Ο συνεταίρος του Διαβόλου


ελεύθερος δικτυογράφος

illuminati

Ξέχνα για λίγο τη μιζέρια και την απογοήτευση των ημερών, και προσπάθησε να φανταστείς ότι στέκεσαι στην κορυφή της πυραμίδας.

Προσπάθησε να φανταστείς ότι είσαι ο ταξικός εχθρός προσωποποιημένος. Δεν μιλάω για μάνατζερ που κερδίζουν με το ζόρι εκατό χιλιάρικα το χρόνο, ούτε καν για κάποιους γιατρούς και δικηγόρους που καθαρίζουν τα δεκαπλάσια και αφορολόγητα. Αυτοί είναι μικρά ψάρια. Το πολύ-πολύ να καταλήξουν να γίνουν τίποτα βουλευτές από ψώνιο, ελπίζοντας να βγάλουν κάνα εκατομμύριο παραπάνω από μίζες. Ασήμαντοι.

Όχι, εσύ είσαι μεγαλοεργολάβος, εφοπλιστής, τραπεζίτης, ιδιοκτήτης της δικής σου πετρελαϊκής εταιρείας, εφημερίδας και ποδοσφαιρικής ομάδας. Και δεν χρειάζεται καν να είσαι Έλληνας, αφού το χρήμα δεν γνωρίζει σύνορα. Μπορεί να είσαι κάλλιστα Γερμανός, Ελβετός, Γάλλος, Αμερικάνος, Ρώσος, Άραβας ή ακόμα και Κινέζος. Με το δικό σου hedge fund, τη δική σου off shore, επενδυτικό χαρτοφυλάκιο με σοβαρά ποσοστά μετοχών στις πιο κερδοφόρες πολυεθνικές του κόσμου, ιδιωτικά τζετ, νησιά και πίνακες ζωγραφικής που ανάθεμα κι αν σε νοιάζει τι σκατά…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.108 επιπλέον λέξεις

Advertisements

Ζόρια


Προσπαθώ να δω το μεγάλο κάδρο. Σίγουρα δεν μπορώ να το δω ολόκληρο και σίγουρα υπάρχουν στοιχεία που δεν θα τα μάθουμε ποτέ.
Σ’ αυτό όμως υπάρχουν:

  • Η γεωπολιτική θέση της χώρας μας.
  • Ο καυγάς για τον έλεγχο και την εξουσια στην Ευρώπη ανάμεσα σε Γερμανούς- Αμερικάνους
  • Οι δηλώσεις των Τούρκων
  • Οι συρράξεις στη Μέση Ανατολή και τα καραβάνια προσφύγων που φτάνουν εδώ
  • Η περιοδεία της φράου στα Βαλκάνια αυτές τις μέρες
  • Οι προσπάθειες των Γάλλων να δείξουν πως δεν είναι αδύναμοι και τσιράκια των Γερμανών
  • Η κουλτούρα των γερμανών που δεν θ’ αφήσουν κανένα να τους πάρει τον έλεγχο με όποιο τίμημα κι αυτό το τελευταίο είναι αυτό που με τρομάζει.

Πριν κοντά 70 χρόνια τα έκαναν Κούγκι, τους νίκησαν οι υπόλοποι, τους «συγχώρεσαν» και τους έδωσαν την ευκαιρία να σταθούν στα πόδια τους. Ήταν η δεύτερη φορά που τα έκαναν μπουρδέλο. Ελπίζω να μην υπάρξει και τρίτη μέσα σ’ εκατό χρόνια. Σίγουρα πάντως δεν θέλουν απλώς να μας επιβληθούν αλλά να μας συντρίψουν.
Οπότε με όλα αυτά στο κάδρο, μου είναι εξαιρετικά δύσκολο ν’ αρχίσω τα αναθέματα

Δημοψήφισμα


supermarketΣάββατο, 27 Ιουνίου 2015. Τις πρώτες πρωινές ώρες ο Τσίπρας έκανε διάγγελμα και εξήγγειλε δημοψήφισμα. Και μετά έγινε ο χαμός στο διαδίκυο. Στις 3 το πρωί, στην Εθνική της γειτονιάς μου είχε 15 άτομα ουρά να περιμένουν στο ΑΤΜ, μια γυναίκα κατέφτασε με ταξί και στήθηκε στην ουρά. Στην Πειραιώς μόνο 2-3. Κοιμήθηκα αργά χαζεύοντας τις πρώτες αντιδράσεις. Ξυπνάω με τηλέφωνο από τη μαμά, μετά από την αδελφή. Ανησυχούν….

Είναι Σάββατο πρωί, θέλω να βγω να πάω σούπερ μάρκετ και λαϊκή όπως κάνω κάθε Σάββατο και το σκέφτομαι….. Πόση ώρα θα πρέπει να περιμένω στο ταμείο για 2 μπουκάλια γάλα, γιαούρτια και τυρί;

Τελικά το αποφασίζω. Βγαίνω από το σπίτι φορτωμένη με τα σκουπίδια για τον κάδο, μια σακούλα για τον κάδο ανακύκλωσης και μέσα στο καρότσι λαϊκής μια τσάντα με τα χαρτιά για ανακύκλωση. Πετάω τα σκουπίδια και πρώτη στάση στο φαρμακείο.
-καλημέρα….
με χαμόγελο, όλα καλά;
– άσε, μου έχουν πάρει το κεφάλι από το πρωί, δεν φαντάζεσαι τι έχω ακούσει!!!
για πες κανένα προσωπικό συ γκάλοπ. Ναι ή όχι λέει ο λαός;
– 50-50. Οι ηλικίες μέχρι τα 50-55 ψηφίζουν ΟΧΙ, οι μεγαλύτεροι ΝΑΙ. Εσύ που πας;
– Σαββατιάτικα ψώνια ρε, ό,τι κάνω κάθε Σάββατο.
– Άντε γρήγορα μη σε πιάσει καμμιά βροχή.
Πετάω και την ανακύκλωση και σέρνοντας το καρότσι ξεκινάω για τη γύρα στη γειτονιά…

Πρώτη στάση στο χασάπη, όλα κανονικά. Δυο τρεις πελάτες ψωνίζουν τα συνηθισμένα. Πάω δίπλα στο μαγαζί με τα χύμα όσπρια και ρύζια και μπαχαρικά και ξηρούς καρπούς που έχει ανοίξει εδώ και κανένα χρόνο, έχει πολύ καλά προϊόντα και μ’ έχει κάνει πελάτη σταθερό. Ζητάω 2 κιλά ρύζι και μισό κιλό φυστίκια. Πέφτει το πρώτο γέλιο. Χαμός από το πρωί με το ρύζι, κοντεύει να μείνει από προμήθειες η γυναίκα….. Βρήκα κι εγώ μέρα να θέλω να πάρω ρύζι….. Τα φυστίκια τα έχουν γράψει στ’ αρχίδια τους, κανείς δεν ψωνίζει φυστίκια.
Παίρνω το δρόμο για σούπερ μάρκετ. Περνάω μπροστά από το ψαράδικο της γειτονιάς. Οι πάγκοι άδειοι, μόνο ένα τελάρο με λίγα ψάρια από 2-3 είδη.
– καλημέρα, τι έγινε; Στα πήραν όλα; λέω στη ψαρού
– άστα, μη τα συζητάς..
– καλά ρε, τα ψάρια δεν κρατάνε πολύ!!
– θα τα βάλουν στη κατάψυξη!!!
Να πληρώσεις την τσιπούρα και το γάβρο φρέσκα για να τα φας κατεψυγμένα το λες και μαλακία…..
Τα ψάρια τα κατεψυγμένα αγαπητοί μου εξυπνέλληνες, καταψύχονται σε βαθιά κατάψυξη αμέσως μόλις ψαρευτούν. Τα δικά σας, αυτά που «θερίσατε» από το ψαράδικο, είναι ψαρεμένα τουλάχιστον δυο τρεις μέρες πριν και το ψυγείο σας δεν είναι βαθείας καταψύξεως.

