καλοκαίρι


η βάρκα του ψαρά δεμένη στο λιμάνι να καθρεφτίζεται αυτάρεσκα στο νερό

Καλοκαίρι ήταν και πέρασε. Ημερολογιακά εδώ είναι ακόμα, πέρασε όμως και δεν άγγιξε σαν κατάσταση.  Δεν γκρινιάζω, πήγαμε διακοπές και φέτος και περάσαμε και καλά. Ήρθε ο φίλος μου ο Pascal με την οικογένειά του και τη βγάλαμε στη Σέριφο και με πολιτιστικές εκδηλώσεις στην Αθήνα. Το νησί είχε πολύ κόσμο (εντύπωση μου έκανε), το κάμπινγκ στα Λιβαδάκια ήταν σαν φοιτητική λέσχη με μέσο όρο ηλικίας τα 20, η Χώρα πήρε τ’ απάνω της με πολλά μπαράκια και μαγαζάκια και το λεωφορείο να κάνει δρομολόγια κάθε μισή ώρα μέχρι τις 3 τα μεσάνυχτα. Για τη Χώρα αυτά, γιατί για τις παραλίες κλάψτα, κλέφτες θα γίνουν οι ταξιτζήδες; Οι τιμές κανονικές, όχι όμως για φέτος. κανονικές για πέρσι και πρόπερσι ειδικά στο φαγητό. Ευτυχώς πάντως που όπου φάγαμε (μετά από τόσες φορές στο νησί έχουμε μάθει ν’ αποφεύγουμε τις κακοτοπιές) δεν νιώσαμε πως μας κορόιδευαν προσφέροντάς μας μάπα φαγητό σε πανάκριβη τιμή. Όπως και να το κάνουμε όμως δεν ήταν φτηνά για το πορτοφόλι μας. κανονικά ίσως δεν έπρεπε να ξεκουνηθούμε από την Αθήνα ξέροντας τι επίθεση θα δεχτεί το πορτοφόλι μας από Σεπτέμβρη. Αλλά από την άλλη σκεφτήκαμε «δε γαμιέται, έτσι κι αλλιώς πάλι σε λίγο καιρό δεν θα έχουμε να πληρώσουμε δεκάρα στην εφορία και στα υπόλοιπα χαράτσια, δεν θα μας σώσουν τα λεφτά των διακοπών μας αν τα βάλουμε στην άκρη». Κι από να πάνε κι αυτά στην εφορία και σε χαράτσια και σε κρατήσεις, καλύτερα να τα φάω σε ρεβυθάδα στη Σέριφο».

χίλες φορές αξίζει τα λεφτά της αυτή η θέα από το μπαλκόνι -έστω και για εννέα μέρες μόνο- παρά να τα χώσω στο βαρέλι δίχως πάτο που αποκαλούν «η σωτηρία της πατρίδας»

Κατά τα άλλα τίποτε, μια ξερή Σέριφος φέτος. Κάτι τα μάτια μου με τις κερατίτιδες και τις μαλακίες που με ταλαιπώρησαν πάνω από 2 μήνες, κάτι οι αναποδιές, κάτι οι διάφορες καταστάσεις που στράβωναν και δεν μπορέσαμε ούτε σε φίλους να πάμε, κάτι που σκέφτεσαι πλέον και τα λεφτά που θα κοστίσουν τα εισιτήρια για να φτάσεις στους φίλους, έκανα μετά από χρόνια Δεκαπενταύγουστο στην Αθήνα. Δεν ξέρω τι λένε αυτοί που βρίσκουν την Αθήα πανέμορφη τον Δεκαπενταύγουστο επειδή είναι άδεια, ίσως να ισχύει για περιοχές σαν το Θησείο και την Ακρόπολη και την Πλάκα. Η γειτονιά μου όμως μου έφερε κατάθλιψη, όλα κλειστά κι αυτά που δεν έχουν κλείσει λόγω κρίσης, ησυχία που δεν ταιριάζει στη γειτονιά, αραιή κίνηση. Α πα πα…. την προτιμώ φασαριόζικη τη γειτονιά μου.

Μια βδομάδα τώρα στο χωριό για δουλειές και διευθέτηση εκκρεμοτήτων και μετά τα κεφάλια μέσα. Πότε ήρθε το καλοκαίρι, πότε πέρασε και για πότε θα στολίζω δέντρο….. Ο καιρός τρέχει γρήγορα ή εγώ μεγάλωσα και τον βλέπω να περνάει αέρας και να μη τον προλαβαίνω;

Ο πανδαμάτωρ χρόνος
Κι είχε ένα φεγγάρι…..
Η θέα από το Κάστρο
μια όμορφη αυλή στη Χώρα Σερίφου
Advertisements

Έφυγα-Ξέφυγα…..


Πορείες, πλατείες, χημικά, αγανακτισμένοι, άλλα χημικά, μνημόνιο, μεσοπρόθερσμο, εφαρμοστικός, ακόμα περισσότερα χημικά, απολύσεις παντού, ουρές στον ΟΑΕΔ, χαμός από χημικά….

Και πάνω που μπούκωσαν τα πνευμόνια μου από χημικά παντός τύπου, έφυγα. Πήρα τα βουνά και τις θάλασσες για πέντε-έξι μέρες. Αρχαία Μεσσήνη, σπίτι πέτρινο στην πλαγιά, χωρίς ρεύμα, τηλεόραση, ειδήσεις, ίντερνετ. Χωρίς καθόλου χημικά, σκεφτόμουν αν θ’ άντεχα τον καθαρό αέρα. Τον άντεξα, ησύχασε το κεφάλι κι η ψυχή μου. Γέμισαν τα μάτια μου χρώματα κι η μύτη μου μυρωδιές.

Τα πλατάνια και η καρυδιά που κρύβουν μια πηγή           

       

                               

Το ταξίδι για τη Γάζα


Ξεκίνησαν προχτές τα ελληνικά πλοία που συμμετέχουν στην αποστολή «Ένα καράβι για τη Γάζα». Τα δύο πλοία είναι το επιβατικό «Σφενδόνη» με 80 επιβάτες και το φορτηγό «Ελεύθερη Μεσόγειος» φορτωμένο με τσιμέντο και οικοδομικά υλικά, ιατροφαρμακευτικό υλικό, αναπηρικά αμαξίδια, πλήρη εξοπλισμό για ένα οδοντιατρείο, γραφική ύλη και σοκολάτες για τα παιδιά (ναι, σοκολάτες γιατί εκεί είναι είδος πολυτελείας και τα παιδιά είναι πάντα και παντού παιδία και λατρεύουν τη σοκολάτα). Τα υλικά οικοδομής είναι είδη σε ανεπάρκεια και η εισαγωγή τους δεν επιτρέπεται. Το τσιμέντο είναι απαγορευμένο προϊόν για τη Γάζα. Τα 8 πλοία θα επιχειρήσουν να «σπάσουν» αυτή την απαγόρευση. Αυτήν τη φορά το ταξίδι δεν έχει μόνο συμβολικό και ανθρωπιστικό χαρακτήρα. Τα πλοία θα μεταφέρουν οικοδομικά υλικά, για να μπορέσει επιτέλους να ξεκινήσει η ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης Γάζας. Στην ελληνική αποστολή συμμετέχουν και μεταφέρουν την τεχνογνωσία τους η ΜΚΟ «Μηχανικοί της Γης», με έδρα το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και μια ομάδα κατασκευαστών πήλινων σπιτιών από τη Λάρισα.

