πρόβα χορωδίας


Άλλη μια 17η Νοέμβρη έρχεται κι άλλη μια γιορτή στο σχολείο ετοιμάζεται. Δεν την έχω αναλάβει (για τους αμύητους, τις σχολικές γιορτές αναλαμβάνουν να τις διοργανώσουν κάποιοι καθηγητές) αλλά είπα να βοηθήσω τις συναδέλφισσες που την ανέλαβαν στο κομμάτι της χορωδίας γιατί είχαν πνιγεί με όλα τα υπόλοιπα που ετοίμαζαν. Εννοείται πως δεν είμαι μουσικός, μόνο δυο τρεις μήνες πέρασα από Ωδείο προσπαθώνας να μάθω κλασική κιθάρα στα νιάτα μου αλλά δεν είχα την υπομονή, είχα και διάβασμα για τις εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο και τα παράτησα. Αυτό που έχω είναι καλό αυτί και μια σχετικά καλή φωνή οπότε ήμουν μια κάποια λύσις για τη χορωδία. Επιλέξαμε τα τραγούδια να ταιριάζουν με την περίσταση κι αρχίσαμε πρόβες στα κενά μου με μερικές μαθήτριες. Τα αγόρια σπάνια μπαίνουν σε τέτοιες διαδικασίες. Προς μεγάλη μου έκπληξη γνώριζαν τα περισσότερα τραγούδια (πιθανόν από προηγούμενες γιορτές), δεν είχαν ακούσει ποτέ το «Για τη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ» (και τώρα που το σκέφτομαι κανένα δεν ρώτησε τι είναι αυτό το ΕΦΕΕ…). Για να το μάθουν λοιπόν, ανοίξαμε κάποια στιγμή τον υπολογιστή και πήγαμε στο youtube να το ακούσουμε για να δουν αν μπορούν να το μάθουν στο λίγο χρόνο που είχαμε. Το ακούσαμε, τους άρεσε, προσπαθήσαμε να το βγάλουμε και μετά συνεχίσαμε με τα υπόλοιπα που τα ήξερα, ένα από αυτά και ο «Λεβέντης» του Θεοδωράκη. Πάνω που προβάτραμε το «Λεβέντη» μου λένε:

  • Κυρία, υπάρχει μια πολύ ωραία διασκευή, πιο μοντέρνα, του «Λεβέντη», αυτού ντε που σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα, από ένα συγκρότημα που λέγεται Cosa Mostra.

Εγώ δεν ήξερα την ύπαρξή του αλλά επειδή μ’ αρέσει να μαθαίνω ακούγοντας διάφορα και από το γιο, σκέφτηκα πως για να διασκευάσουν το συγκεκριμένο τρταγούδι ίσως είναι κάτι σαν τους Social Waste. Το βάλαμε λοιπόν και κάτι μου στράβωσε από την αρχή της εισαγωγής ακόμα. Όταν προχώρησε λίγο τους είπα πως αποκλείεται να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη διασκευή, τελείως πανηγυριώτικο ρε φίλε!! Στίχοι – μουσική καμία σχέση. Κάτι σε βαλκανικό ροκ να το πω; Δεν ξέρω…… Πιο γρήγορο τέμπο, ντέφια, βιολιά, κραυγές Ε! Ε! Ε!….. Κι εκεί που αναρωτιούνται «ποιος κατεβάινει σήμερα στον Άδη;» θα μπορούσαν άνετα ν’ αναρωτιούνται «ποιος παντρεύεται σήμερα κι έχει χαρές»

Δεν ξέρω, μπορεί να είμαι απλά μια κολλημένη γραία αλλά ό,τι και να είμαι νομίζω πως τουλάχιστον οι στίχοι πρέπει να έχουν σχέση με τη μουσική.

Ναι ρε φίλε, ο λεβέντης δεν μεμψιμοιρεί, περήφανος κατεβαίνει στον Άδη αλλά όπως και να το κάνουμε στον Άδη πάει, όχι στα μπουζούκια ή στο πανηγύρι του χωριού του να σύρει πρώτος το χορό.