Στο δρόμο πετυχαίνω μια γνωστή, σχολική φύλακας την ξέρω από τους δρόμους. Κοντοστέκομαι και τα λέμε λιγάκι και ξαφνικά ορμάει πάνω μας μια κυρία πανικόβλητη.
– που έχει εδώ κοντά μηχάνημα τράπεζας;
– έχει δυο τρία στην Αλεξάνδρας, της λέει η γνωστή μου
– έχει ουρές ατέλειωτες, δεν θα προλάβω να πάρω χρήματα!!!
Τη στέλνουμε στην Πλ. Γκύζη, χαιρετιόμαστε και συνεχίζω γεμάτη απορία για το τι θ’ αντικρύσω βγαίνοντας στην Αλεξάνδρας.
Πολύ ήθελα να την τρολάρω και να της πω ότι δεν θα βρει τίποτε στα μηχανήματα γιατί τα σήκωσα όλα εγώ από παντού.
Στο φανάρι της Αλεξάνδρας μια κοπέλα μιλάει στο τηλέφωνο
-νταξ ντε, ας χρεωκοπήσουμε, τι να γίνει τώρα; Όλοι μαζί θα χρεωκοπήσουμε ό,τι όλοι κι εμείς!!!
Κάτι της λένε και ξαφνικά φωνάζει
– Έλεος ρε μάνα, ηρέμησε λέμε!!! Το πολύ πολύ θα πάμε στο χωριό να βαλουμε μαρούλια στον κήπο, άσε με ήσυχη!!!
Χαμογελάω, γυρνάει και με κοιτάζει
– Κοντεύει να τρελαθεί και να με τρελάνει
– Αργά σε πήρε, της απαντώ, η δική μοιυ με πήρε από το πρωί.
Ανάβει πράσινο και η κοπέλα φεύγει τρέχοντας και γελώντας
Περνάω από το Μαρινόπουλο, δεν βλέπω τεράστιες ουρές στα ταμεια αλλά δεν βλέπω και καμμιά προσφορά της προκοπής και αποφασίζω να την κάνω για ΑΒ.
Εκεί μια διαφορετική κατάσταση από το κανονικό Σάββατο, πολλά καρότσια που έχω να τα δω μήνες. Όχι πολύς λαός αλλά καρότσια, πολλά καρότσια. Παίρνω τυρί και πάω προς τα πάνω, τα μακαρόνια θα μου δείξουν τι παίζει. Όλως παραδόξως τα ράφια με τα ζυμαρικά δεν είναι άδεια, παίρνω δυο πακέτα φιογκάκια (αυτά παράγγειλε το τέκνο). Η εκπληξη είναι στα κωλόχαρτα, τα σάρωσαν ρεεεεεεεεεεε….
Παίρνω ό,τι είναι να πάρω, τσιμπάω και κάτι οδοντόκρεμες προσφορά. Γάλατα, τυριά, γιαούρτια, όλα κανονικά. Οδεύω προς το ταμείο, μπροστά μου μια οικογένεια με καρότσι. Ο λογαριασμός 100 και κάτι ευρώ.
– Κάρτα έχετε; λέει η ταμίας
– Όχι, δεν έχω κάρτα αλλά έχω κουπόνια.
Και βγάζει ένα μπλοκάκι κι αρχίζει και κόβει. Τα περνάει η ταμίας και όλοι κοιταζόμαστε μεταξύ μας με απορία.
Φεύγει η οικογένεια και ρωτάω την ταμία που την ξέρω χρόνια ενώ η κυρία από πίσω μου αναρωτιέται «που μοιράζουν κουπόνια;
– Τους τα δίνουν οι εταιρίες που δουλεύουν αντί για μισθό!!! Παλιά τα έδιναν σαν μπόνους, τώρα τα δίνουν σαν μισθό.
Ένας κύριος παραπίσω λέει:
– Με κουπόνια θα πληρώνουμε όλοι σε λίγο
– Δεν πά να πληρώνουμε και με πέτρες…., του απαντώ, το θεμα είναι να έχουν ανταλλακτική αξία.
Βάζω τα πράγματά μου στο καρότσι, το κλείνω και παίρνω το δρόμο για το σπίτι. Άργησα μ’ αυτά και μ’ αυτά και πρέπει να μαγειρέψω….

Στις τράπεζες σκηνικό ουράς. Δύο ουρές στην Εθνική και μία στην Πειραιώς, μικρότερη η δεύτερη.

Προδοσία


Στο μυαλό σχεδόν όλων μας η προδοσία είναι μια λέξη φορτισμένη πολύ έντονα αρνητικά. Συνήθως τη συνδέουμε με «μεγάλες» έννοιες, Πατρίδα, Θρησκεία, Τιμή. Εγώ όμως δεν θέλω να μιλήσω γιαυτές τις προδοσίες αλλά για τις άλλες, τις μικρές και καθημερινές, αυτές που περνάνε απαρατήρητες σαν λεπρομέρειες.

Ο πατέρας μου είχε στη γάμπα  του ένα σημάδι, στρογγυλό σε μέθεθος μεταλλικού κατοστάρικου (υποθέτω τα θυμόμαστε ακόμα τα κατοστάρικα…), με χρώμα καφετί που σκούραινε όσο πήγαινε προς το κέντρο. Κάποια στιγμή, μικρό κοριτσάκι πριν πάω στο σχολείο, είχα ρωτήσει τον πατέρα μου τι σημάδι είναι αυτό και πως το έπαθε. Τότε ο μπαμπάς αμέσως και πολύ ανάλαφρα μου απάντησε πως του το είχαν κάνει στον πόλεμο οι γερμανο, τον είχαν πυροβολήσει. Δεν ρώτησα τίποτε άλλο, ο πόλεμος και οι γερμανοί ήταν κάτι μυθικό στο παιδικό μυαλό μου, γεμάτο πείνα και ηρωισμούς. Κι επειδή ο πόλεμος είχε ηρωισμούς, στο παιδικό μου μυαλουδάκι ο μπαμπάς άρχισε να ψηλώνει και να γίνεται ήρωας. «Για να έχει τέτοιο σημάδι» σκεφτόμουν «δεν μπορεί παρά να έκανε κάτι ηρωικό! Τον χτύπησαν οι κακοί γερμανοί αλλά ο μπαμπάς ηρωικά τους ξέφυγε…». Ένα σωρό διαφορετικές εκδοχές ηρωισμών περνούσαν από το μυαλό μου, ανάλογα με την ταινία που είχα δει την Κυριακή.

Κάποια στιγμή μεγάλωσα, πήγα σχολείο και έμαθα αριθμητική. Η αριθμητική όμως άρχισε να αμφισβητεί τις ηρωικές ιστορίες που είχα πλάσει για το μπαμπά. Βλέπεις είχε γεννηθεί το 1931 και ήταν 10-12 χρονών στην Κατοχή, τι ηρωισμούς να είχε προλάβει να κάνει; Η πίστη μου στον ηρωισμό του μπαμπά άρχισε να κλονίζεται, δεν ήθελα με τίποτε να πιστέψω ότι μου είχε πει ψέμματα αλλά και πάλι βρήκα τη λύση. «Λίγα ήταν τα παιδιά που έδρασαν με ηρωισμό στην κατοχή; Να δεις που ένα τέτοιο παιδί θα ήταν και ο μπαμπάς κι εγώ ανησύχησα….». Δεν τόλμησα ποτέ να τον ρωτήσω τι είχε κάνει στην κατοχή και τον πυροβόλησαν οι γερμανοί, ίσως φοβόμουν την αλήθεια που θα θρυμμάτιζε τις ιστορίες μου.

Η αληθινή ιστορία εμφανίστηκε χρόνια μετά και δεν θυμάμαι καθόλου με ποιο τρόπο. Το σημάδι φυσικά δεν προερχόταν από καμμιά σφαίρα γερμανών, είχε γίνει με κάποιο τρόπο πιο πεζό, μάλλον κάψιμο στη σόμπα. «Μα γιατί ρε μπαμπά μου είχες πει ότι ήταν από σφαίρα γερμανών στην κατοχή;». Γέλαγε ώρα ο πατέρας μου…. «Καλά βρε, το είχες πιστέψει;» με ρώτησε «έτσι το είχα πει, για πλάκα….».

Τόσα χρόνια οι αριθμοί μου έδιναν την αλήθεια κι εγώ απλώς γυρνούσα το κεφάλι, αποκλείεται να ήξεραν αυτοί κι όχι ο πατέρας μου, αποκλείεται να μου είχε πει ψέμματα. Αποκλείεται ο μπαμπάς μου να με είχε προδώσει.