Τα χρήματα για το εγχείρημα μαζεύτηκαν από το υστέρημα του απλού κόσμου, του ελληνικού λαού, που έδωσε μικροποσά με περισσή ωστόσο γενναιοδωρία. «Το Ισραήλ θέλει να καταστρέψει την παλαιστινιακή ταυτότητα και να επιτρέψει ενδεχομένως σε περιορισμένο αριθμό Παλαιστινίων να παραμείνουν ως απάτριδες στον τόπο τους», εξηγεί ο σκηνοθέτης Γιάννης Καρυπίδης, μέλος του πληρώματος που συμμετείχε και σε προηγούμενες αποστολές. Το Ισραήλ, σε μια προσπάθεια να αποτρέψει τους Παλαιστινίους να δεθούν με τη γη τους, απαγορεύει την ανοικοδόμηση των σπιτιών και των δημόσιων κτιρίων (σχολείων, νοσοκομείων κ.λπ.), που καταστράφηκαν από τους βομβαρδισμούς.

Πρώτος προορισμός η Ρόδος,όπου έγινε μία στάση για ξεκούραση και τις τελικές προετοιμασίες. Ο καιρός ήταν καλός και δεν έχει παρουσιαστεί κανένα πρόβλημα μέχρι τώρα. Απο τη Ρόδο θα πλεύσουν Nοτιοανατολικά της Κύπρου όπου μαζί με τα υπόλοιπα πλοία θα διαμορφώσουν το στόλο που θα προσπαθήσει να σπάσει την πολιορκία.

Από δω και πέρα τα πράγματα δεν θα είναι τόσο εύκολα. Οι ισραηλινοί δεν έχουν τη διάθεση ν’ αφήσουν τα 8 καράβια της αποστολής να περάσουν.

Στην αποστολή συμμετέχουν και δύο τουρκικά πλοία, όπως και το πλοίο Rachel Corrie που ξεκίνησε από την Ιρλανδία.  Θα συναντηθούν όλα μαζί σε διεθνή ύδατα κι όλα μαζί θα προσπαθήσουν να μπουν στο λιμάννι της Γάζας.

Εν τω μεταξύ, σήμερα ξεκινούν κοινές ελληνοϊσραηλινές αεροπορικές ασκήσεις ενώ οι Ισαραηλινοί (όπως μετέδωσαν ισραηλινά μέσα) θα εξαπολύσουν «αντι»-Στόλο.

Παράλληλα με το ταξίδι προς τη Γάζα, ένα ψηφιακό ταξίδι θα είναι σε εξέλιξη στο Διαδίκτυο. Το «ψηφιακό καράβι» είναι ιστολόγιο που περιλαμβάνει ψηφιακή τηλεόραση που θα καλύψει live το ταξίδι και το ημερολόγιο… καταστρώματος του στόλου. «Η λογική θα είναι όπως στα μπλογκ. Ας πούμε στο ημερολόγιο θα δίνονται οι απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις εξελίξεις πάνω στο καράβι, ενώ θα δίνεται η δυνατότητα και στον κόσμο να σχολιάσει», μας λένε οι εμπνευστές και δημιουργοί του ψηφιακού ταξιδιού.

Την ίδια στιγμή, μέσω ενός χάρτη Google, η ιστοσελίδα θα δίνει το στίγμα τη πραγματικής θέσης του καραβιού, ενώ υπάρχει η δυνατότητα στον χάρτη πάνω να παρουσιάζονται κατ’ επιλογή και άλλες πληροφορίες που θα αυξήσουν τη ρεαλιστικότερη απεικόνιση της κατάστασης. Το site θα έχει συνδεθεί με μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το facebook, το twitter και το chat. Ο επισκέπτης θα έχει πρόσβαση σε φωτογραφίες αλλά και βίντεο.

Την πορεία των πλοίων μπορεί να τη παρακολουθεί όποιος θέλει realtime εδώ και εδώ και εδώ. Σ’ όποθιον χάρτη βολεύεται ο καθένας…

Παρακολουθείστε το καράβι, όσοι περισσότεροι το «βλέπουν» τόσο πιο δύσκολο θα είναι να τους την «πέσουν» άσχημα οι ισραηλινοί.

Αν έχεις τύχη διάβαινε…..


Κουράστηκα. Κουράστηκα να διαβάζω ροζ σελίδες στις εφημερίδες (ναι, το έκανα κι αυτό μπας και καταλάβω τι γίνεται…), να διαβάζω αναλύσεις υπέρ και κατά των μέτρων στο νετ, να διαβάζω αναλύσεις για το τι έπρεπε να γίνει και δεν έγινε, για το τι πρέπει να γίνει και δεν θα γίνει. Η ζωή όμως δεν είναι μόνο ΔΝΤ και αναλύσεις και μας σκαρώνει τρελές πλάκες κάποιες φορές. Οπότε εστιάζω στις μικρές και καθημερινές πλάκες της ζωής. Τα υπόλοιπα , έτσι κι αλλιώς θα πλακώσουν την καμπούρα μας, δεν τα γλυτώνουμε.

Το Σαββατοκύριακο που πέρασε ανέβηκα στο χωριό. Για την ακρίβεια ανέβηκα μαζί με τη μάνα μου που ήταν εδώ για μια επέμβαση καταρράκτη. Μπορώ και μόνη μου έλεγε εκείνη αλλά εγώ δεν την άκουσα και πολύ καλά έκανα, όπως φάνηκε εκ των υστέρων. Πήραμε το τρένο την Κυριακή το πρωί και όλα πήγαιναν ρολόι. Φτάσαμε στην ώρα μας, βρήκαμε ταξί για το ΚΤΕΛ, βρήκαμε αμέσως ανταπόκριση για Χαλκιδική, όλα τέλεια. Στο ταξί που μας πήγαινε στο σπίτι, της είπα πως μόλις μπούμε θα φτιάξουμε μια καφεδιά να την πιούμε στη βεράντα. Μια χαρά δηλαδή πήγαινε η μέρα…. Μια παροιμία όμως λέει πως «όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο θεός γελά». Σοφή κουβέντα! Φτάσαμε στο σπίτι, ο κήπος χαρά θεού. Εντάξει, το χόρτο ήθελε κούρεμα αλλά ήταν τα πάντα ανθισμένα και μοσχοβολούσαν. Κρατήστε το αυτό το «μοσχοβολούσαν»…. Σέρνοντας τις βαλίτσες πήγαμε να μπούμε από την πίσω μεριά, την πόρτα της κουζίνας. Όταν φτάσαμε έξω από την πόρτα με χτύπησε στη μύτη μια άσχημη μυρωδιά αλλά δεν έδωσα σημασία, «χωριό είναι…» σκέφτηκα. Ξεκλειδώνω την πόρτα και στο κατώφλι υπάρχει μια σειρά ψόφιες μύγες. «Α πα πα…» λέει η μαμά «πάρε τη σκούπα να τις σκουπίσουμε, που σκατά μαζεύτηκαν αυτές;» Μόλις έκανα ένα βήμα μέσα στο σπίτι η άσχημη μυρωδιά με χτύπησε κατακούτελα μαζί με την εικόνα κάποιων κόκκινων ζουμιών κάτω από το ψυγείο. «Τι είναι αυτά βρε μάνα;» ρώτησα. «Αίματα…» είπε η μαμά κι άρχισε ο εφιάλτης. Ανοίξαμε το ψυγείο. Τι μπόχα ήταν αυτή!!!!!!! Κανείς δεν τη φαντάζεται και ούτε χρειάζεται. Ούτε στον εχθρό μου δεν το εύχομαι αυτό που ζήσαμε. Τι είχε συμβεί; Κάποια στιγμή –ενόσω έλειπε η μαμά- χάλασε το ψυγείο. Τι έπαθε; Η ιδέα πως μπορεί να έπαθε βραχυκύκλωμα είναι πολύ πιθανή αλλά δεν τόλμησα να την αναφέρω. Το σκέφτηκε η μάνα μου και ταυτόχρονα πως αν όντως ήταν βραχυκύκλωμα θα ήταν πιθανό να καεί το σπίτι και φρίκαρε οπότε δεν το ξανασυζητήσαμε. Κύριος οίδε τι έπαθε τελικά αλλά αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να σαπίσουν τα πάνταολα. Κυρίως τα κρέατα που είχε η μαμά στην κατάψυξη με αποτέλεσμα να βρωμάει ψοφίμι, λες και υπήρχε στο σπίτι πτώμα σε αποσύνθεση. Και το χειρότερο ήταν πως με το που άνοιξε το ψυγείο, εκτός από τη μπόχα, πετάχτηκε από μέσα κι ένα λεφούσι σιχαμερές και τρισάθλιες μύγες!!! Τι σκατά; Τις γέννησε η σαπίλα;