 

ΥΓ. Έψαξα να δω ποιοι είναι αυτοί οι Cosa Mostra και είδα πως μας εκπροσώπησαν ως χώρα στην Eurovision  του 2013

Advertisements

Αμίρ


amir

Οι γονείς μου ήταν στο τσακ να φύγουν για Γερμανία λίγο πριν γεννηθώ. Τα 2 από τα 4 αδέλφια του μπαμπά ήταν ήδη εκεί. Δεν έφυγαν γιατί δεν έδιναν διαβατήριο στη μαμά, είχε γυρίσει βλέπετε από το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Αυτή η μικρή λεπτομέρεια με έκανε να γεννηθώ στη Θεσσαλονίκη κι όχι στην Köln ή στο Wuppertal που ζούσαν οι θείοι μου.
Σ’ όλο το δημοτικό είχα συμμαθητές που ζούσαν με τους παππούδες τους και περίμεναν να δουν τους γονείς το καλοκαίρι, για μερικές μέρες που έπαιρναν άδεια από τα γερμανικά εργοστάσια. Γεμάτη η Βόρεια Ελλάδα με παιδιά χωρίς γονείς αλλά όχι ορφανά.
Γιαυτό κι εγώ, όπως και η αρθρογράφος, είναι αδύνατον να καταλάβω πως διάολο οι κάτοικοι μιας χώρας που έσπειρε οικονομικούς αλλά και πολιτικούς μετανάστες σε όλη την υφήλιο, έφτασαν να συμπεριφέρονται έτσι.

Ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά


Χτες το βράδυ αργά χαζεύοντας ειδήσεις στο διαδίκτυο, είδα την είδηση για το δυστύχημα με την Πόρσε στην εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας. Με το που διάβασα τις πρώτες λεπτομέρειες φούντωσε μέσα μου το ταξικό μίσος. Ποιος ήταν αυτός ο κερτατάς σκεφτόμουν που παίρνει την Πόρσε και πέφτει με ταχύτητα αεροπλάνο πάνω σ’ ένα αυτοκίνητο και κάνει κάρβουνο μια νέα κοπέλα μ’ ένα μωρό; Αποκλείεται να είναι φτωχαδάκι, με Πόρσε μόνο κανένα κακομαθημένο κωλόπαιδο πλουσίας οικογενείας. Μετά διάβασα πως ήταν ο νεαρός γιος του mister Jumbo και τα μπινελίκια έπεφταν σαν το χαλάζι. Κωλόπαιδα, γόνοι γυφτοαστών που δεν χαμπαριάζουν και παίρνουν αθώες κοπέλες και μωρά στο λαιμό τους. Σκέφτηκα και κάποιες παλιές μου μαθήτριες που είχαν δουλέψει στο κάτεργο του μπαμπά του σαν σκλάβες για λίγα ψωροευρώ και έγινα θηρίο. Και δώστου μπινελίκι σύννεφο…..

Και μετά…. μετά σκέφτηκα τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Κι όλους αυτούς που την κατεβαίνουν και την ανεβαίνουν «πατημένοι» με 120 και δεν σταματάνε στα κόκκινα, αυτούς που οδηγούν κάτι χιλιάρια κωλοφτιαγμένα και νομίζεις πως έχουν βάλει στο στόχαστρο κάθε παππού ή γιαγιά ή μάνα με καροτσάκι πάνω στη διάβαση πεζών. Αυτούς που δεν είναι γιοι και κόρες του mister Jumbo αλλά του κυρ Θανάση του συνταξιούχου. Θυμήθηκα όλες τις φορές που άκουσα «μπαμ» κάτω από το σπίτι μου και βγήκα να δω τι έγινε και είδα κοπελίτσες να έχουν πάρει παραμάζωμα μηχανάκια και αυτοκίνητα στη διασταύρωση κάτω από το σπίτι μου. Χωρίς Πόρσε ή Λαμποργκίνι αλλά με Πεζό 106 και σμαρτάκια. Και θύμωσα ακόμα πιο πολύ, με όλους τους ανεύθυνους οδηγάρες όποιου γιοί και κόρες κι αν είναι.