«Ναι, μπαμπά, το είχα πιστέψει» του απάντησα και γέλασε πιο πολύ….

Τι είναι προδοσία αλήθεια;

Το «Βάλσαμο»


Διάβαζα ένα άρθρο στο διαδικτυακό περιοδικό της Θεσσαλονίκης parallaxi για ένα μαγαζάκι με μπαχαρικά και βότανα στο Καπάνι, το «Βάλσαμο».

Παλιά, όταν ήμουν πολύ μικρό παιδάκι, στον ίδιο δρόμο, στην προέκταση της οδού Χαλκέων, είχε πάγκο με φρούτα ένας θείος μου, ξάδελφος του πατέρα μου, και πηγαίναμε πολλές φορές με το μπαμπά να ψωνίσουμε. Γύρω και απέναντι από τον πάγκο του θείου Νίκου πολλά μαγαζιά με καραμέλες και γλυκά κουταλιού, βότανα, σκούπες και μαγαζιά με τυριά, αλλαντικά και ελιές. Ένας κόσμος γεμάτος ανακατεμένες μυρωδιές. Μικρά μαγαζάκια τα περισσότερα με την πραμάτεια τους απλωμένη τη μισή έξω από το μαγαζί. Εκεί, απέναντι από τον πάγκο του θείου ήταν αυτό το ίδιο μαγαζί που τώρα λέγεται «Βάλσαμο». Ακριβώς δίπλα του ήταν ένα μαγαζί που πουλούσε τυριά, σαλάμια κλπ, κι από κει ψωνίζαμε φέτα και κασέρια. Ο μπαμπάς τον ιδιοκτήτη τον φώναζε «θείο», «Θείο, μια πλάκα τυρί και ένα κιλό κασέρι», θυμάμαι τον πατέρα μου να παραγγέλνει κι ο θείος φώναζε με τη σειρά του τον πατέρα μου «ανηψιό», χωρίς όμως να υπάρχει αληθινή συγγένεια μεταξύ τους.Ποιος ξέρει πως να είχε μείνει αυτό…..

Θυμάμαι τον πατέρα των παιδιών που έχουν τώρα το «Βάλσαμο», ένας κύριος με ξανθωπά σπαστά μαλλιά. Στο μαγαζί τότε είχε βότανα και σκούπες, αυτές τις παλιές τις χορταρένιες. Έπιανε την κουβέντα ο μπαμπάς με τον ξάδελφό του το μανάβη και όλους τους μαγαζάτορες της περιοχής κι εγώ βαριόμουν αφόρητα. Καθόμουν σ’ ένα σκαλάκι στριμωγμένο ανάμεσα στον πάγκο του θείου κι ένα μαγαζάκι-τρύπα που δεν θυμάμαι πλέον τι πουλούσε. Θυμάμαι πως το είχε μια κοπέλα κι ερχόταν κι ένας νεαρός ψηλός, μελαχρινός. Εκεί περίμενα να τελειώσει ο μπαμπάς την κουβέντα και να φύγουμε. Πόσα να πει ένα παιδάκι μ’ ένα φωνακλά θείο και τους γύρω μαγαζάτορες…. Μερικές φορές μου έδιναν καραμέλες από το απέναντι μαγαζί που υπάρχει ακόμα και πουλάει ακόμα καραμέλες. Μερικές φορές όμως ήταν εκεί και τ’ αγόρια του κυρίου από το μαγαζί με τις σκούπες και τότε  παίζαμε καμμιά φορά κι αυτές ήταν οι φορές που δεν βαριόμουν τόσο. 

Όποτε είμαι στη Θεσσαλονίκη περνάω από το «Βάλσαμο», αγοράζω θυμίαμα γνήσιο για τη μαμά, βοτάνια για μένα και αιθέρια έλαια. Ποτέ δεν είπα στα παιδιά που το έχουν πλέον, τα παιδιά του κυρίου με το ξανθωπό σπαστό μαλλί, πως παίζαμε μερικές φορές όταν ήμασταν μικρά παιδάκια κι αυτές ήταν οι μόνες φορές που δεν βαριόμουν τόσο πολύ τη βόλτα για ψώνια στο Καπάνι.

επετειακόν


Όταν ήμουν μικρή και για να με πείσουν να φάω που ήμουν μίζερη και δεν έτρωγα σχεδόν τίποτε, μου μιλούσαν για την Κατοχή και την πείνα κι εγώ φυσικά αντιδρούσα όλο νεύρα. Η φράση του μπαμπά «μωρέ ένα ’41 σας χρειάζεται για να μάθετε τι θα πει πείνα….», με έκανε έξαλλη. Οι ιστορίες του μπαμπά για το πως -δέκα χρονών παιδάκι- περπατούσε χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη για να φτάσει σ’ ένα χωριό να πάρει ένα τσουβαλάκι στάρι, να το φορτωθεί και να ξαναγυρίσει περπατώντας πίσω, μου έμοιαζαν εξωπραγματικές. Στο σχολείο ακόμα και η πείνα είχε κάτι ηρωικό, έτσι όπως μας τα μάθαιναν στην ιστορία (μέσα στη χούντα). Οι ιστορίες του μπαμπά δεν είχαν ηρωισμό, μόνο πείνα. Το περπάτημα ενός δεκάχρονου μου έμοιαζε απλώς εξωπραγματικό αλλά όχι ηρωικό, δεν είχε κατατροπώσει μόνος του μια ντουζίνα γερμανούς να έχω να περηφανεύομαι.
(κάτι τέτοιες μαλακίες μας έλεγαν στο σχολείο).
Ούτε εγώ, ούτε ο μπαμπάς μου πολύ περισσότερο, πιστεύαμε τότε πως θα ξαναζήσουμε πείνα. Η πέινα του ’41 ήταν ένα σκιάχτρο που μου κουνούσαν για να κόψω τις κόνξες στο φαγητό, δεν θα ήθελε με τίποτε ο καημένος να ζήσουν τα παιδιά του κάποια στιγμή την πείνα που έζησε εκείνος και η γενιά του.
Ήρθε όμως η πείνα, όχι ακόμη για μένα αλλά για πολύ κόσμο. Κι αν συνεχίσουμε έτσι θα έρθει για τους περισσότερους από μας.

Ο φασισμός δεν έρχεται από το μέλλον


Μα πάλι θέ ν’ απλώσει σα χολέρα
πατώντας πάνω στην ανεμελιά σου,
και δίπλα σου θα φτάσει κάποια μέρα
αν χάσεις τα ταξικά γυαλιά σου.

Πολύς κόσμος τα έχασε τα ταξικά γυαλιά του και ακόμα χαμένα τα έχει. Αν είχαν μείνει τα γυαλιά μας στη θέση τους, δεν θα πέφταμε τα τελευταία χρόνια, αλλά και μέχρι σήμερα κάποιοι, από τα σύννεφα για τα ποσοστά της ΧΑ, για την αφισοκόλληση της οροθετικής στη Λέσβο και για όλα τα φαινόμενα εκφασισμού της κοινωνίας μας.

Καταλάβατε φίλοι, γνωστοί και πρώην σύντροφοι; Ψάξτε να βρείτε τα ταξικά γυαλιά σας για να δείτε καλά τριγύρω σας, σε ποιο κόσμο ζείτε αλλά κυρίως σε ποια τάξη ανήκετε. Κι αφήστε τις μεταμοντερνιές περί του «τέλους των μεγάλων αφηγήσεων» και του «τέλους της πάλης των τάξεων». Η πάλη των τάξεων θα τελειώσει όταν δεν θα υπάρχουν τάξεις, μέχρι τότε καλά θα κάνετε να βρείτε και να στερεώσετε καλά τα ταξικά γυαλιά σας στη μύτη κι ν’ αφήσετε τις δηθενιές.