Αντί για τον καφέ που ονειρευόμασταν πήραμε σακούλες σκουπιδιών κι αρχίσαμε να πετάμε. Αφού πετάξαμε ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε μέσα–δυο μπύρες και μια Coca Cola διασώθηκαν- άρχισε ο Γολγοθάς του να καθαρίσουμε όλα τα σιχαμερά ζουμιά που είχαν ποτίσει τα πάντα. Πέντε ώρες καθαρίζαμε εναλλάξ, χρησιμοποιήσαμε ό,τι απορρυπαντικό υπήρχε στο σπίτι αλλά η μυρωδιά δεν έλεγε να φύγει. Συν το γεγονός πως δεν είχαμε πλέον ψυγείο….. Το βράδυ, πτώματα πλέον από την κούραση, αποφασίσαμε πως και να φτιαχτεί το γαμωψυγείο δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναβάλει η μάνα μου εύκολα φαγητό σ’ ένα πράγμα που είχε ποτίσει μυρωδιά ψοφιμιού, άρα η αγορά νέου ψυγείου ήταν μονόδρομος (κάτι σαν την προσφυγή στο ΔΝΤ ένα πράγμα…). Έτσι την επόμενη μέρα πήραμε το δρόμο να βρούμε ψυγείο. Βρήκαμε ένα στο μέγεθος που θέλαμε, το παραγγείλαμε και το περιμέναμε την επόμενη μέρα. Μια μέρα είναι –είπαμε- θα τη βγάλουμε κουτσά στραβά χωρίς ψυγείο. Ήρθε την επόμενη το πρωί, πήγαμε να το βάλουμε στη θέση του αλλά φευ…. Δεν χωρούσε για 2-3 χιλιοστά!!! Όχι εκατοστά, χιλιοστά!!! Γαμώ τη γκαντεμιά μας! αναφωνήσαμε και πήρα τα κατσαβίδια να ξεβιδώσω τη βάση πάνω στην οποία έμπαινε. Αλλά άμα είσαι γκαντέμης είσαι, όχι αστεία. Η βάση ήταν πιασμένη κι αλλού, πίσω από κάτι ράφια και δεν έλεγε να ξηλώσω τα πάντα. Άρχισε η μαμά τα τηλέφωνα σε όποιον μάστορα είχε στην ατζέντα της και στο τέλος μας λυπήθηκε ένας απ’ όλους και μας είπε πως θα έρθει το απόγευμα. Μέχρι το απόγευμα λοιπόν, καθόμασταν σαν τις άδικες κατάρες και περιμέναμε ενώ η μάνα μου δεν με άφηνε να κόψω τουλάχιστον το χόρτο για να περάσει η ώρα και να εκτονώσω τα διαόλια μου. «Αρκετά κουράστηκες…» μου είπε. Άντε να της εξηγήσεις πως με κούραζε περισσότερο το να κάθομαι άπραγη από το να πάρω το χλοοκοπτικό και να ξυρίσω τον κήπο. Είχα και το βιβλίο μου μαζί αλλά με τόσα νεύρα ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ και να διαβάσω.

Με τα πολλά πέρασε η μέρα, ήρθε ο μάστορας, αφού μας έστησε φυσικά και κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό διότι σκεφτόμουν πως την άλλη μέρα φεύγω και που θα την αφήσω μόνη χωρίς ψυγείο, κι έκανε αυτό που είχα σκεφτεί να κάνω κι εγώ αλλά άμα το έλεγα στη μαμά δεν θα το δεχόταν. Πήρε ένα σφυρί κι έσπασε τη βάση. Τόσο απλά. Έτσι μπήκε το ψυγείο στη θέση του και η ψυχή μου στη δική της. Τουλάχιστον έφυγα ήσυχη πως άφησα τη μαμά  σχετικά τακτοποιημένη, χωρίς την ανησυχία πως σκατά να τα βολέψει. Το κακό είναι πως ακόμα όταν το σκέφτομαι έχω αυτή την αηδιαστική μυρωδιά στα ρουθούνια μου… Μπλιαξ και πάλι μπλιαξ!

νούμερα


Φέτος το Πάσχα είχε νούμερα. Κάθε μέρα σκεφτόμουν με αριθμούς.

Πόσες φορές πέρασα Πάσχα στο χωριό;  Δεκαέξη. Πόσες στην Αθήνα; Νομίζω μόνον δύο, τότε που ο μικρός ήταν νεογέννητο και την επόμενη χρονιά.

Πόσα χρόνια έχει που έφυγα από το σπίτι της μάνας μου; Σχεδόν τριανταδύο.

Πόσα χρόνια με περνάει η μαμά; Εικοσιτρία και κάτι μήνες. Άραγε σε  εικοσιτρία χρόνια και κάτι μήνες θα μοιάζω με τη μαμά; Θα περπατάω κι εγώ με μπαστούνι και θα έχω άσθμα που θα μου κόβει την ανάσα; Θα ζω κατ’ αρχήν;

Πόσο καιρό είμαστε χωρίς το μπαμπά; Πλάκα πλάκα πέρασαν τέσσερις μήνες.

Σε πόσα χρόνια ο Μ. Δεν θα θέλει φιλάκι πριν κοιμηθεί; Σε δύο τρία το πολύ, έτσι νομίζω.

Πόσες μέρες έχω ακόμα προθεσμία για να τελειώσω την τελευταία μου εργασία; Δεκαπέντε. Προλαβαίνω; Θα δείξει….

Πόσα μαθήματα πρέπει να κάνω για να πάρω δίπλωμα; Είκοσι. Και πόσα χρήματα θα κοστίσει; Βάλε ένα χιλιάρικο να είσαι μέσα. (Το θέλω; Όχι, αλλά πρέπει…)

Πόσες μέρες θέλω να φύγω απ’ όλους κι απ’ όλα; Αμέτρητες….

Πόσες φωτογραφίες τράβηξα φέτος το Πάσχα; Ελάχιστες. Δεν έφταιγαν οι δουλειές που είχα να κάνω, το τοπίο που είναι το ίδιο, τα τριαντάφυλλα που δεν είχαν ανθίσει ακόμα. Μάλλον τα κέφια μου έφταιγαν που δεν ξέρω ακριβώς που είχαν κρυφτεί.