Ο νεαρός mister Jumbo πλήρωσε άμεσα τη μαλακία που τον έδερνε, σπάνια αποδίδεται τόσο άμεσα  δικαιοσύνη  σ’ έναν φονιά. Γιατί, κακά τα ψέμματα, φονιάς αθώων ήταν και πλήρωσε την πράξη του με τη ζωή του και τη ζωή του φίλου του. Κι ο πατέρας του πλήρωσε τη δική του μαλακία, να αγοράζει Πόρσε στο κακομαθημένο του 24χρονο, θρηνώντας τον για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Δεν τους λυπάμαι κι ας χάθηκε ένας νέος άνθρωπος κι ο φίλος του, κι αυτός νέος, ας πρόσεχαν όλοι. Αυτοί που πραγματικά λυπάμαι βαθιά είναι ο δόλιος άνθρωπος που πήγε για κατούρημα κι έχασε την οικογένειά του  και η κοπέλα με το μωρό της. Το ίδιο, όμως, δεν λυπάμαι  και τους γιους και κόρες των κυρ Θανάσηδων που παίρνουν παραμάζωμα όποιον βρουν μπροστά τους οδηγώντας σαν μαλάκες. Αυτούς που βιάζονται να προλάβουν το ραντεβού τους με το Χάρο και παίρνουν, με το έτσι θέλω, μαζί τους όσους άσχετους μπορούν. Αυτοί τις περισσότερες φορές δεν πληρώνουν τόσο άμεσα για τις δολοφονίες τους, κι όταν πληρώνουν τη βγάζουν πάρα πολύ φτηνά.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά ξεφούντωσε το ταξικό μίσος και φούντωσε ο θυμός μου απέναντι στους μαλάκες καυλογκαζάκηδες, ανεξαρτήτως ταξικής προέλευσης. Το ταξικό μίσος το κρατάω για άλλες, πιο σοβαρές, περιπτώσεις που θα αφορούν συμπεριφορές λόγω τάξης κι όχι λόγω πηχτής μαλακίας.

4.1 μίλια και η Νορβηγία


Έβλεπα νωρίτερα το ντοκιμαντέρ της Δάφνης Ματζιαράκη “4.1 Μiles” που είναι υποψήφιο για Όσκαρ ντοκιμαντέρ μικρού μήκους. Το έβλεπα και έκλαιγα επειδή σε κάθε προσωπάκι μικρού αγοριού έβλεπα το προσωπάκι του Μπακραουάν μου, σε κάθε κοριτσάκι την Αλμπίν μου, έβλεπα τον Ομάρ στα μελαχρινά δεκάχρονα και σε κάθε γυναίκα τρελαμένη από το φόβο της μάνα τους, την αγαπημένη μου Σάλμα.

Η Σάλμα και τα παιδιά της έφυγαν προχτές και άφησαν ένα κενό στη ζωή μας. Δεν μπορώ να συνηθίσω πως από δω και πέρα δεν θα χτυπάει η πόρτα και με το που την ανοίγω να μπαίνει ένας σίφουνας από 3 πιτσιρίκια στο σπίτι. Να θρονιάζονται στον καναπέ και να ζητάνε να δουν Μίκυ Μάους στην τηλεόραση. Η Αλμπίν δεν θα ξανάρθει το Σαββατοκύριακο μ’ ένα βιβλίο παραμάσχαλα. Το έπαιρνε από τη βιβλιοθήκη του σχολείου της κάθε Παρασκευή για να της το διαβάσω και να ζωγραφίσει αυτό που της έκανε εντύπωση. Ούτε ο Ομάρ θα μου δείχνει τι ωραία που έμαθε να γράφει το όνομά του και διάφορα άλλα στο σχολείο Κωφών και να μου τα μαθαίνει στη νοηματική.

Θα μου λείψουν οι μεγάλες συζητήσεις μας με τη Σάλμα σε μια δικιά μας γλώσσα, με λίγα αγγλικά, λίγα ελληνικά, πολλή «νοηματική» και άπειρη διάθεση επικοινωνίας. Σ’ αυτή τη γλώσσα μου διηγήθηκε την ιστορία της και πολλά για τον τόπο της. Σ’ αυτή τη γλώσσα μου μίλησε για τις ελπίδες της, για το όνειρό της να γυρίσει στον τόπο της όταν τελειώσει ο πόλεμος, το όνειρο να δει το Κουρδιστάν ελεύθερο και ενωμένο και να δουλέψει για να γίνει καλύτερο.

Σήμερα περνάνε το δεύτερο βράδυ τους στη Νορβηγία, στο Όσλο. Θα κάνουν όμως έναν με δύο μήνες να βρεθούν οριστικά με το μπαμπά τους. Πρέπει να μείνουν πρώτα σ’ ένα καμπ, αυτή είναι η πολιτική των Νορβηγών για τους πρόσφυγες. Δεν έχω καταλάβει ακριβώς το λόγο, ιατρικές εξετάσεις ή κάτι άλλο, πάντως για αρκετό καιρό θα τους χωρίζει μια απόσταση 12 ωρών με τρένο από το μπαμπά τους. Τόσο απέχει το Όσλο από το Τροντχάιμ.

Στενοχωρέθηκα που τους έχασα ελπίζω όμως εκεί στο Βορρά να βρουν επιτέλους μια ήρεμη ζωή.

