβάμαι πως στα πενήντα θα μείνω χωρίς δουλειά, πως θα μείνουμε και οι δυο μας χωρίς δουλειά. Ακούω στις ειδήσεις και διαβάζω στις εφημερίδες και το internet για τον απόλυτο χαμό που μας περιμένει και τρελαίνομαι. 150.000 απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων θέλουνε μέχρι το 2015, απολύσεις που σίγουρα θα γίνουν χωρίς σκέψη, χωρίς αξιολόγηση, χωρίς τίποτε. Πρόχειρα και υπό το κράτος του πανικού, όπως πάντα, κι όποιον πάρει ο χάρος.  150.000 άνθρωποι, όχι αριθμοί, άνθρωποι με παιδιά και υποχρεώσεις. Άνθρωποι σαν αυτούς που μέχρι πριν μερικούς μήνες είχαν σπίτια και οικογένειες και τώρα είναι άστεγοι. Για να μη μιλήσω για το χαμό που γίνεται ήδη στον ιδιωτικό τομέα.

Τα τελευταία 25 χρόνια δεν έμεινα σχεδόν ποτέ χωρίς δουλειά, είτε έκανα λάντζα σε μπαράκια, είτε στη διαφήμιση, είτε στα περιοδικά, είτε στα ΙΕΚ και τελικά στο σχολείο. Χωρίς βύσματα και μέσα, απλά γιατί σιγά σιγά αποκτούσα καλή φήμη, σ’ όλες τις δουλειές που έκανα στη ζωή μου -και ήταν πολλές και διαφορετικές- αφήνα καλές εντυπώσεις φεύγοντας. Μπορεί να ήμουν και τυχερή, δεν το ξέρω, αλλά χωρίς δουλειά δεν έμεινα. Όχι χρυσοπληρωμένες δουλειές αλλά τα βασικά της ζωής τα έβγαζα αξιοπρεπώς και ζούσα με το κεφάλι ψηλά αφού ποτέ δεν αναγκάστηκα να παρακαλέσω ή να βάλω μέσο για να δουλέψω.Τον έβλεπα βέβαια τον ορυμαγδό να έρχεται από τότε ακόμη που δεν τον υποψιαζόταν σχεδόν κανείς. Από το 1998, όταν έσκασε μύτη ο νόμος Αρσένη για τις αλλαγές στα σχολεία και έπεσε στα χέρια μου το σχέδιο -τότε- του κώδικα των δημοσίων υπαλλήλων και είδα το άρθρο για τις καταργήσεις οργανικών θέσεων που θα είχαν σαν συνέπεια διαθεσιμότητες και απολύσεις σε περίπτωση που δεν υπήρχε θέση για μετάταξη. Τότε που έλεγα στους συναδέλφους πως πρέπει να έχουμε το νου μας κι αυτοί -μέσα στη νιρβάνα τους (και οι συμδικαλιστές μας μαζί τους)- πως αυτά δεν γίνονται, πως αποκλείεται να αρθεί ποτέ η μονιμότητά μας. Το είχα στο μυαλό μου αλλά ευχόμουν να μην έρθει αυτή η ώρα…. Και να που ήρθε η ώρα η κακιά…..  Πριν μερικά χρόνια έκλεισε ο άντρας μου το μαγαζί του, ευτυχώς που φώναζα και το έκανε γιατί τώρα απλά θα το κλείναμε πνιγμένοι στα χρέη. «Μη φοβάσαι» του έλεγα «μέχρι να βρεις δουλεία εγώ είμαι εδώ, έστω και με λίγα θα τη βγάλουμε, έστω και με το μισθό μου θα επιβιώσουμε». Διότι, παρ’ όλο που είχα κατά νου τον κώδικα, δεν ήθελα να βάζω κακές σκέψεις στο μυαλό μου. Επιβιώσαμε, βρήκε δουλειά και συνεχίσαμε να ζούμε. Όπως ζούσαμε πάντα, με λίγα αλλά έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν κυνηγήσαμε τα πολλά. Πάντα είμασταν ολιγαρκείς, ούτε αυτοκίνητο δεν είχαμε. Δεν ζήτησα ποτέ στη ζωή μου χλιδή, ακριβά ρούχα, ακριβά έπιπλα, ακριβό σπίτι, ακριβές διακοπές. Ζούσα πάντα (ζούσαμε) με όσα μου έφταναν για να πληρώνω τους λογαριασμούς μου, να ντύνομαι από στοκατζίδικα, να πηγαίνω διακοπές σε κάμπινγκ, να κάνω μικρά δώρα στους φίλους μου και από τη στιγμή που ήρθε ο γιος μου στη ζωή να καλύπτω τις ανάγκες ενός παιδιού. Βασικά πράγματα. Και τώρα άρχισα να τρέμω πως δεν θα έχω σε λίγο να ταίσω το παιδί μου, πως δεν θα έχω να πληρώσω τ’ αγγλικά και τα γερμανικά του, να τον πάω διακοπές τις 10 μέρες στο κάμπινγκ που τις περιμένει ολόκληρο το χρόνο.