Άραγε ταξιδεύουν ακόμα με interail; Βερολίνο


Από το Παρίσι δεν θυμάμαι τι ώρα ξεκινήσαμε για το Βερολίνο. Σίγουρα μεγάλο μέρος του ταξιδιού το κάναμε βράδυ, γιατί θυμάμαι ξύπνησα κάποια στιγμή, έρριξα μια ματιά από το παράθυρο και κάποιος μου είπε «Είμαστε στην Κολωνία». Έτσι έχασα ένα μεγάλο μέρος του ταξιδιού που ήταν μέσα στην, τότε, Αν. Γερμανία και που έκανα –παθαίνοντας σοκ- όταν έφευγα από το Βερολίνο με κατεύθυνση τη Βιέννη. Αλλά με τη σειρά τους όλα.

Φτάσαμε λοιπόν με το φως της μέρας στο Βερολίνο. Στο σταθμό μας περίμενε η Βέτα μαζί με τον Χάϊνεμου (έτσι τον έλεγε η Βέτα τον άντρα της. Χάϊνε ήταν τ’ όνομά του αλλά έβαζε και το μου κολλητά, όποτε αναφερόταν σ’ αυτόν) και τα δύο παιδιά τους. Είχε πέσει συνεννόηση, πριν ακόμα φύγουμε από τη Θεσσαλονίκη, έτσι ώστε να μας φιλοξενήσει εκείνη στο Βερολίνο. Εκτός από τη Βέτα η αδελφή μου είχε ακόμα έναν γνωστό στο Βερολίνο, που σπούδαζε τότε βιολοντσέλο, το Δημήτρη. Ήξερα κι εγώ δύο γερμανίδες που είχα γνωρίσει σε διακοπές και είχα τις διευθύνσεις τους. Μια χαρά λοιπόν, από παρέα και σπίτια πλήρεις…

Πήγαμε λοιπόν στο σπίτι της Βέτας, τα πιτσιρίκια προσπαθούσαν να καταλάβουν ποιές είμαστε και γιατί πήγαμε στο σπίτι τους και ο Χάϊνεμου δεν ήξερε λέξη ελληνικά, όπως εμείς δεν ξέραμε λέξη γερμανικά. Μόνον η Βέτα ήταν χαρούμενη που μας έβλεπε.

Είπαμε τα βασικά και μετά η μικρή άρχισε τα τηλέφωνα. Συνεννοήθηκε με το Δημήτρη να βρεθούμε το βράδυ. «Τι ώρα θα βρεθείτε;» ρώτησε η Βέτα «στις 10 το βράδυ» απαντήσαμε «έχουμε ραντεβού στο Zoo». Γούρλωσαν όλοι μαζί τα μάτια τους «Μα είναι πολύ αργά» είπαν, «τι θα κάνετε έξω τέτοια ώρα;» κι εμείς από την άλλη δεν καταλαβαίναμε πως μπορεί να είναι αργά, αφού εμείς στις Ελλάδα δεν βγαίναμε ποτέ πριν τις 10. Πολιτισμικό χάσμα. Τι σκατά έλεγαν όλοι πως το Βερολίνο είναι η μοναδική γερμανική πόλη που δεν κοιμάται ποτέ; Επέμεναν να μας πάνε αυτοί με τ’ αυτοκίνητο και στο τέλος το δεχτήκαμε. Ο Χάϊνεμου μας κοίταζε σαν να έβλεπε εξωγήινες και μάλλον δεν χάρηκε για τη γνωριμία.

Μας ξεφόρτωσαν στο Zoo και φύγανε. Η Βέτα μόνο που δεν μας σταύρωσε πριν μας αφήσει στο πεζοδρόμιο. Τη στήσαμε λοιπόν να περιμένουμε το Δημήτρη ο οποίος μας έστησε. Κι άρχισαν τα όργανα. Περνούσαν κάθε τόσο κάτι τύποι και κάτι μας έλεγαν. Εμείς που δεν ξέραμε λέξη γερμανικά δεν καταλαβαίναμε αλλά στο τέλος έγινε ενοχλητικό αυτό. Μα έκαναν καμάκι και οι γερμανοί; Εμείς στα νησιά δεν τους είχαμε κόψει για καμακιάρικα λιγούρια. Για να περάσει λίγο η ώρα και να γλυτώσουμε από τους τύπους που μας έλεγαν τ’ ακαταλαβίστικα, αρχίσαμε να κόβουμε βόλτες στο πεζοδρόμιο. Είχε πολλά μαγαζιά και όλα φωτισμένα. Τι σκατά; Είπαμε η πόλη που δεν κοιμάται αλλά ποτέ δεν έκλειναν τα μαγαζιά; Περάσαμε το πρώτο, το δεύτερο και μετά καταλάβαμε τι μαγαζιά ήταν… Peep show, sex shop και μπουρδέλα!!! Κι εμείς κόβαμε βόλτες –οι αμέριμνες τουρίστριες- και είχαμε δώσει ραντεβού εκεί με το Δημήτρη. Άλλος κι αυτός πάλι, που διάλεξε το Zoo για να μας στήσει… Και φυσικά αυτά που μας έλεγαν οι τύποι δεν ήταν καμάκι αλλά μας ρωτούσαν «πόσο πάει;». Φαντάζομαι θεώρησαν πως είμασταν new entries στην πιάτσα. Κάποια στιγμή έφτασε ο αργοπορημένος Δημήτρης, ζήτησε συγγνώμη για το στήσιμο και δεν θυμάμαι που πήγαμε. Πάντως γυρίσαμε στο σπίτι κατά τις δύο. Μετά από κανά δυο φορές που γυρίσαμε τέτοια ώρα το βράδυ, ο γιος της Βέτας τη ρώτησε αν είμαστε κλέφτες!!! Στο μυαλό του πιτσιρικά δεν μπορούσαμε να είμαστε κάτι άλλο αφού γυρνούσαμε χαράματα…

Νόμιζα πως ο Δημήτρης ήταν ο μόνος γνωστός της μικρής στην πόλη αλλά έκανα λάθος. Ένα βράδυ που πήγαμε να πάρουμε το μετρό για να γυρίσουμε στο σπίτι είδαμε από μακρυά να περιμένουν στην πλατφόρμα κάτι πανκιά. Με πράσινες και κόκκινες μοϊκάνες και όλα τα συμπούρμπουλα. Καρφιά, παραμάνες κλπ. Ωχ, σκέφτηκα, γερμανοπανκιά κι εμείς χαζές ελληνίδες. Θα μας δουν έτσι όπως είμαστε (εμένα σαν χίπισσα και τη μικρή κυριλέ ατημέλητη αλλά εξαιρετικά προσεγμένη στις λεπτομέρειες και με ακριβά ρούχα) και θα μας κάνουν κιμά. Ψιλοχέστηκα μάλιστα, όταν είδα τον έναν να έρχεται κατά πάνω μας. Αυτός όμως, άρχισε τις αγκαλιές και τα φιλιά με τη μικρή!!! Ήταν πανκιά από Θεσσαλονίκη σε βόλτα στο Βερολίνο. Η μικρή τους ήξερε, αντάλλαξαν τηλέφωνο και την άλλη μέρα συναντηθήκαμε. Η πιο αστεία βραδυά απ’ όλες (τρομάρα μας). Εγώ, η μικρή, ο Δημήτρης που σπούδαζε όπως είπα κλασική μουσική και είχε την πιο συμβατική φάτσα από τους τρεις μας και τα δυο πανκιά. Μια παρέα ταιριαστή όσο να πεις. Πήγαμε σ’ ένα μπαράκι που έμοιαζε με τα δικά μας μπαράκια και μας κοίταζαν οι γερμανοί σαν ούφο. Δεν ήταν μέρος να συχνάζουν πανκιά αλλά και τα πανκιά καθόλου δεν το ευχαριστήθηκαν. Τέλεια περάσαμε (χα, χα…). Άπαιχτες οι ιδέες της μικρής ν’ανακατεύει άσχετους ανθρώπους και άγνωστους μεταξύ τους. Τη λήξαμε γρήγορα τη βραδυά όμως, γιατί ο Δημήτρης δεν άντεχε με τα πανκιά, εγώ τους είχα βαρεθεί όλους και γύρισα στο σπίτι, τα πανκιά δεν άντεχαν εμάς και το μαγαζί και η μικρή συνέχισε με τα πανκιά και γύρισε στις 4 το πρωί με αποτέλεσμα να της βάλει χέρι η Βέτα. Γύρισε λίγο φρικαρισμένη η μικρή από τη βραδυά με τους μοϊκάνους γιατί μάλλον σε κάτι μαλακίες έμπλεξε εκείνο το βράδυ αλλά το καλό ήταν πως δεν τους ξανασυνάντησε και δεν μου τους ξαναφόρτωσε. Έτσι κι αλλιώς θα έφευγε την μεθεπόμενη. Το δικό της ταξίδι τελείωνε σ’ αυτό το σημείο. Εγώ θα έμενα δυο τρεις μέρες παραπάνω και μετά θα πήγαινα στη Βουδαπέστη μέσω Βιέννης να βρω τον καλό μου.