Κάποιοι άλλοι αφήστε το επαναστατικό know how, το από καθέδρας ύφος, την -από τη σιγουριά της δουλειάς και του σπιτιού σας- επαναστατική καθοδήγηση και μη κουνάτε επαναστατικά το δάχτυλο κάτω από τη μύτη ανθρώπων που αγωνίζονται με νύχια και με δόντια για να σταθούν στα πόδια τους ή για να μη χάσουν τη δουλειά τους. Μη τους λοιδωρείτε και μη τους σνομπάρετε επειδή δεν υπήρξαν μια ζωή επαναστάτες και βγήκαν στους δρόμους τώρα που «ξεβολεύτηκαν». Αυτοί τουλάχιστον βγήκαν στους δρόμους να διεκδικήσουν -έστω και με μη ενδεδειγμένους κατά την επαναστατική σας άποψη- τρόπους το δίκιο τους, κάποιοι άλλοι απλώς κλαίνε τη μοίρα τους ή γλείφουν δεξιά και αριστερά για να βρουν κάπου να ξανακουρνιάσουν.  Η έξοδος όμως στο δρόμο θα μεταλλάξει κάποιους και θα τους οδηγήσει στο να βάλουν τα ταξικά γυαλιά τα οποία πιθανόν ποτέ δεν είχαν.

τα ύστερα του κόσμου


Σόδομα και Γόμορα!!!!!

Ο Αιμίλιος Λιάτσος (ναι αυτός…) σήκωσε την παντιέρα της επανάστασης στον REAL FM. Ακούω και δεν πιστεύω στ’ αυτιά μου!!!!
liatsos+ethnosΚράζει τον Άδωνη Γεωργιάδη, 50 εμφανίσεις έκανε -λέει- σε 4 μέρες, μα πότε δουλεύει; Κι εγώ αυτό αναρωτιέμαι χρόνια τώρα κι όχι μόνο για το Μπουμπούκο. Ας πούμε, αυτός ο Λοβέρδος πότε προλαβαίνει και υπουργεύει που ολημερίς τον βρίσκεις σε μιντιακές ρούγες ή σε γήπεδα ή σε ελικόπτερα να κόβει βόλτες στα νησιά. Έχει φάει -λέει- πολύ ξύλο ήδη ο Μπουμπούκος στη ΝΔ και θα εξαφανιστεί όπου νάναι!!!

Η Ντόρα; Αυτή, λέει, δεν πάει στη Χαλκιδική, έχει δουλειές στις Βρυξέλλες που δεν μπορεί να τις αφήσει και να τρέχει σε γενέθλια. Εκθειάζει τον Αβραμό ως σοβαρό ο οποίος όμως ως έξυπνος που είναι την έκανε με ελαφρά τώρα στα δύσκολα, υπέγραψε πενταετές συμβολαιάκι στην Ε.Ε. και την έκανε….

Ο Χρύσανθος Λαζαρίδης; Κι αυτός σοβαρός άνθρωπος, με αριστερές καταβολές και πολύ καλό παιδί επίσης, αλλά έκανε τη μαλακία να μαλώσει με τον πρωθυπουργικό δευτεροξάδελφο, τον κύριο πρέσβη που τα πήρε κατάκρανα επειδή τον έκλασαν στη συνάντηση με την Αγκέλα ενώ ήταν μέσα το καλό παιδί Χρύσανθος και μερικοί ακόμα Σαμαροπαρατρεχάμενοι, που κακώς όμως δεν παραβρέθηκε ο πρέσβης κι έτσι δόθηκε στην Ευρώπη μια εικόνα διάλυσης και ασυνεννοησίας της ελληνικής κυβέρνησης. Καλέ τι μας λέτε…. ασυνεννοησία; 

Και το καλύτερο για το τέλος. Ο Σταμάτης, ο πιο στενός συνεργάτης του Σαμαρά, τον πιέζει για εκλογές το Νοέμβρη, μετά τη δημοσκόπηση και το 11% υπέρ ΣΥΡΙΖΑ, όχι για να κερδίσει τις εκλογές αλλά για να έχει το περιθώριο να διαχειριστεί αξιοπρεπώς την ήττα που πολύ πιθανόν να είναι σαρωτική!!!! Φυσικά υπάρχουν κι αντίθετες φωνές όπως του Χρύσανθου του καλού και σοβαρού παιδιού που του λένε «πρόεδρα προχώρα κι εδώ είμαστε εμείς….»

Δεν τα λέω εγώ, τα ίδια τα λόγια του Λιάτσου είναι και που; Στον REAL FM που δεν τον λες και κομμουνιστικό…..

Εγώ πάλι ετοιμάζω ποπ κορν, πίτσες, πατατάκια και μπύρες και παίρνω θέση για να βλέπω κωλοτούμπες, σουρσίματα, γλειψίματα και αλλαγές πορείας. Χο χοχοχοχοχοχοχ!!!!!

Σοκ και Δέος!!!!!!!!!!!


amfipolh αντίγραφο

Νέα σοκαριστικά ευρήματα στον τάφο της Αμφίπολης!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως μόλις σήμερα, οστά εκπαιδευτικών σε διαθεσιμότητα του ν. 4172/2013 οι οποίοι μουμιοποιήθηκαν περιμένοντας την επανατοποθέτησή με βάση την κινητικότητα.
85 απ’ αυτούς βρέθηκαν καρατομημενοι στον 4ο θάλαμο. Οι αρχαιολόγοι σοκαρισμένοι ανασύρουν τα σώματα και τα κεφάλια τους, τα οποία κεφάλια βρέθηκαν ταριχευμένα σε συρτάρια, που έφεραν τη σφραγίδα «ΥΠΑΙΘ» δίπλα σε πάπυρους όπου διαφαίνονται οι υπογραφές Αρ….νιτ…..ς και Λοβ…..
Σε καλή κατάσταση λόγω έλλειψης υγρασίας στον 4ο θάλαμο, βρέθηκε και αρχαίο πανό με αιτήματα τα οποία προφανώς είναι ακόμα σε αναμονή για την ικανοποίησή τους. Το πανό εικάζεται πως ανήκε στους εν λόγω εκπαιδευτικούς.
Οι αρχαιολόγοι θεωρούν βέβαιο το γεγονός, πως προχωρώντας η αρχαιολογική έρευνα θα ανακαλύψουν και τα οστά των υπόλοιπων 1625, οι οποίοι προφανώς τελούν ακόμα σε διαθεσιμότητα, αιώνες μετά!!!!!!!!!!!!!!

Θα βρισκόμαστε σε συνεχή επικοινωνία με τον αρχαιολογικό χώρο για την έγκαιρη ενημέρωσή σας.

Για το Moufanews channel
Οι ανταποκρίτριες, με κίνδυνο της ζωής τους

Αναστασία
Δόμνα

Βρε καλώς τον νέο ΕΝΦΙΑ


Δείτε τώρα σε τι μεγάλη παπάντζα τσιμπήσαμε όλοι σχετικά με τον ΕΝΦΙΑ.

Βγαίνουν τα πρώτα μαντάτα στο διαδίκτυο, οι δόσεις είναι 5 και οι περισσότεροι κοντεύουμε να πάθουμε εγκεφαλικό με το πόσο κοστολογεί η εφορία τα περιουσιακά μας στοιχεία, ιδίως τα οικόπεδα στην επαρχία. Στα κανάλια χαμός, θα το αλλάξουμε λέει η κυβέρνηση. Μεγάλη συζήτηση που μας έφαγε όλο το καλοκαίρι. Λάθος έγινε είπαν, όλο λάθη αυτή η κυβέρνηση αλλά δεν βλέπω να κάνει αυτοαξιολόγηση και να πάει σπίτι της. Όλοι περιμέναμε να διορθωθεί το λάθος μπας και φύγει λίγο βάρος από πάνω μας, σωστά; Σωστά. Σήμερα αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο τα στοιχεία του νέου ΕΝΦΙΑ, του διορθωμένου και είμαι σίγουρη πως αν δείτε μειώσεις δεν θα είναι πάνω 10-20 ευρώ (ή κάτι αντίστοιχο για όσους είχατε να πληρώσετε μεγάλα ποσά). Τότε γιατί έσκουζαν όλο το καλοκαίρι;
Παράδειγμα.
700.000 κοστολογήθηκε το καλοκαίρι οικόπεδο σε χωριό με ένα σπίτι-γκρέμι, χτισμένο πριν το 1900. Παλάβωσαν οι ιδιοκτήτες και αναρωτιόνταν αν το οικόπεδο είναι στο Σύνταγμα και το σπίτι το κτίριο της Βουλής και μέχρι τότε νόμιζαν λάθος. Άσε που σκέφτονταν πως δεν θα το πουλήσουν ποτέ αν χρειαστεί. Ποιος θα πλήρωνε φόρους μεταβίβασης για αντικειμενική αξία 700.000 ευρά; Και ποιος θα το αγόραζε με τέτοια αντικειμενική;
Ανεβαίνει σήμερα ο νέος, διορθωμένος ΕΝΦΙΑ. Το ίδιο οικόπεδο κοστολογείται πλέον 160.000 ευρώ. Θα περιμένατε πως ο ΕΝΦΙΑ θα ακολουθούσε το ίδιο ποσοστό μείωσης, ναι; Την πατήσατε.
Σε όσες περιπτώσεις συζήτησα η μείωση της αξίας του οικοπέδου/ακινήτου ήταν της τάξης του 70% ενώ η μείωση του φόρου ήταν το πολύ πολύ 20%.
Καταλάβατε; Κι αν αυτό δεν ήταν στημένο για να παραπλανηθεί ο κόσμος και να εστιάσει την προσοχή του αλλού, εμένα να μη με λένε ……..