Τους μισώ γιαυτό που μου κάνουν, τους μισώ που φοβάμαι, τους μισώ γιατί ξέρω πως παρ’ όλα τα πτυχία και τα μάστερ μου και τα προσόντα μου πιθανόν να βρεθώ στο δρόμο χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι και σε μια ηλικία που θα είναι αδύνατο να βρω δουλειά. Όπως είμαι σχεδόν σίγουρη πως οι όποιοι άχρηστοι και τεμπέληδες που υπάρχουν θα συνεχίσουν, να επιβιώνουν και να (μη) δουλεύουν. Διότι αυτοί πάντα έχουν κάνει τις καβάντζες τους από πριν, πάντα έχουν έτοιμο ένα μηχανισμό διασωσής τους.

Νιώθω νικημένη που κάνω αυτές τις σκέψεις και τους μισώ γιαυτό. Το κακό είναι πως δεν ξέρω σίγουρα ποιοι είναι αυτοί που μισώ, όπως δεν το ξέρει και κανείς μας και ίσως γιαυτό υπάρχει αυτή η παράλογη παράλυση και παγωμάρα στον κόσμο. Ποιοι είναι αυτοί που μας βλέπουν σαν αριθμούς, ποιοι είναι αυτοί που αποφασίζουν πως τα παιδιά μας δεν έχουν μέλλον, δεν έχουν λόγο να έχουν μέλλον; Δεν μπορώ να προσωποποιήσω την οργή που νιώθω κι αυτό με κάνει να νιώθω διπλά αδύναμη και διπλά νικημένη. Σαν να παλεύω με φαντάσματα….

Ίσως και να είναι οι κακές σκέψεις της μέρας, ίσως αύριο να σκέφτομαι άλλα πράγματα, πιο ελπιδοφόρα. Ίσως αύριο να σκέφτομαι πως θα τη γλυτώσω, αν κι αυτό δεν είναι γλυτωμός. Δεν γλυτώνεις όταν καταρρέει το σύμπαν γύρω σου. Το κακό δεν είναι πως είμαι σήμερα στις μαύρες μου, το κακό είναι πως αυτές οι σκέψεις τρυπώνουν όλο και πιο συχνά στο μυαλό μου και φοβάμαι πως κάποια στιγμή θα εγκατασταθούν μόνιμα. Κι αν γίνει αυτό τη βάψαμε οικογενειακά…..