Δεν βγαίναμε όμως μόνο τα βράδυα στην πόλη. Τα πρωινά κάναμε βόλτες στην πόλη. Η Βέτα έμενε σχετικά κοντά στο Tiergarten (Göeben str νομίζω, ή τουλάχιστον αυτό έχω σημειωμένο στο χάρτη που έχω φυλάξει απο τότε) και ήταν εύκολο να βρεθούμε στο κέντρο, να πάμε στις λίμνες και στον Ζωολογικό κήπο, να κάνουμε βόλτες στην Kudamm και να πέφτουμε πάντα πάνω στο Τείχος. Αυτή ήταν η κυριότερη αίσθηση που μου έμεινε από το Βερολίνο του ’83. Πως ακόμα κι αν νόμιζες πως βγήκες από την πόλη ήσουν εντός των τειχών. Ακόμα και μέσα στις λίμνες υπήρχαν ταμπέλες που όριζαν ποιο κομμάτι της λίμνης ανήκει σε ποιόν. Εκεί που μου βγήκε υστερία ήταν όταν πήγαμε τη μικρή στο σταθμό των τρένων για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Θέλησα ν’ ανέβω μαζί της στην αποβάθρα για να τη χαιρετήσω αλλά μου είπαν πως έπρεπε να πληρώσω ein mark για να το κάνω. Κι όταν ρώτησα γιατί, μου απάντησαν πως οι αποβάθρες ανήκαν στην Αν. Γερμανία και ήταν σαν ένα είδος βίζα το ένα μάρκο. Το υπόλοιπο μέρος του σταθμού ανήκε στη Δυτ. Γερμανία και μπορούσες να βρίσκεσαι εκεί τσάμπα. Δεν το πλήρωσα κι άφησα τη μικρή ν’ ανέβει μόνη της. Και μετά πάτησα ένα από τα πλακάκια που είχε το πάτωμα στο σταθμό κι έλεγα στο Δημήτρη (αυτός ήταν νομίζω μαζί μας) πως είναι δικό μου territory και απαγορεύω στον οποιονδήποτε να το πατάει χωρίς την άδειά μου. Μετά από μερικές μέρες στην πόλη ένιωσα να πνίγομαι από το ντουβάρι που την περιέκλειε. Όταν γύρισα στην Ελλάδα και τύπωσα τις φωτογραφίες, συνειδητοποίησα πως σχεδόν όλες ήταν φωτογραφίες του Τείχους. Βρήκε την ώρα όμως να τα φτύσει το σκάνερ μου και δεν μπορώ να τις σκανάρω και να τις δημοσιεύσω τώρα. Θα το κάνω όμως γιατί, παρόλο που δεν είναι της προκοπής, δίνουν την αίσθηση που είχα για την πόλη.

Έφυγε η μικρή λοιπόν κι εγώ αποφάσισα να κάνω ένα πέρασμα στο ανατολικό κομμάτι της πόλης, που ενώ ήταν μια στάση με το μετρό μου φαινόταν πως ήταν ταξίδι σε άλλη χώρα. Περίμενα όμως να φύγει πρώτα η μικρή γιατί εκείνη δεν την ενδιέφερε καθόλου αυτή η βόλτα. Η αδελφή μου ποτέ δεν υπήρξε έστω και στο ελάχιστο πολιτικοποιημένη σε αντίθεση με μένα. Δεν είχε λοιπόν κανένα ενδιαφέρον για το Αν. Βερολίνο. Σηκώθηκα λοιπόν ένα πρωί, έβαλα τις μωβ κάλτσες και τις μωβ εσπαντρίγιες που είχα αγοράσει στο Παρίσι, φορτώθηκα το πολύχρωμο ταγάρι μου και κίνησα για την Friedrichstrasse, που ήταν το πιο γνωστό check point. Πέντε λεπτά για να φτάσω εκεί και μισή ώρα για να βγω από το σταθμό. Έπρεπε να περάσω από έλεγχο διαβατηρίου, να πληρώσω για βίζα και ν’ αλλάξω, υποχρεωτικά, 25 δυτικά μάρκα σε 25 ανατολικά ενώ στην αγορά η ισοτιμία ήταν εντελώς διαφορετική. Έξυπνοι οι DDRίκοι. Ένα προς ένα η αλλαγή. Δεν γαμιέται, σκέφτηκα, κάπου θα τα φάω τα χρήματα. Στο Δυτ. Βερολίνο τα 25 μάρκα δεν ήταν τίποτε, τρώγονταν πολύ εύκολα. Μου είχαν πει πως η άλλη μεριά είχε φτηνούς δίσκους κλασικής μουσικής και βιβλία. Τα βιβλία απορρίφθηκαν διότι ούτε ήξερα, ούτε ήθελα να μάθω γερμανικά κι έμεναν οι δίσκοι. Μόνο που σε κανα δυο μαγαζιά που μπήκα, δεν βρήκα τίποτε.