επέτειος


10492456_10202736208915345_3246488563712231186_n

Νομίζω πως είναι η καλύτερη φωτογραφία για να σχολίασω μιαν επέτειο. Σήμερα κλείνει ένας χρόνος από κείνο το ζεστό απόγευμα που έμαθα από την Τρέμη πως καταργήθηκα. Και μαζί με μένα καταργήθηκαν οι μαθητές μου, η ειδικότητά μου στο σχολείο και οι ειδικότητες άλλων 2400 συναδέλφων και κοντά 20.000 μαθητών.

Ένας χρόνος πέρασε, με δεκάδες πορείες, συλλαλητήρια, χημικά, καταλήψεις υπουργείων και πολιτικών γραφείων, ξύλο με τα ΜΑΤ, υποσχέσεις, καταθλίψεις, αγώνων, αγωνιών….. Ένας χρόνος και είμαστε οι περισσότεροι ακόμα στην ίδια κατάσταση. Έγιναν εκλογές, ανασχηματισμός, άλλαξε ο υπουργός, οι υφυπουργοί, άλλαξαν τα σχολεία κι εμείς ακόμα είμαστε εκεί που ξεκινήσαμε σχεδόν.

Και ο κόσμος γύρω μας σωριάζεται…….

Τσέρνομπιλ


Διάβαζα ένα άρθρο για το Τσέρνομπιλ. Η καταστροφή του Τσέρνομπιλ σε εικόνες. Διαβάζοντάς το θυμήθηκα τις μέρες εκείνες που έγινε το ατύχημα, πριν μάθουμε οτιδήποτε εδώ στην Ελλάδα. Εμείς το μάθαμε λίγες μέτρες μετά το Πάσχα, η έκρηξη έγινε σαν χτες, 26 Απρίλίου 1986, 28 χρόνια πριν (τι γρήγορα που περνάει ο καιρός….). Στην Ελλάδα το Πάσχα έπεσε αργά εκείνη τη χρονιά, 4 Μαίου κι ενώ το ραδιενεργό νέφος έκοβε βόλτες πάνω από τα κεφάλια μας εμείς δεν είχαμε ακούσει ακόμα τίποτε. Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα λοιπόν, 5 Μαΐου, αποφασίσαμε μια μεγάλη παρέα να σουβλίσουμε αρνιά στο κέντρο της πόλης, γωνία των οδών Παλαιών Πατρών Γερμανού με Παύλου Μελά. Εκεί υπήρχε ένα καφενείο και στο ίδιο κτίριο ήταν και τα γραφεία του «Ρήγα». Οι Ρηγάδες φίλοι ήξεραν τον καφετζή και είχαν κανονίσει να μας αφήσει έξω τραπέζια και καρέκλες κι εμείς να αναλάβουμε τα υπόλοιπα, όπως και έγινε. Στήσαμε δυο σούβλες, φέραμε και τα λοιπά μεζεδάκια και σαλάτες από τα σπίτια μας και στήσαμε το γλέντι. Μεγάλη παρέα ήμασταν αν και δεν θυμάμαι ακριβή αριθμό. Θυμάμαι όμως πως κεράσαμε όσους μοναχικούς περαστικούς εκείνη τη μέρα μας βρήκαν στο δρόμο τους κι ένας απ’ αυτούς ήταν ο Γιώργος Μούτσιος που εκείνη την εποχή έπαιζε σε παράσταση σττην πόλη. Το μόνο ανησυχητικό ήταν ο καιρός, μουρτζούφλης από το πρωί και φαινόταν πως δεν θα γλυτώναμε τη βροχή. Φροντίσαμε όμως και γιαυτό, κάποιοι είχαν φέρει μεγάλα νάιλον να τ’ απλώσουμε πάνω από τα τραπέζια σε περίπτωση βροχής. Δεν θυμάμαι τι ώρα άρχισε η βροχή, αν είχαμε προλάβει να τελειώσουμε το γλέντι ή όχι, πάντως τα νάιλον τα ανοίξαμε. Δεν θυμάμαι πότε άρχισε να βρέχει όμως σίγουρα δεν είχε σταματήσει όταν αποφασίσαμε να λήξουμε το δευτεροπασχαλιάτικο γλέντι. Κι αυτό γιατί μετά από το τραπέζι και το φαγητό θυμάμαι να έχουμε βρεθεί διάφοροι να περπατάμε στους δρόμους της πόλης και στην παραλία με τη βροχή, χωρίς ομπρέλες και να την έχουμε δει κάτι σε Singing in the rain…. Γύρισα σπίτι μου μούσκεμα αλλά πάρα πολύ ευχαριστημένη. Μια δυο μέρες μετά μάθαμε για την καταστροφή στο Τσέρνομπιλ, άρχισα να παίρνω τηλέφωνα στον Νίκο που εκείνο τον καιρό ήταν στη Βουδαπέστη και ψιλοσυνειδητοποίησα πως ήταν πάρα πολύ κοντά οπότε και ανησύχησα ξαναφέρνοντας στο μυαλό όσα είχα μάθει για τη ραδιενέργεια στο σχολείο αλλα και για να μάθω κάτι περισσότερο, όμως κι εκεί μόλις το είχαν μάθει. Αργότερα πολύ κατάλαβα πως εκείνη τη δεύτερη μέρα του Πάσχα είχα μουσκέψει μέχρι το κόκκαλο από τη από μια βροχή που μάλλον ήταν τίγκα στη ραδιενέργεια. Λέτε από κει να το έπαθα; lol, lol, lol….

Μετά το Πάσχα κατέβηκα στην Αθήνα (ήταν η πρώτη μου χρονιά στην Αθήνα), πλέον είχε γίνει γνωστό το γεγονός και είχε πέσει η υστερία με τα χόρτα και τις φράουλες. Πηγαίναμε στη λαϊκή με την κολλητή μου τη Μαρία και λυπόμασταν τους φραουλάδες. Μέχρι το θεό γεμάτοι οι πάγκοι με φράουλες, οι τιμές είχαν πιάσει πάτο αλλά κανείς δεν αγόραζε. Τι κάναμε εμείς; Αγοράζαμε από ένα κουτάκι από διαφορετικούς πάγκους γιατί και δεν αντέχαμε να τους βλέπουμε και ήταν πειρασμός η τιμή τους για μας τις εν γένει άφραγκες. Είχαμε ακούσει πως με καλό πλύσιμο δεν κινδυνεύεις και σαρώσαμε τις φράουλες σε εξευτελιστική τιμή το κιλό. Τις βάζαμε κάτω από το νερό για ώρα και μετά τις τρώγαμε. Το τι φράουλα έφαγα εκείνη την άνοιξη δεν λέγεται…….

Έγιναν και πορείες για το Τσέρνομπιλ, έπεσε και ξύλο και δακρυγόνα (τότε δεν έπεφταν χημικά αλλά απλά και αθώα δακρυγόνα, με μια βαζελίνη και λίγο λεμόνι τα έφερνες βόλτα, όχι όπως τώρα). Χαμός ένα απόγευμα στα Προπύλαια. Ήταν καθημερινή, τα μαγαζιά ανοιχτά και οι μπαλούρδοι κυνηγούσαν τον κόσμο κάνοντας σλάλομ ανάμεσα σε μαμάδες με παιδάκια στο χέρι και σακούλες στο άλλο, μια ομορφιά.