Στο παρακάτω λινκ μπορείτε να δείτε το ντοκιμαντέρ «4.1 μίλια»

http://popaganda.gr/4-1-miles-deite-to/

Στην Κατεχάκη


Σήμερα το πρωί βρέθηκα στην Κατεχάκη μαζί με δεκάδες πρόσφυγες που ζητούν άσυλο. Τι δουλειά, θα μου πείτε, είχε η αφεντιά μου εκεί; Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά…

asylou_2Από τον Ιούνιο μένει στο διπλανό διαμέρισμα μια οικογένεια κούρδων προσφύγων από τη Συρία, η Σάλμα με τα τρία παιδιά της. Εικοσιεννιά χρονών η Σάλμα, με τρία παιδιά ηλικίας 3, 6 και 10 χρόνων, ξεκίνησε πριν ένα χρόνο το μακρύ ταξίδι από τις κουρδικές περιοχές της Συρίας για την Ευρώπη. Ο άντρας της ήταν ήδη ενάμισυ χρόνο στη Νορβηγία και ξεκίνησε να τον βρει. Στην περιοχή τους μαίνεται ο πόλεμος και ως κούρδοι έχουν τριπλά προβλήματα καθώς τους κυνηγάει και το καθεστώς του Άσαντ και οι αντάρτες και ο ISIS ή DAESH όπως λέγεται σε κείνα τα μέρη. Ο άντρας της ο Μαχμούντ ήταν μανάβης και δούλευε μ’ ένα μικρό αυτοκίνητο σε τοπική λαϊκή αγορά. Ένα πρωί ξεκίνησε χαράματα για τη δουλειά αλλά δεν γύρισε. Έφαγαν τον κόσμο να τον βρουν και τελικά κατάφεραν να μάθουν πως τον είχαν απαγάγει οι DAESH οι οποίοι έχουν την εξής πρακτική. Απαγάγουν κάποιον και στέλνουν μήνυμα ζητώντας λύτρα. Αν η οικογένεια δεν τα δώσει βρίσκουν απλώς το κεφάλι του απαχθέντα στο κατώφλι τους «προς γνώσιν και συμμόρφωσιν» των υπολοίπων. Για να μη βρουν το κεφάλι του Μαχμούντ στο κατώφλι τους μάζεψαν από φίλους και συγγενείς το ποσό και το έδωσαν στους DAESH και τελικά ο Μαχμούντ γύρισε σπίτι του. Γύρισε αλλά δεν ξαναβγήκε. Σταμάτησε να τρώει, να κοιμάται, είχε φρικάρει εντελώς και δεν μίλησε ποτέ για όσα είδε και έπαθε τις μέρες της αιχμαλωσίας του. Ξανά οικογενειακό συμβούλιο, μίλησαν και με την αδελφή του που ήταν ήδη στη Νορβηγία και αποφάσισαν πως ο Μαχμούντ έπρεπε να φύγει πάση θυσία. Αυτό και έγινε, του έστειλε κάποια χρήματα η αδελφή του και ξεκίνησε. Ήταν από τους τυχερούς που πέρασε από την Ελλάδα πριν έρθουν τα μιλιούνια το 2015 και κατάφερε να φτάσει στη Νορβηγία όπου πήρε κάρτα εργασίας και παραμονής. Η Σάλμα έμεινε στην πόλη τους. Όταν άρχισαν συνεχείς βομβαρδισμοί ο μεγάλος γιος τους, σχεδόν ολότελα κωφός εκ γεννετής, φρίκαρε κι αυτός με τη σειρά του αφού παρ’ όλο που δεν άκουγε τις βόμβες τις ένιωθε αλλά δεν μπορούσε ν’ ακούσει τα καθησυχαστικά λόγια της μάνας του. Όπως και ο πατέρας άρχισε τώρα κι ο γιος να έχει εφιάλτες και να μη τρώει κι έτσι η Σάλμα αποφάσισε να πάρει κι αυτή το δρόμο της προσφυγιάς με τα τρία μικρά παιδιά της. Ξανά έρανος στην οικογένεια για να βρεθούν τα χρήματα. Ξεκίνησε χωρίς να πει τίποτε στον Μαχμούντ, πέρασε περπατώντας με τα πιτσιρίκια στις κουρδικές περιοχές του Ιράκ, έμεινε περίπου 10 μέρες σ’ ένα καμπ και μετά πέρασε με τα πόδια στην Τουρκία. Πάλι σε καμπ και μετά στριμωγμένη αυτή και τα παιδιά μαζί με δεκάδες άλλους σε φορτηγό μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Εκεί αναμονή μερικές μέρες και με λεωφορείο έφτασε στη Σμύρνη. Αυτό είναι το δρομολόγιο που ακολουθούν οι κάτοικοι των κοπυρδικών περιοχω΄ν, από τα μέρη κοντά στο Χαλέπι περνάνε από άλλο δρόμο στην Τουρκία αλλά και πάλι η Πόλη είναι υποχρωτικός προορισμός πριν να φτάσουν στα παράλια.