Ήταν μερικές μέρες πριν την Πρωτομαγιά και η πόλη ήταν στολισμένη. Κόκκινες σημαίες παντού και τεράστια πανώ με τον Μαρξ και τον Λένιν που κάλυπταν προσόψεις κεντρικών κτιρίων. Ετοιμάζονταν για τις εκδηλώσεις της Εργατικής Πρωτομαγιάς. Εντυπωσιάστηκα κι εγώ γιατί ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν ανάμεσα σε τόσα σφυροδρέπανα και κόκκινα λάβαρα. Και παρ’ όλο που δεν ήμουν θαυμάστρια του υπαρκτού σοσιαλισμού τύπου Ε.Σ.Σ.Δ. ομολογώ πως συγκινήθηκα. Με προσγείωσαν στην πραγματικότητα τα Trabant και τα Wartbourg που πέρναγαν δίπλα μου αφήνοντας πίσω τους μαύρα ντουμάνια από τις εξατμίσεις τους. Οι DDRίκοι είχαν κρατήσει το πιο όμορφο κομμάτι της πόλης αλλά ήταν εντελώς παρατημένο. Κι ενώ το δυτικό κομμάτι έσφυζε από ζωή στο ανατολικό, μέρα μεσημέρι, η κίνηση ήταν περιορισμένη. Και το χειρότερο; Δεν ήξερα που σκατά να ξοδέψω τα 25 μάρκα που είχα και που έπρεπε να να ξοδέψω γιατί δεν θα μου τα άλλαζαν σε δυτικά όταν επέστρεφα. Κάποια στιγμή είδα έναν τύπο να τρώει ένα παγωτό κι αποφάσισα να πάρω κι εγώ ένα. Σκέφτηκα να πάρω το μεγαλύτερο που θα μπορούσε να μου βάλει κι έτσι να ξοδέψω σίγουρα 4-5 μάρκα. Τουλάχιστον κάπου τόσο θα κόστιζε στο Δυτικό. Μπήκα στο παγωτατζίδικο, μου έβαλε το μεγαλύτερο παγωτό που μπορούσε και μου ζήτησε ένα μάρκο! Τι θα έκανα τα υπόλοιπα 24; Η ώρα περνούσε, σε λίγο θα έπρεπε να γυρίσω πίσω και δεν υπήρχε τίποτε ν’ αγοράσω. Στο τέλος πήρα ένα κάτι σαν σάντουιτς και περνώντας μπροστά από ένα μαγαζάκι που πουλούσε κεριά, μπήκα μέσα και έκανα όλα τα χρήματα …κεριά. Όλα τα χρώματα και τα σχήματα που είχε. Πάντως με ανατολικογερμανικά μάρκα δεν γύρισα πίσω. Χάρισα ένα-δυο κεριά στη Βέτα και τα υπόλοιπα τα φορτώθηκα και τα πήγα βόλτα στην κεντρική Ευρώπη μέχρι να φτάσουν κάποια στιγμή στο φοιτητικό μου σπίτι στην Πάτρα.

Συνάντησα και μια-δυο φορές τις γερμανίδες που είχα γνωρίσει σε διακοπές στην Ελλάδα. Τη μια φορά από τις δύο ή τρεις που συναντηθήκαμε συνολικά βγήκαμε για φαγητό με κάτι φίλους τους. Πήγαμε σ’ ένα μαγαζί που μου είπαν πως είχε καλό φαγητό και στο οποίο εγώ πήρα μια μπύρα, προφασιζόμενη πως δεν πεινάω, γιατί δεν είχα και πολλά χρήματα. Είμασταν 7-8 άτομα, παράγγειλε ο καθένας αυτό που ήθελε κι εγώ έπιασα την κουβέντα με τον διπλανό μου που με ρωτούσε τι διαφορές υπάρχουν ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Γερμανία, στους Έλληνες και στους Γερμανούς. Δεν θυμάμαι τι έλεγα αλλά το κατάλαβε όταν ήρθε η ώρα να πληρώσουμε. Ο τύπος που μας σέρβιρε -και τελικά ιδιοκτήτης του μαγαζιού- ήταν ένας μελαχροινός κούκλος, εμφανώς μη Γερμανός. Κάποια στιγμή –δεν θυμάμαι πως- κατάλαβε πως είμαι ελληνίδα και μέσα στην τρελή χαρά άρχισε να μου μιλάει ελληνικά. Ήταν Αιγύπτιος αλλά όπως μου είπε είχε ζήσει έξι χρόνια στην Ελλάδα πριν βρεθεί στη Γερμανία, και είχε μάθει τη γλώσσα μας. Την ώρα της πληρωμής, ο καθένας έλεγε τι πήρε, πλήρωνε και ο μελαχροινός κούκλος περνούσε στον επόμενο. Όταν έφτασε η σειρά μου μου είπε πως ό,τι πήρα ήταν κερασμένιο απ’ αυτόν. Τον ευχαρίστησα και πέρασε στον επόμενο. Ο τύπος που συζητούσαμε για τις διαφορές με ρώτησε γιατί δεν πλήρωσα. Του εξήγησα και ήταν αδύνατο να το καταλάβει. Αυτόν, μου είπε, δεν θα το κέρναγε ένας Γερμανός αν τον πετύχαινε να έχει μαγαζί στην Κρήτη. «Ε, αυτή είναι η διαφορά μας» του είπα. Το κατάλαβε; Δεν το κατάλαβε; Θα σας γελάσω…

Πριν φύγω από την πόλη, συνεννοήθηκα με το Δημήτρη να με φιλοξενήσουν στη Βιέννη, που θα έφτανα κατά τις 10 το βράδυ ενώ το τρένο για Βουδαπέστη θα έφυγε την άλλη μέρα το απόγευμα, κάτι φίλοι του που σπούδαζαν εκεί μουσική. Έγιναν οι συνεννοήσεις, είπα πως είμαι και τι θα φόραγα, μου περιέγραψε και ο Δημήτρης το Βασίλη που θα ερχόταν να με υποδεχτεί και μιαν ωραία πρωία, αποχαιρέτησα το Βερολίνο και το Τείχος του και μπήκα στο τρένο για τη Βιέννη. Το Τείχος νόμισα πως το αποχαιρέτησα, διότι μέχρι να βγούμε από την Αν. Γερμανία το τείχος υπήρχε παράλληλα με τη σιδηροδρομική γραμμή. Κι όχι μόνο το ντουβάρι αλλά και κάτι μπαλέτες με τεράστια καρφιά πάνω τους και άσπρο χώμα που φαινόταν και μυρμήγκι αν έκοβε βόλτες πάνω του. Σκιάχτηκα γιατί αυτό δεν το είχα δει ερχόμενη στο Βερολίνο. Όταν βγήκαμε από τη χώρα, έφυγε ένα βάρος από πάνω μου. Και ήρθε ένας πανικός. Διότι καλά συνεννοήθηκα να με περιμένει ο Βασίλης που δεν τον ήξερα. Σε περίπτωση που αργούσε ή δεν βρισκόμασταν για κάποιο λόγο, δεν είχα ζητήσει από το Δημήτρη ούτε διεύθυνση, ούτε τηλέφωνο. Τόσο βλήμα!!!! Ηρέμησα λίγο όταν σκέφτηκα πως ακόμα κι αν δεν βρεθούμε μπορώ να πάρω ένα οποιοδήποτε τρένο που να πηγαίνει κάπου –μόνο για να κοιμηθώ το βράδυ- και μετά να ξαναγυρίσω στη Βιέννη. Να κλειδώσω τα πράγματα στο σταθμό, να κάνω βόλτες στην πόλη μέχρι το απόγευμα και μετά να πάρω το τρένο για τη Βουδαπέστη. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε γιατί όλα πήγαν καλά και ο Βασίλης με περίμενε στο σταθμό, αναγνωριστήκαμε και πήγαμε στο σπίτι που έμενε με άλλους δύο φίλους του, μουσικούς επίσης, και το οποίο σπίτι ήταν ένα από τα πιο τρελά σπίτια που έχω συναντήσει. Ηταν 30 Απριλίου 1983 και το βράδυ που πέρασα στη Βιέννη όπως και οι μέρες στη Βουδαπέστη σε άλλο ποστ. Αυτό βγήκε τεράστιο αλλά είπα να μη το κόψω στη μέση.