Κι αφού οι πορείες, οι συζητήσεις με ανευθυνοϋπεύθυνους στην τηλεόραση, η φραουλοτρομοκρατία κλπ κράτησαν μερικές βδομάδες, όλα ξεχάστηκαν όπως γίνεται πάντα και ήρθε κάτι άλλο στο οποίο εστιάσαμε την προσοχή μας και το Τσέρνπμπιλ ξεχάστηκε. Ποτέ δεν έγινε στην Ελλάδα μια εμπεριστατωμένη μελέτη για το τι άφησε πίσω του, αν και σε τι ποσοστό υπήρξε αύξηση των καρκίνων μετά το 1986 κι αν η Βόρεια Ελλάδα είχε μεγαλύτερο ποσοστό καρκινογενέσεων. Όλα αφέθηκαν στη μοίρα τους και ξεχάστηκαν…..

μπαλούρδοι


ΔΕν μπορεί…… οι μπαλούρδοι πρέπει να είναι το κάρμα μου….. Όπου πάω θα τους βρω μπροστά μου, ακόμα κι αν βγω για φωτοτυπίες.

Ωραία μέρα σήμερα, βγήκα για δουλειές, λογαριασμούς, ψώνια κλπ, και μια και είχα χρόνο πήρα και δύο βιβλία γερμανικών του γιού να τα φωτοτυπήσω, αφού έτσι μου βγαίνει φτηνότερα από το να τα αγοράσω. Με τα βιβλία υπό μάλης πήγα στη φίλη μου τη Μ. που έχει φωτοτυπάδικο δίπλα στην ΑΣΟΕΕ, σκέφτηκα να κάνω βολτούλα, να πούμε καμμιά κουβέντα -αν δεν είχε δουλειά- και να τα πάρω φεύγοντας ή να τα αφήσω να τα ετοιμάσει και να ξαναπεράσω αύριο να τα πάρω, στην περίπτωση που είχε κόσμο στο μαγαζί. Φτάνοντας στη Χέυδεν είδα μαζεμένους πολλούς Δελτάδες και σκέφτηκα πως ετοιμάζουν πέσιμο στους μικροπωλητές έξω από την ΑΣΟΕΕ. Μάλιστα απόρησα πως δεν το είχαν πάρει χαμπάρι οι 4-5 που είχαν στήσει τους πάγκους τους. Εκτός από τους γνωστούς μικροπωλητές είδα και μια κυρία -ελληνίδα- που πούλαγε μπουκέτα με λουλούδια, μάλιστα άγγιξα ένα φύλλο για να δω αν είναι αληθινά ή ψεύτικα τα λουλούδια. Μόλις προσπέρασα την κύρια είσοδο άκουσα το όνομά μου, ήταν η κόρη της φίλης μου με το φωτοτυπάδικο που είχα χρόνια να τη δω. Μια κατάξανθη κουκλίτσα με μπουκέτα στα χέρια. Μου είπε πως είχε ορκομωσία μέσα και πουλούσαν μπουκέτα για να βγάλουν χαρτζηλίκι. Είπαμε μια δυο κουβέντες και έφυγα. Λίγο παραπέρα είδα τη φίλη μου που της πήγαινε καινούρια μπουκέτα, «έρχομαι σε λίγο» μου είπε, «είναι ο Ν. στο μαγαζί, πήγαινε κι έρχομαι σε λίγο». Η επόμενη γωνία ήταν γεμάτη με «μπλε» μπαλούρδους χωρίς κράνη, απέναντι μια κλούβα και στην γωνία «χακί» μπαλούρδοι, κι αυτοί χωρίς κράνη. Το σιγούρεψα το πέσιμο και πάλι αναρωτήθηκα πως δεν το έβλεπαν στην ΑΣΟΕΕ. Σκέφτηκα όμως πως δεν ήταν μόνον αλλοδαποί εκεί αλλά και τα κοριτσάκια με τα λουλούδια και ίσως να έκανα λάθος και να μην ήταν τόσο μπατσαριό μαζεμένο γιαυτό το λόγο. Κατέβηκα στο μαγαζί που δεν είχε κόσμο, ήρθε και η Μ. αλλά με το που μπήκα πλάκωσε κόσμος οπότε άφησα τα βιβλία κι έφυγα. Ούτε δέκα λεπτά δεν έμεινα και βγαίνοντας είδα τη διμοιρία να τρέχει με πλήρη εξάρτηση, ασφαλίτες που τους συντόνιζαν να διώχνουν τον κόσμο και να έχουν διακόψει την κυκλοφορία. Βρίζοντας πέρασα στο διάζωμακαι προχωρούσα κολλητά στο τοιχίο σύριζα με τα μπλοκαρισμένα αυτοκίνητα. Μου πάτησε τις φωνές ένας ασφαλίτης «φύγετε» γκάριζε και μετά «ΑΝ θέλετε, φυσικά…». «ΑΝ θέλω…» του απάντησα αλλά δεν μπορούσα και να μείνω. Από μέσα έπεφταν πέτρες και μπουκάλια και οι μπαλούρδοι κατάφεραν να πιάσουν έναν μικροπωλητή τον οποίο σάπισαν στο ξύλο, στη μέση του δρόμου, ανάμεσα στα αυτοκίνητα και μπροστά στα μάτια μου…. Φυσικά είχαν διαλύσει τους πάγκους, και τον πάγκο της κυρίας με τα λουλούδια. Σκέφτηκα την κόρη της Μ. κι άρχισα να την ψάχνω. Πέρασα στο πεζοδρόμιο της ΑΣΟΕΕ όπου μια κυρία μεγάλης ηλικίας έβριζε τους μπαλούρδους για το ξύλο που έριχναν, λέγοντας πως σε λίγο θα δέρνουν και μας και δεν θα μείνουν στους αλλοδαπούς μικροπωλητές. Της είπα ότι ήδη μας δέρνουν, εδώ και χρόνια… απλά σε λίγο θα δέρνουν τους πάντες δι’ ασήμαντον αφορμήν. Λίγο παρακάτω βρήκα τη Λ. με τα μπουκέτα στα χέρια και δυο τρεις άλλες κοπελίτσες. Ησύχασα πως δεν έπαθε κάτι το κοριτσάκι κι εκείνη τη στιγμή ξανά φωνές και διαταγές από τους ασφαλίτες. Με τράβηξαν οι μικρές να φύγουμε. Φεύγοντας βλέπω έναν ψηλό και χοντρό κύριο να ρίχνει μια κλωτσιά και να διαλύει έναν πάγκο με cd και dvd. «Μπράβο ρε…» του φώναξα «μπράβο, την τσάκισες την παραοικονομία τώρα, είσαι μάγκας!!!». Δεν κάθισα ν’ ακούσω τι απάντησε.

Δεν είμαι απ’ αυτούς που μισούν γενικά την αστυνομία αν και φροντίζω να είμαστε από μακριά κι αγαπημένοι, όσο δεν ζούμε στην κοινωνία της μεγάλης Ουτοπίας είναι δυστυχώς απαραίτητη. Με τους μπαλούρδους όμως είναι αλλιώς. Αυτούς τους σιχαίνομαι, όπως σιχαίνομαι και όποιον καταχράται την εξουσία που του έχει δοθεί. Ένας πακιστανός 1.50 ήταν κάτω στο δρόμο και 5-6 σκατόμπατσοι τον σάπιζαν στο ξύλο. Ακίνητος ήταν, του είχαν στρίψει τα χέρια πίσω από την πλάτη, τι θα τους έκανε. Αυτή η λύσσα όμως, που τη βλέπω και σε κάθε πορεία που βρισκόμαστε απέναντι, γεννάει λύσσα στους απέναντι. Κάποια στιγμή θα βρεθεί κάποιος απ’ αυτούς κάτω με δέκα από πάνω του να τον κλωτσάνε με λύσσα. Και τότε δεν θα στενοχωρηθώ καθόλου.

Επίσης δεν αγγίζω το θέμα της παραοικονομίας και το ποια μαφία ελέγχει αυτή την αγορά των πεζοδρομίων. Αυτούς όμως που την ελέγχουν δεν θα τους αγγίξει ποτέ κανείς, αντίθετα οι λυσσασμένοι μπαλούρδοι θα σαπίζουν στο ξύλο τους φτωχοδιάβολους των πάγκων.

Άει σιχτίρ πάλι πρωί πρωί……

Το χρονικό της διαθεσιμότητας


Το κείμενο γράφτηκε από συνάδελφο σε διαθεσιμότητα, την προηγούμενη Παρασκευή, 22 μέρες πριν την καταληκτική ημερομηνία που σημαίνει απόλυση. Θα μπορούσα να το είχα γράψει εγώ ή οποιοσδήποτε από μας.