Τέσσερις φορές μπήκε σε βάρκα για να φτάσει στη Χίο, τις τρεις γύρισαν πίσω και την τέταρτη τα κατάφεραν αλλά αναγκάστηκαν να πετάξουν όλα τα πράγματά τους στη θάλασσα για να μη πνιγούν. Μαζί με τα ρούχα τους έφτασαν στον πάτο του Αιγαίου και τα βιβλιάρια υγείας των παιδιών, μικρό το κακό…. Στη Χίο έφτασαν το Μάρτη, λίγες μέρες μετά τη συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας, αν δεν είχαν το μπαμπά στη Νορβηγία τώρα δεν θα είχαν ελπίδα να φτάσουν στη εκεί ή όπου αλλού. Ευτυχώς δεν έκαναν αίτηση για relocation αλλά για reunification. Στη Χίο έμειναν δύο μήνες στο καμπ της ΒΙΑΛ. Εκεί κόντεψε να τρελαθεί η φίλη μου, κοιμόταν κάτω σ’ ένα διάδρομο, σε κοινή θέα και με τον κόσμο να περνάει σχεδόν από πάνω τους με τα τρία παιδιά. Σύριοι, κούρδοι, αφρικανοί, πακιστανοί και ιρακινοί όλοι αντάμα. Οι μισές φυλές να αντιπαθούν και να σιχαίνονται τις άλλες μισές ( η Σάλμα δεν θέλει ν’ ακούει για αφγανούς και πακιστανούς), λίγο το φαγητό, το νερό, τα πάντα. Το νερό κρύο και να προσπαθεί να πλύνει τα παιδιά κι αυτά να τσιρίζουν, ο μεγάλος με το πρόβλημα της κώφωσης, η ίδια η Σάλμα σε απελπισία πλέον. Στο τέλος τα παιδιά έπιασαν ψείρες και αναγκάστηκε τα κουρέψει με την ψιλή και να κόψει τα μακριά μαλλιά της Αλμπίν που ακόμα το θυμάται και στενοχωριέται. Τελικά τη βρήκαν εκεί κάποιοι από το UNHCR και σε συνεργασία με τη Μ.Κ.Ο. PRAXIS τους έφεραν στην Αθήνα και στο διπλανό μου διαμέρισμα. Στην Κατεχάκη πήγαινε η Σάλμα για το θέμα του reunification. Την προηγούμενη Πάμπτη μου χτύπησε το κουδούνι και κλαίγοντας και γελώντας μου είπε πως την πήραν από την Κατεχάκη και της έκλεισαν ραντεβού για σήμερα το πρωί στις 9 να πάνε όλοι μαζί να πάρουν τα χαρτιά τους. Αυτό σήμαινε πως όλα θα τελειώναν εδώ και σε λίγο καιρό θα έφευγαν για τη Νορβηγία. Εδώ να πω ότι η Σάλμα δεν ξέρει αγγλικά κι εγώ δεν έχω ιδέα από κουρδικά ή αραβικά αλλά έχουμε βρει τον τρόπο να κουβεντιάζουμε για ώρες. Λίγες λέξεις αγγλικά, λίγες ελληνικά και πολύ «νοηματική», τώρα πλέον μας κάνει τον διερμηνέα και η μικρή της που πάει στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς από τον Οκτώβρη και μιλάει ήδη πολύ καλά ελληνικά.