Θα ψάξω και σκάνερ για ν’ ανεβάσω τις φωτογραφίες του Βερολίνου όπως το είδα πριν από 26 χρόνια…

Άραγε ταξιδεύουν ακόμα με interail; Παρίσι


Δεν επέστρεψα ακόμα αλλά μιας και το μανιτάρι με έκραξε, ορίστε και η συνέχεια του ταξιδιού. Αύριο τελειώνουν οι εξοχές, τα λουλουδάκια και οι ευωδιές και γυρνάμε στο άστυ. Τα κεφάλια μέσα…
Παρίσι!! Ήταν η πρώτη φορά που είδα το Παρίσι (αλλά και η τελευταία). Για μένα λέω, όχι για την ταινία με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ.
Φτάσαμε πρωί σ’ έναν από τους σιδηροδρομικούς σταθμούς του Παρισιού αλλά και να με βασανίσετε αποκλείεται να θυμηθώ ακριβώς σε ποιον. Ίσως το Γκαρ ντυ Νορντ… Μετά πάντως κάνοντας βόλτες πέρασα από κανά δυο απ’ αυτούς που ήταν πολύ όμορφοι. Καμμία σχέση με το σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης ή ακόμα χειρότερα της Αθήνας. Πήραμε τηλέφωνο τον Αλέξη που θα μας φιλοξενούσε και ευτυχώς αυτή τη φορά κάποιος το σήκωσε, όχι σαν τα χαίρια μας στην Grenoble. Ο Αλέξης ήταν γνωστός της αδελφής μου, εγώ πρώτη φορά θα τον έβλεπα αλλά δεν μ’ ένοιαζε ιδιαίτερα. Το σημαντικό ήταν πως μπορούσαμε να μείνουμε στο σπίτι του και να κοιμηθούμε επιτέλους σε κρεβάτι μετά από τόσες μέρες ύπνου σε τρένο. Μας έδωσε οδηγίες και ρωτώντας και λίγο σε όσα γαλλικά μπορούσα ν’ ανασύρω από τη μνήμη μου και όσα αγγλικά καταλάβαιναν οι γάλλοι, φτάσαμε στο Port Royal. Ωραία γειτονιά, δίπλα στους κήπους του Λουξεμβούργου. Ωραίο και το σπίτι του Αλέξη. Ο οποίος μας είπε πως το βράδυ θα πήγαινε να μείνει στο σπίτι της καλής του οπότε το σπίτι του θα ήταν για πάρτη μας όσο θα μέναμε. Πολύ καλή ξήγα.
Ξεπεζέψαμε και βγήκαμε για βόλτα στους γύρω δρόμους –παρέα με τον Αλέξη- για να χαζέψουμε τη γειτονιά και τη λαϊκή αγορά που γινόταν εκεί, μιας και ο Αλέξης μας συμβούλεψε να ψωνίσουμε από κει που ήταν φτηνότερα, έτσι ώστε να έχουμε να τρώμε όλη τη βδομάδα που θα μέναμε στο σπίτι του. Με εντυπωσίασε η λαϊκή αγορά λοιπόν! Καμμία σχέση με ό,τι ήξερα από τις λαϊκές στην Ελλάδα. Υπήρχαν τα πάντα από φρούτα και ζαρζαβατικά αλλά καλοταχτοποιημένα στους πάγκους, στολισμένα και οι μανάβηδες δεν γκάριζαν για να πουλήσουν την πραμάτεια τους ούτε οι πελάτες γκάριζαν και παζάρευαν για καλύτερες τιμές. Ψωνίσαμε διάφορα που δεν τα θυμάμαι αλλά θυμάμαι αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση. Παντζάρια, αλλά χωρίς φύλλα, τεράστια και βρασμένα. Έτοιμα!!!! Ούτε θυμάμαι πόσα πήραμε, πάντως αρκετά για να κρατήσουν όλες τις μέρες που θα μέναμε εκεί μιας κι εγώ λατρεύω τα παντζάρια.
Το βράδυ μας ξενάγησε λίγο ο Αλέξης, πήγαμε και σε μια μπυραρία με παραδοσιακό (όπως μας είπε) μεζέ. Τσιπς και μύδια αχνιστά. Δεν ήταν και φτηνά για τα πενιχρά οικονομικά μας αλλά είμαστε large τύποι εμείς. Είχαμε εφόδια στο σπίτι, λιγόφαγες είμαστε, το ρίξαμε έξω το πρώτο βράδυ και πληρώσαμε 30 φράγκα για τις μπύρες και τα μύδια. Μετά τη μπυραρία, ο Αλέξης μας πήγε στο σπίτι, μας έδωσε τα κλειδιά, μας χαιρέτησε και δεν τον ξαναείδαμε.
Την άλλη μέρα ξεκίνησε η εξερεύνηση της πόλης. Το κόβαμε ποδαρόδρομο μέσα από τους κήπους του Λουξεμβούργο, φτάναμε στο κέντρο κι από κει και πέρα περπατούσαμε συνέχεια. Μια βδομάδα μείμαμε στο Παρίσι και μετρό πήραμε δύο φορές. Μια για να φτάσουμε στο παζάρι στο Γκλινιανκούρ κι άλλη μια γιατί μας έβαλε ο Βασίλης που είχαμε γνωρίσει στο τρένο και τον ξαναβρήκαμε στο Παρίσι, και στον οποίο φαινόταν αδιανόητο να γυρνάμε τέτοιες αποστάσεις με τα πόδια ακόμα και το βράδυ.
Στο Λούβρο πάντως δεν μπήκαμε. Με το που το είδα μου φάνηκε τεράστιο και είχα τόσο μαγευτεί από τους δρόμους της πόλης, που λυπήθηκα να χάσω έστω και μια μέρα βόλτες για να δω τη Τζοκόντα και τη Νίκη της Σαμοθράκης. Πήγαμε ομως στο Μπωμπούρ που ήταν καινούριο τότε. Το γυρίσαμε όλο, ήταν εντυπωσιακό αλλά πάλι δεν θυμάμαι τι είδαμε εκει μέσα. Το ξαναλέω, με είχαν μαγέψει οι δρόμοι, τα πάρκα, οι πλατείες, το ποτάμι. Ήταν και άνοιξη με καλό καιρό, που μυαλό για μουσεία και κουλτούρα; Φεύγαμε κατά τις 9 το πρωί από το σπίτι και μέχρι τις 11 το βράδυ που γυρνούσαμε ξεθεωμένες, περπατούσαμε με μικρές στάσεις σε πλατείες, σε πάρκα, στους πάγκους πάνω στις γέφυρες (τι ωραία που ήταν η Pont Neuve!!!). Κάναμε προσπάθειες να μη μας κλέψουν τα γυφτάκια που ήταν μανούλες στο ξάφρισμα, πίναμε κανέναν καφέ στα υπέροχα Καφέ του Παρισιού ή απλά την αράζαμε κάπου και κάναμε χάζι.