τώρα τι να πω;


Βαρέθηκα. Άρχισα να σιχαίνομαι τη διαδικτυακή «ζωή». Το διαδίκτυο έχει γίνει ευχή και κατάρα. Εκτονωνόμαστε όλοι βρίζοντας πολιτικούς, γράφοντας αναλύσεις, ανταλλάσσοντας αστειάκια κι εξυπνάδες και νέα, βρίζοντας ο ένας τον άλλο, κι όλ’ αυτά σε μπλογκς και φόρα και δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης και μετά πάμε σινεμά, σε μπαράκια για ποτό όπου ξαναλέμε τα ίδια, αλλάζουμε κανάλι και βλέπουμε τη «Ζωή της άλλης» και ειδήσεις των 8 και ντοκιμαντέρ για τους βίσωνες. Και μετά πέφτουμε για ύπνο και ονειρευόμαστε τον Κολοκοτρώνη και τον Καραϊσκάκη και το Έπος του ’40 ή τον Λένιν και τη μεγάλη Ρώσικη Επανάσταση, τον Τσε και τη δική του επανάσταση, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Τρότσκι. Την ώρα που κάποιοι παίζουν με τις ζωές και το μέλλον μας το timeline στο Twitter παίρνει φωτιά, στα φόρα γίνεται της πουτάνας από αλληλομπινελικώματα, το Facebook βράζει. Και οι δρόμοι είναι άδειοι. Και το πρωί η ζωή συνεχίζεται, μπαίνουμε στο λεωφορείο και πάμε στις δουλειές μας και σπρώχνουμε άλλη μια βδομάδα προς το Σαββατοκύριακο….

και ξανά skata


χάος….


χρεωκοπία ή πόλεμος;


«istor Poulopoulos Ioannis

by asteris
Δεν ξέρω τι πραγματικά προτιμώ, την υποτέλεια, την αναξιοκρατεία της εγχώριας πολιτικής τάξης ή την χρεοκοπία… #grpolitics»
Είδα αυτό το tweet στο Tweeter και ήταν ακριβώς πάνω σ’ αυτό που σκεφτόμουν τις τελευταίες μέρες. Βλέπω, ακούω και διαβάζω ολο και περισσότερο κόσμο που περιμένει μια χρεωκοπία ή ακόμα κι ένα πόλεμο με την Τουρκία για τα πετρέλαια σαν λύτρωση. Κάτι που αν πριν ένα χρόνο το πρότειναν οι κυβερνώντες μας θα σηκωνόταν αν τους φτύσουν ακι οι πέτρες. Μετά από ένα χρόνο διαβάζω αναλύσεις για μικρής έκτασης πόλεμο με την Τουρκία που θα ήταν ωφέλιμος για τη χώρα, για χρεωκοπία που επιτέλους θα ξέρουμε που βρισκόμαστε κι όχι μ’ αυτό το άγχος τώρα του τι θα ξημερώσει αύριο και ποια θα είναι τα νέα μέτρα. Και σκέφτομαι πόσο εύκολα χειραγωγίσιμος είναι τελικά αυτή η πούλπα που λέγεται λαός.

μηδενισμός….


Αν δεν είχα παιδί, ευχαρίστως θα άναβα το σπίρτο που θα τα έκανε όλα στάχτη και μπούρμπερη. Σιχάθηκα τα πάντα και σχεδόν τους πάντες.

Εικόνα….


Σήμερα με πλησίασε μία κυρία, μεγάλη σε ηλικία και αρκετά καλοντυμένη με ελαφρά συμπτώματα Πάρκινσον. Νόμιζα πως ήθελε να με ρωτήσει κάτι για το δρόμο. Μου ζήτησε με χαμηλή φωνή και πολύ ευγενικά να της δώσω, αν έχω, ένα ευρώ. Είχα στην τσέπη μου 50 λεπτά και της τα έδωσα ρωτώντας της αν της κάνει αυτό το νόμισμα διότι πίστευα πως απλά δεν είχε ψιλά. Μου έδειξε τη χούφτα της γεμάτη ψιλουδάκια και μου είπε: «Ψιλά μαζεύω, δεν βλέπεις; Όλα μου κάνουν…»
Κι έφυγε.