Κι έτσι, μαζί με τη Σάλμα βρέθηκα το πρωί στην Κατεχάκη. Σκέφτξηκα να πάω μαζί της, να μην είναι μόνη της με τα τρία πιτσιρίκια κι αν μπορέσω να μπω μαζί της να συνεννοηθώ παρ’ όλο που υπάρχουν διερμηνείς εκεί. Το ραντεβού της ήταν για τις 9 το πρωί, φτάσαμε εκεί γύρω στις 9 παρά. Ψοφόκρυο και κόσμος μαζεμένος. Κάποιοι περίμεναν μέσα από το κάγκελο σε σειρ΄λα και οι υπόλοιποι έξω χωρίς σειρά. Τουρλουμπούκι που στριμώχνονταν στη μικρή πόρτα. Δεν έβλεπα κάποιον να ρωτήσω τι γίνεται, υπήρχε μια ανακοίνωση στα αγγλικά κολλημένη στα κάγκελα «Relocation is relocateded, διεύθυνση κάπου στον Άλιμο» αλλά πόσοι ήξεραν αγγλικά για να τη διαβάσουν; Ερχόταν συνεχώς καινούριοι που προσπαθούσαν να χωθούν πατώντας τους μπροστινούς στην πόρτα. Κάποια στιγμή εμφανίστηκαν δύο αστυνομικοί προσπαθώντας να πείσουν τον κόσμο να ανοίξει διάδρομο γαι να βγουν κάποιοι, κανένας δεν κουνήθηκε ρούπι. Αυτοί οι κάποιοι όμως βγήκαν και μόνο που δεν πάτησαν στα καρότσια με τα μωρά που στριμώχνονταν ανάμεσα στον κόσμο. Άρχισαν να τσιρίζουν τα μωρά, η δικιά μας η μικρή φρίκαρε κι άρχισε να κλαίει και να μου φωνάζει να τη βγάλω έξω αλλά που να την πήγαινα; Αν προχωρούσε η μάνα της και χώριζαν πως διάολο θα την έβαζα μέσα; Ο κόσμος ήταν φρικαρισμένος αλλά φρικαρισμένοι και οι δυο τρεις αστυνομικοί που ήταν εκεί και προσπαθούσαν να τους πείσουν να μπουν σε μια σειρά για να μη ποδοπατηθεί κανείς. Πάνω στο χαμό είδα τη Σάλμα να αγριοκοιτάζει μια δυο φορές έναν τύπο πίσω της και νόμισα πως το έκανε επειδή κόντευε να πατήσει τη μικρή. Αμ δε…. Κάποια στιγμή γυρνάει, τον κοιτάζει άγρια και χωρίς φωνές βάζει το χέρι της στο στήθος του και τον σπ΄ρωχνει σταθερά και με δύναμη καμμιά τριανταριά εκατοστά. «Εκεί» του είπε κι αυτός δεν κουνήθηκε, ήταν τελικά ο εφαψίας που κρύβεται σε κάθε σειρά ανθρώπων που στριμώχνονται. Κάποια στιγμή έγινε ένα μεγάλο στριμωξίδι και το «κύμα» πήρε τη Σάλμα με τον μικρούλη που τον είχε αγκαλιά κι έμεινα εγώ με τα δύο μεγαλύτερα να προσπαθώ να πείσω τον αστυνομικό να τα  αφήσει να φτάσουν στη μαμά τους. Κάποια στιγμή τα έχωσα ανάμεσα στον κόσμο και την έφτασαν, ρώτησα τον αστυνομικό αν μπορούσα να μπω κι εγώ μαζί τους μέσα «μπες αν θέλεις να πας φυλακή» μου απάντησε αγριεμένος αλλά λίγο μετά χαλάρωσε κάπως και μου είπε πως είναι από τις 5 το πρωί εκεί προσπαθώνας να βάλει τον κόσμο σε μια σειρά. Για να πω την αλήθεια σκεφτόμουν κι εγώ πως δεν γίνεται δουλειά με τέτοιο τουρλουμπούκι, αν κρατούσαν μια σειρά από την αρχή δεν θα τρώγαμε μισή ώρα διαπραγματεύσεις και ποδοπάτρημα για να ανοίξει η πόρτα. Κάποια στιγμή κατάφερε να μπει η Σάλμα και τα μωρά μέσα, της φώναξα πως θα την περιμένω αλλά μετά από λίγο ήρθε στο κάγκελο και μου είπε να φύγω γιατί θα έπαιρνε πολύ ώρα και δεν είχε νόηγμα να κάθομαι στην παγωνιά αφού δεν υπήρχε περίπτωση να με αφήσουν να μπω μέσα.Έφυγα σκεπτόμενη πως είμαστε κι εμείς το χάλι μας αλλά είναι και όλοι αυτοί που περίμεναν, άντρες κυρίως, που δεν θα είχαν ενδοιασμό να πατήσουν τα μωρά για να μπουν πριν απ’ αυτά μέσα.

Περίμενα πως η Σάλμα θα επέστεφε σπίτι μέχρι τις 2 το μεσημέρι αφού μπήκε στην αυλή της Κατεχάκη γύρω στις 10 το πρωί αλλά γελάστηκα. Έφτασε σπίτι κατά τις 16:30 και μου χτύπησε την πόρτα. Παγωμένη, κατακουρασμένη, με το μωρό να κοιμάται στην αγκαλιά της και χωρίς να έχει κάνει κάτι. Τσάτρα πάτρα μου έδωσε να καταλάβω πως περίμενε μέχρι τις 15:00 εκεί έξω στο κρύο, με τα παιδιά παγωμένα και πεινασμένα να κλαίνε και να γκρινιάζουν, για να μάθει πως αυτή που χειρίζεται την υπόθεσή της είναι σε άδεια και δυστυχώς δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί σήμερα!!!!