Όταν στις 30 Ιουνίου αποχαιρετήσαμε τους συναδέλφους στα σχολεία, βουητό ανάκατο με ανησυχία πλανιόταν στα γραφεία του σχολείου. Ψίθυροι, αναστεναγμοί, φήμες…. Ο τομέας Υγείας και Πρόνοιας ανήκε στους λίγους «προνομιούχους» κλάδους, καθώς αποτελούσε το 22% της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης. Οι ειδικότητες  ήταν κλασική επιλογή για τον γυναικείο κυρίως πληθυσμό, υπήρχαν προοπτικές επαγγελματικής αποκατάστασης, τα εργαστήρια ήταν άκρως εξοπλισμένα , οι  συνάδελφοι εργαζόμασταν με πλήρες ωράριο, ενώ σε πολλές περιοχές ο αριθμός των αναπληρωτών ξεπερνούσε όλες τις άλλες ειδικότητες. Με το θάρρος της συναδελφικής αλληλεγγύης με ρωτούσαν οι συνάδελφοι αν θα τους βοηθούσα στον αγώνα τους, όταν θα ερχόταν η ώρα να αποχωρήσει κάποιος από αυτούς. Επιβεβαίωνα τότε τη συμπαράσταση μου στην αγωνία των συναδέλφων, ενάντια στην πολιτική του Υπουργείου. Μια εβδομάδα αργότερα, το Υπουργείο Παιδείας στοχοποίησε τον δικό μου τομέα μαζί με τον τομέα Εφαρμοσμένων Τεχνών και Αισθητικής Κομμωτικής, για να αποχωρήσουμε από την εκπαιδευτική κοινότητα.

Έτσι ξεκίνησε το δικό μας Καλοκαίρι. Με ένα τηλέφωνο το απόγευμα μιας Πέμπτης. Εγώ έπαιζα με τους ανηψιούς μου, ο Σωτήρης έπινε καφέ με την κοπέλα του, η Εύα προσέφερε υπηρεσίες στο κοινωνικό ιατρείο και η Χρύσα σχεδίαζε να πάει να μείνει για το Καλοκαίρι στην Αθήνα με τα παιδιά της, όπου εργάζεται ο άντρας της, τα τελευταία τρία χρόνια.

Ο αιφνιδιασμός έγινε οργή, η οργή θλίψη και τη θλίψη αντικαταστάθηκε από τρομοκρατία. Η υπογραφή της διαθεσιμότητας μας στις 22 Ιουλίου, έγινε η αρχή για να καταλάβουμε το μέγεθος της σκληρότητας του Υπουργείου. Η αιτιολογία της διαθεσιμότητας μας ήταν πως οι ειδικότητες αυτές δεν χρειάζονται. Αχρείαστοι λοιπόν οι νοσηλευτές, οι αισθητικοί, οι φυσικοθεραπευτές, οι γραφίστες. Δεύτερη δικαιολογία ότι μπερδεύονται οι μαθητές από  τον μεγάλο αριθμό των εκπαιδευτικών κλάδων, που υπάρχουν στην δευτεροβάθμια, τη μεταλυκειακή και την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Μα το ίδιο  συμβαίνει σε όλους τους κλάδους; Ωστόσο, η απάντηση για μας ήταν ολοφάνερη. Πούλησαν έναν από τους πιο δημοφιλείς και παραγωγικούς κλάδους της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης στα ιδιωτικά  ΙΕΚ τύπου ΠΑΣΤΕΡ και ΑΚΜΗ.

Από εκεί και έπειτα ξεκινάει ο προσωπικός μας αγώνας. Καλοκαίρι στους δρόμους και στις δράσεις, όταν όλη η υπόλοιπη Ελλάδα αποχαυνωνόταν από τα μέσα μαζικής παραπληροφόρησης, φορώντας μαγιό και μπρατσάκια. Οι υποσχέσεις για θέσεις στα δημόσια ΙΕΚ αυξομειώνονταν μέρα παρά μέρα. Πότε 925, πότε 1150, πότε 1400, πότε 1600 και ξανά προς τα κάτω. Πότε έξω οι νοσηλευτές, πότε έξω οι ΔΕ και άλλοτε οι κομμωτές, θέσεις διοικητικές, θέσεις σε νοσοκομεία, ακύρωση όλων την επόμενη μέρα και τανάπαλιν. Διαρροές από το Υπουργείο για να μελετήσουν τις αντιδράσεις μας. Πότε κρύο, πότε ζέστη. «Θαύμα οι απολύσεις του υγειονομικού εκπαιδευτικού προσωπικού από τα σχολεία» αναφωνούσε ο Άδωνις, ο οποίος έως το Νοέμβριο μας περίμενε με ανοιχτές αγκάλες. Μετά τις 15 του ίδιου μήνα, σιωπή. Τα δεύτερα πτυχία δεν τα αναγνώρισαν, διότι μπήκαμε σε καθεστώς διαθεσιμότητας και άρα, δεν ανήκαμε πλέον στο εκπαιδευτικό προσωπικό. Εννέα χρόνια στα βιβλία αναθεματίστηκαν. Στα σχολεία πολλοί διευθυντές αρνιόντουσαν τις ενημερώσεις από τους υπό διωγμό συναδέλφους, διότι πλέον δεν ανήκαν στο σχολείο. Ήμασταν εξωσχολικοί… Έτσι απλά, με μια υπογραφή, σε ένα απόγευμα. Στα εργαστήρια και στα γραφεία μας κάθισαν ωρομίσθιοι με 200 ευρώ.  Πέντε ωρομίσθιοι εκπαιδευτικοί, αντικαθιστούν έναν μόνιμο υπάλληλο. Μετά αύξησαν τις ώρες επειδή δεν έβγαιναν τα ωρολόγια προγράμματα. Τρεις ωρομίσθιοι, αντικαθιστούν πλέον έναν μόνιμο εκπαιδευτικό. Αναφωνούσε το Υπουργείο για την επιτυχία του και διαβεβαίωναν οι διευθυντές, ότι δεν θα υπάρξουν κενά!! Πέντε μήνες μετά, ήμασταν ακόμη στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε. Με 6. 500 κενές ώρες.

Εκτός από τους δρόμους το δεύτερο παιχνίδι παίχτηκε στα δικαστήρια. Μάθαμε τι είναι οι διαπιστωτικές πράξεις, μάθαμε να διαβάζουμε ενδελεχώς τους νόμους,  να παίρνουμε τηλέφωνα στα υπουργεία, να στέλνουμε μηνύματα σε πολιτικές εκπομπές, και να παρακαλάμε να μας δώσουν χρόνο να ακουστούμε στα κανάλια. Διαδηλώσαμε, κάναμε ολονυχτίες έξω από τα Υπουργεία, κυνηγήσαμε τον Αρβανιτόπουλο σε θρησκευτικές λιτανείες, γνωρίσαμε το ρόλο των ΜΑΤ  και τις δράσεις των δακρυγόνων.  Φαντάζομαι ότι εσείς δεν γνωρίζετε τίποτα από όλα αυτά, γιατί απλά… δεν μας έπαιζαν πουθενά στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Πλήρης απαξίωση. Οργανωθήκαμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επικοινωνήσαμε μιλήσαμε, εκφραστήκαμε. Η ισχύς μπορεί να είναι μόνο ομαδική. Η ισχύς του ενός, οδηγεί αναπόδραστα στην τυρρανία.