Στο χάζι επιδιδόταν κυρίως η μικρή γιατί εγώ έπρεπε να έχω τη μύτη μου βυθισμένη στο χάρτη για να βρίσκω που θα πάμε και πως. Έτσι βυθισμένη ήμουν, όταν κατεβαίναμε ένα δρόμο κοντά στην Pigalle και ξαφικά η μικρή μου είπε πως είμαι χαζή που δεν πήρα χαμπάρι τι γινόταν γύρω μας. Ε, δεν είχα πάρει τι να κάνω; Αφού έψαχνα τους δρόμους στο χάρτη… Όταν σήκωσα το κεφάλι μου, κατάλαβα πως βρισκόμασταν σε δρόμο με πουτάνες που κάθονταν ημίγυμνες σε εισόδους κι επειδή ήταν και μεσημέρι, μπορεί δίπλα να ψώνιζαν στο φούρνο ή στο μπακάλικο μαμάδες με παιδάκια χωρίς να τους κάνει εντύπωση το θέαμα. Τέτοιο σκηνικό δεν είχα ξανασυνατήσει κι εντυπωσιάστηκα. Μετά μπήκαμε να πάρουμε κάπου ένα σάντουιτς και μέχρι να παραγγείλω (εγώ φυσικά, η μικρή είπαμε δεν μίλαγε καμμιά γλώσσα πλην ελληνικών) τη βλέπω να έχει πιάσει κουβέντα (μη ρωτήσει κανείς σε τι γλώσσα, θα σας γελάσω) με δύο μυστήριους τύπους. Μας φορτώθηκαν λοιπόν τα παληκάρια, μου τους φόρτωσε και μένα η μικρή, στην αρχή για να συνεννοηθώ μαζί τους και μετά για να τους ξαποστείλω γιατί τους βαρέθηκε. Μου έκανε κάτι τέτοια αλλά έδειχνα ψυχραιμία εκεί στην ξενητιά. Στην Ελλάδα θα την είχα παρατήσει να τα βγάλει πέρα μόνη της.
Η ίδια μέρα πρέπει να ήταν που πήγαμε και βρήκαμε το Βασιλη που είχαμε γνωρίσει στο τρένο. Ο Βασίλης είχε πάγκο με κρέπες. Οικογενειακή επιχείρηση κι απ’ ότι μας είπε, οι περισσότεροι κρεπατζήδες και καστανάδες του Παρισιού ήταν έλληνες. Τον βρήκαμε στο πόστο του, μας κέρασε καφεδάκι στο διπλανό Καφέ μας γνώρισε στους φίλους του και μετά πήγαμε σ’ ένα τεράστιο Λούνα Πάρκ στη Βενσέν. Ωραία ήταν αν κι εγώ δεν το φχαριστήθηκα πολύ μιας και λόγω υψοφοβίας, ούτε στην τεράστια ρόδα ανέβηκα ούτε σ’ όλα εκείνα τα παιχνίδια που σε στιφογυρίζουν, σε γυρνάνε τα πάνω κάτω και σε χτυπάνε αλύπητα. Ακόμα όμως κι έτσι ήμουν με συμπαθητική παρέα και δεν είχα ξαναδεί τόσο μεγάλο λούνα πάρκ. Κάτι ήταν κι αυτό. Ο Βασίλης το βράδυ μας συνόδευσε ιπποτικά μέχρι την πόρτα μας, διότι του φαινόταν αδιανόητο και τρομερά επικίνδυνο να κυκλοφορούμε μόνες. Εμείς πάλι ούτε για μια στιγμή δεν νιώσαμε κίνδυνο, ίσως γιατί είχαμε άγνοια κινδύνου. Ποιος ξέρει;
Α, ναι! Ανεβήκαμε και στο πύργο του Άιφελ. Στο Λούβρο μπορεί να μην μπήκα αλλά το Παρίσι το χάζεψα από ψηλά, όλα κι όλα…
Όταν επέστρεψα οι φίλοι μου δεν το πίστευαν. «Καλά ρε συ» μου έλεγαν «μια βδομάδα βολόδερνες εκεί και δεν φιλοτιμήθηκες να δεις τη Μόνα Λίζα;». Τι να κάνω ρε παιδιά; Δεν την είδα…. Ήταν το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό και είχα ξεκινήσει πιστεύοντας πως δεν θα βγαίνω από τα μουσεία. Όταν έφτανα όμως κάπου το μόνο που ήθελα ήταν κυρίως να περπατάω και να «μυρίζω» τη ζωή των ανθρώπων, ν’ ανακατεύομαι μαζί τους παρά να χωθώ σ’ ένα μουσείο. Το κάνω πάντα αυτό από τότε. Όπου και να βρεθώ προηγείται το ανακάτεμά μου με τους ανθρώπους και έπονται τα μουσεία και οι καθεδρικοί.
Πάντως μια βδομάδα που ξεπατωθήκαμε στο περπάτημα, που περνάγαμε το βράδυ από το Καρτιέ Λατέν κι από στενάκια, που χωνόμασταν σ’ όποιο δρομάκι μας έκανε εντύπωση, κίνδυνο δεν νιώσαμε. Μπορεί και να ήταν θέμα τύχης.
Μετά από μια βδομάδα περπάτημα, φάγαμε και τις τελευταίες προμήθειες, παραδώσαμε τα κλειδιά στον Αλέξη και πήραμε το τρένο για το Βερολίνο.
UPDATE
Μετά το σχόλιο της ΟΘΠΚ θυμήθηκα άλλες δυο «σημαντικές» επισκέψεις. Στο Λούβρο μπορεί να μην μπήκα αλλά μια επίσκεψη στη Gαleries Lafayette την κάναμε. Θάμαξα η μικρή βαλκάνια κορασίς. Τα μόνα πολυκαταστήματα που ήξερα ως τότε ήταν ο Κατράντζος στη Θεσσαλονίκη και ο Λαμπρόπουλος. Ούτε καν στο Μινιόν δεν είχα μπει .. Τι να κλάσουν όμως αυτά, μπροστά στη Gαleries Lafayette!!! Ζαλίστηκα. Λεφτά δεν περίσσευαν ν’ αγοράσουμε τα θαυμαστά που βλέπαμε αλλά σπατάλησα κάποια από τα φράγκα που είχα για να πάρω ένα ζευγάρι εσπαντρίγιες μωβ και δυό ζευγάρια κάλτσες μέχρι το γόνατο, κι αυτές σε δύο αποχρώσεις του μωβ. Από τότε είχα τρέλα με το μωβ χρώμα (σαν γραφείο τελετών έλεγε η μαμά μου πως κυκλοφορώ). Στην Ελλάδα τότε οι εσπαντρίγιες υπήρχαν μόνο σε δυο τρία βασικά χρώματα και ούτε λόγος για τόσες αποχρώσεις στις κάλτσες. Τα φορούσα από τη μέρα που τα πήρα συνέχεια μέχρι που διαλύθηκαν. Κι έκανα και το κομμάτι μου πίσω στην Ελλάδα. Καμμιά φίλη μου δεν είχε τέτοιες κάλτσες και τέτοιες εσπαντρίγιες.
Η άλλη επίσκεψη ήταν στο παζάρι του Clignancourt. Κάτι σαν το Μοναστηράκι μου είχαν πει πως είναι αλλά τελικά καμμία σχέση. Ήταν τεράστιο και είχε μόνον πάγκους, όχι μαγαζιά. Κάναμε κι εκεί τα ψώνια μας. Ένα τεράστιο ινδικό, πολύχρωμο πανί, που το πήρα για να καλύπτω το φοιτητικό μου κρεβάτι και που δεν θυμάμαι που είναι πλέον. Το έχασα; Το χάρισα; Ποιος ξέρει…
Σαν τα επαρχιωτάκια κυκλοφορούσαμε μέχρι που μια κυρία μας έκραξε γιατί η αδελφή μου ,εντελώς μαλακωδώς, άνοιγε το πορτοφόλι της και έδειχνε στους πάντες σχεδόν το περιεχόμενό του. Κι έβγαλε πενηντόφραγκο (αυτή ήταν η πλούσια της παρέας, εγώ τα είπαμε … φτωχή συγγενής) για να πληρώσει κάτι που πήρε και ήταν πάμφτηνο. «Κρύψτε τα λεφτά σας» μας είπε «αν θέλετε να σας μείνουν». Τόσο μας έκοβε. Ευτυχώς που μας λυπήθηκε η γυναίκα.