Ρε μάγκες εκεί στην Κατεχάκη, έφυγα το πρωί σκεπτόμενη πως έχετε κι εσείς τα δίκια σας και πως ζορίζεστε και σεις με τόσο κόσμο που δεν μπορεί να μπει σε σειρά για να τελειώνει πιο γρήγορα αλλά τώρα που γύρισε η Σάλμα μου το χαλάσατε. Να μπει ο κόσμος σε μια σειρά και να μη ποδοπατιούνται σαν βάρβαροι, ούτε εμένα μου άρεσε η εικόνα που είδα, αλλά τι να την κάνουν τη σειρά όταν περιμένουν υπομονετικά ( η Σάλμα είναι από τους πιο ευγενικούς και διακριτικούς ανθρώπους που έχω συναντήσει) για να τους πείτε μετά από τόσες ώρες στην παγωνιά «Λυπόμαστε αλλά δεν θα εξυπηρετηθείτε σήμερα διότι η υπάλληλος είναι σε άδεια, ελάτε πάλι αύριο….». Αφού η υπάλληλος θα έπαιρνε άδεια γιατί δεν ειδοποιήσατε τηλεφωνικά τα ραντεβού της να μην έρθουν; Τόσος κόπος είναι;

So long Leonard !


songs_of_leonard_cohenxΦθινόπωρο 1978. Κατεβαίνω από τη Θεσσαλονίκη στην Πάτρα για σπουδές, δεν έχω κλείσει καν τα 18, προσπαθώ να το παίξω μεγάλη και νομίζω πως στ’ αλήθεια είμαι, κόβω βόλτες δώθε κείθε προσπαθώνας να καταλάβω που βρίσκομαι. Για τις 17 Νοέμβρη ανεβαίνω τρέχοντας στη Θεσσαλονίκη και κατεβαίνω συστημένη να βρω τον Κοσμά που μου έχει μιλήσει γιαυτόν η Μαριάννα. Δευτεροετής, τότε, ο Κοσμάς στο Μαθηματικό κάτι θα βρίσκαμε να πούμε. Τη φάτσα του την ήξερα, τον είχα δει να μιλάει σε μια συγκέντρωση υποψήφιων από τη Θεσσαλονίκη που ζητούσαμε ειδική μεταχείριση λόγω του σεισμού. Εκείνο το καλοκαίρι εμείς οι υποψήφιοι από τη Θεσσαλονίκη διαβάζαμε για τις εξετάσεις, που τότε ήταν τον Αύγουστο, σε αντίσκηνα.
Συνέλευση στο αμφιθέατρο, εντοπίζω τον Κοσμά παρέα με δύο άλλους. Πλησίασα, τους μίλησα και μετά φύγαμε όλοι μαζί για την ταβέρνα με την αυλίτσα στην Αράτου ψηλά. Χάλια το φαγητό αλλά φτηνή με ωραία αυλή. Τρώγαμε και πίναμε κι αυτοί οι τρεις σχολίαζαν ό,τι θηλυκό κυκλοφορούσε στο πανεπιστήμιο, δεν ήταν και πολλά άλλωστε. Τους άκουγα και σκιαζόμουν όλο και περισσότερο με το πέρασμα της ώρας. Με πήγαν σπίτι και μου είπαν να περάσω την άλλη μέρα να τους δω. «Σιγά μη περάσω για να με περάσετε και μένα γενεές 14…» σκέφτηκα… και δεν πέρασα. Μετά δυο τρεις μέρες χτύπησε το κουδούνι στο σπίτι μου και τους είδα και τους τρεις μαζί στην πόρτα. «Σε περιμέναμε, γιατί δεν φάνηκες;» μου είπαν και τους απάντησα με ειλικρίνια πως φοβήγθηκα με όσα άκουσα να λένε στο ταβερνάκι. Γέλασαν και μου απάντησαν πως για να με καλέσουν στο σπίτι τους είχα περάσει τα τεστ. Από εκείνη τη μέρα και σχεδόν για ολόκληρο εκείνο το χειμώνα γίναμε αυτοκόλλητοι οι τέσσερίς μας. Όπου έβλεπες τον έναν ήσουν σίγουρος πως κάπου εκεί γύρω θα είναι και οι άλλοι.
Στο σπίτι τους άκουγαν πολύ μουσική κι ο Κοσμάς έπαιζε κιθάρα, τύμπανα και φυσαρμόνικα. Όταν πήγαινα εκεί εννοείται πως δεν έφευγα, η Αγυιά ήταν μακριά και εκείνα τα χρόνια οι φοιτητές δεν είχαν αυτοκίνητα και μηχανάκια, τα δε λεωφορεία είχαν το τελευταίο δρομολόγιο το πολύ στις 22:30. Ο μόνος τρόπος για να επιστρέψω στην Πάτρα από την Αγυιά ήταν να το κόψω με το πόδι μέσα στη νύχτα. Με κοίμιζαν λοιπόν στο σπίτι τους και με πρόσεχαν, κάτι σαν τη Χιονάτη στο σπιτάκι των νάνων ένιωθα, αν και δεν τους έλεγες ακριβώς νάνους. Μαζί τους έμαθα πάρα πολλά πράγματα για μουσική, αγάπησα μουσικούς και συγκροτήματα που δεν είχα ξανακούσει. Πρωτάκουσα στο σπίτι της Αγυιάς τους Talking Heads, τη Rickie Lee Jones και την Joni Mitchel, τους Van Der Graaf Generator, τους Gong, τους Genesis, τον Alan Parson και τους Dire Straits και άλλους πολλούς. Μια από τις πρώτες φορές που πήγα σπίτι τους μπήκε στο πικάπ ένας δίσκος, δεν θυμάμαι…. ο Κοσμάς τον έβαλε  ή ο Τζόε; Αυτό που θυμάμαι είναι πως μαγεύτηκα και πως , από κει και πέρα, ήξερα ότι μπορούσα να τον ακούω όλη μέρα. Από κείνο το βράδυ και μετά ήταν πάρα πολλά τα βράδια που μου έκανε παρέα ο Leonard Kohen. Ο δίσκος ήταν φυσικά το Songs of Leonard Cohen (1967).

So long Leonard !

Κοσμά, Τζό και Ηλία, ήσασταν οι καλοί μου μάγοι τότε

Έχει διαφορά το δωρεάν από το τζάμπα;


Διαβάζω το παρακάτω στα αιτήματα του συντονιστικού των μαθητών Αθήνας που καλούν σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις:

«Το υπουργείο και η κυβέρνηση να εξασφαλίσουν ΤΩΡΑ χρηματοδότηση για να λειτουργήσουν κανονικά τα σχολεία μας. Να αντιμετωπιστούν τα κενά, οι ελλείψεις σε καθηγητές, να δοθούν λεφτά για αναλώσιμα, υποδομές και ό,τι άλλο χρειάζεται για να λειτουργήσουν τα σχολεία μας.
Ούτε 1 ευρώ από την τσέπη των γονιών μας για τη μόρφωσή μας.»

Εγώ πάντως σκέφτομαι  πως αν ξανασπάσουν τις πόρτες και τα παράθυρα στο σχολείο, θέλω να καλέσω τους γονείς τους και να τους ζητήσω να τις πληρώσουν. Όχι μόνον ένα ευρώ από τις τσέπες των γονιών τους αλλά όσα ευρώ χρειαστούν. Διότι καλό είναι να απαιτείς από την πολιτεία δωρεάν παιδεία, υποδομές, βιβλία και αναλώσιμα αλλά πρέπει να ξέρεις πως έχεις την υποχρέωση και να τα σέβεσαι. Δεν γίνεται να φτιάχνονται οι πόρτες κάθε χρόνο, να μην έχει περάσει ούτε μήνας από την αρχή της χρονιάς και να έχουν βγει από τη θέση τους και τα κουφώματα. Δεν γίνεται να μη σέβεσαι το βιβλίο που σου δίνουν και να το χάνεις ή να το πετάς και να απαιτείς να σου δίνουν καινούριο κάθε φορά. Το έχασες ή το πέταξες; Πουλάνε στα βιβλιοπωλεία, δώσε τα 6 ή τα 8 ευρώ και ξαναπάρτο. Το κράτος σου το έδωσε, πρόβλημά σου αν το έχασες. Κι αν δεν υπάρχουν φράγκα στην οικογένεια, έπρεπε να το σκεφτείς πολύ καλύτερα πριν το χάσεις.
Διότι υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο ΔΩΡΕΑΝ και στο ΤΖΑΜΠΑ κι εγώ βαρέθηκα να χαϊδολογάμε τα παιδιά μη τυχόν και τους δημιουργήσουμε παιδικά τραύματα και μ’ αυτόν τον τρόπο να φτάνουν, τελικά, να γίνονται ανώριμοι και ανεύθυνοι ενήλικες.