Το τρίτο πεδίο που έπρεπε να πολεμήσουμε ήταν στον κοντινό μας περίγυρο. Να αντιμετωπίσουμε την παραφιλολογία, ότι έχουμε ήδη «βολευτεί». Ότι «καλά μας κάνανε» αφού στην εκπαίδευση καθόμαστε όλοι. Ότι ο φυσικός μας χώρος είναι τα νοσοκομεία, μετά από 15-25 χρόνια στα θρανία, με δεκάδες  λερωμένα μανίκια, πάντα ξασπρισμένα με κιμωλία δάχτυλα και ρούχα λερωμένα με στυλό.  Να πούμε ψέματα στους ηλικιωμένους γονείς μας. Να απαντάμε με σοβαρότητα στα παιδιά, που μας ρωτούσαν αν ο λόγος που μας απόλυσαν είχε σχέση να κάνει με τη δική μας συμπεριφορά. Αν θα μετακομίσουμε από τα ενοικιασμένα σπίτια μας για να επιστρέψουμε στο παιδικό δωμάτιο, ή αν χρειαστεί να τα πουλήσουν, όσοι είχαν αγοράσει με δάνειο. Να χαμογελάμε για να μην μας λυπούνται. Άνθρωποι νοικοκυραίοι και  με αξιοπρέπεια, γίναμε όμηροι μιας ανηλεούς πολιτικής απόφασης. Μήπως δεν κάναμε καλά τη δουλειά μας;

Στις αρχές του Νοεμβρίου, κάποιοι από εμάς, 200 στον αριθμό από το σύνολο των 1850 συναδέλφων, κερδίσαμε ένα δικαστήριο για την προσωρινή μας επανατοποθέτηση στα σχολεία, μέχρι να εκδικαστεί το Φεβρουάριο η οριστική απόφαση από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Πιστέψαμε ότι οι δικαστικές αρχές μπορεί να είναι αδιάβλητες μπροστά στην κατάφορη καταπάτηση των συνταγματικών μας δικαιωμάτων. Ίσως τα πράγματα μπορεί να άλλαζαν. Αντ΄αυτού το υπουργείο απάντησε βάζοντάς μας για δεύτερη φορά σε διαθεσιμότητα!! Ωστόσο, επιστρέψαμε. Τα σχολεία λειτούργησαν και πάλι, και οι εκπαιδευτικοί τρέχαμε να προλάβουμε τη χαμένη ύλη, εξαιτίας των χαμένων διδακτικών ωρών, προκειμένου να μη γίνουν οι μαθητές τα τραγικά θύματα του δικού μας ψυχοσυναισθηματικού και επαγγελματικού βιασμού. Τα ψήγματα αισιοδοξίας καταρρακώθηκαν ακόμη μια φορά, όταν μετά από ένα μήνα, για λόγους «δημοσιονομικού συμφέροντος» και επειδή η βλάβη που έχουμε υποστεί είναι μόνο οικονομική (!!!), μπαίνουμε για τρίτη φορά στο καθεστώς της διαθεσιμότητας. Οι μαθητές ρωτούσαν αν πήραμε μετάθεση, αν θα έγραφαν διαγωνίσματα και αν θα προλαβαίναμε να βάλουμε βαθμούς. Μεταξύ μας κοιταζόμασταν αποσβολωμένοι.

Μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων, το Υπουργείο εφάρμοσε ένα νέο «κόλπο». Προσέλαβε νέους ωρομίσθιους στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, οι οποίοι είχαν κάνει αίτηση όχι για αυτή τη θέση, αλλά για τα δημόσια ΙΕΚ. Ωρομίσθιοι του Σεπτεμβρίου, του Ιανουαρίου και εκπαιδευτικοί σε διαθεσιμότητα επιστρέψαμε όλοι μαζί πίσω στα σχολεία. Και σε μερικές περιπτώσεις, μας ανάγκασαν να μπούμε και όλοι μαζί στην ίδια τάξη. Άλλοι θα πληρωθούν ως ωρομίσθιοι, άλλοι μέσω ΕΣΠΑ και η δική μας μισθοδοσία είναι ακόμη σε ισχύ.

Οι αιτήσεις στα ΙΕΚ στα οποία υποτίθεται ότι θα απορροφούσαν κάποιους από εμάς έγιναν τον Ιανουάριο. Ακόμη περιμένουμε. Αλλά και αυτές συνεχίζουν να τραμπαλίζονται. Η μοριοδότηση τους εξακολουθεί να αλλάζει, ακόμη και μετά τις αιτήσεις μας. Την προηγούμενη μέρα κάθε κινητοποίησης, κάτι νέο ανακοινώνουν. Βρεφονηπιοκόμοι στους παιδικούς σταθμούς, οι γιατροί και οδοντίατροι έξω. Από τα δεύτερα πτυχία δέχτηκαν αρχικά μόνο αυτά των δασκάλων, των νηπιαγωγών και των φιλολόγων. Στην επόμενη διαμαρτυρία, δέχτηκαν και τα επόμενα. ΟΙ νοσηλευτές έμειναν χωρίς αντικείμενο. Τώρα τους δίνουν θέσεις στα νοσοκομεία ως ΔΕ. Συνάδελφοι με χρόνια στα σχολεία, και παιδαγωγική κατάρτιση,  πολλοί από αυτούς  με μεταπτυχιακά και ΑΣΕΠ, αναγκάζονται από το υπουργείο να εξευτελίσουν τα πτυχία τους και να υποβιβάσουν την επαγγελματική τους προσφορά με μια θέση ανάλογων προσόντων με αυτή των μαθητών, τους οποίους κατάρτιζαν μέχρι πριν λίγες μέρες. Από διαρροές μάθαμε πως αυτό συνέβη, επειδή στα νοσοκομεία δεν είμαστε επιθυμητοί. Είμαστε για αυτούς εκπαιδευτικοί και τεμπέληδες, άρα δεν έχουμε την απαραίτητη κατάρτιση για τα νοσοκομεία. Φοβούνται και αυτοί για τη θεσούλα τους. Συνάδελφοι με τρία παιδιά θα αναγκαστούν να μετακομίσουν σε άλλες πόλεις, επειδή η πιο κοντινή θέση για την ειδικότητα τους είναι τουλάχιστον 400 χιλιόμετρα μακριά. Και για τη σύνταξη τους έχουν άλλα 8-15 χρόνια σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις. Έπρεπε να κάνουν και τρίτο ή και τέταρτο παιδί τελικά, σκέφτονται στα 48 τους.

Ο κύριος Κακλαμάνης επιβεβαίωσε, ότι δεν υπήρχε καμιά μελέτη για την εκδίωξη μας από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπως ισχυρίστηκε αρχικά το Υπουργείο. Απλά ήμασταν ένας ικανοποιητικός αριθμός!! Τις θέσεις μας θα αντικαταστήσουν νέοι ωρομίσθιοι, που τα έξοδα τους θα καλυφτούν από το ΕΣΠΑ. «Ευτυχές γεγονός οι προσλήψεις μέσω των ΕΣΠΑ» κηρύσσει ο κ. Κεδίκογλου. Και ο κ. Μητσοτάκης παραδέχτηκε πρόσφατα σε συνέντευξη του, ότι ήμασταν απλά, η λιγότερο κακή λύση. Άλλοι φωνάζουν ευθαρσώς πλέον, ότι οι ωρομίσθιοι στοιχίζουν τα μισά λεφτά από ένα μόνιμο. Και η Κυρία Ρεμπούση αναφωνεί «τι θέλετε να κάνουμε; Να κλάψουμε για τις απολύσεις των εκπαιδευτικών;». Τι δεν καταλαβαίνουμε; Τη μέρα του δικαστηρίου στο ΣτΕ,  ο Κύριος Κωνσταντόπουλος, βουλευτής Πιερίας είπε ότι δεν είμαστε άλλωστε καθηγητές, δεν προερχόμαστε από καθηγητικές σχολές, όπως οι φιλόλογοι και οι φυσικοί,  ότι τα πτυχία μας είναι πλαστά και τα έχουμε πάρει όλοι με 20!! Άλαλα τα χείλη των ευσεβών!!!Ακύρωση και των παιδαγωγικών μας σπουδών!!

Τη μέρα που εκδικαζόταν η υπόθεση μας στο Συμβούλιο της Επικρατείας, τη μέρα που κρινόταν το μέλλον του συνόλου της εκπαίδευσης, που κάποιοι από εμάς προασπιζόμασταν την οργανικότητα ολόκληρου του δημοσίου, εκείνη τη μέρα της 7ης Φεβρουαρίου, όπου κρίνονταν οι πρώτες απολύσεις μετά από 103 χρόνια, η απεργία έφτασε στο σπαρακτικό 25 %. Στην πόλη που υπηρετώ στο 15%. Οι συνάδελφοι που «τακτοποιούνται» στο ενδιάμεσο της διαθεσιμότητας, έστω και αν προχωρούν σε ένα αβέβαιο μέλλον αποχωρούν ένας ένας.

Παρασκευή 28/2/2014

Είκοσι δύο και σήμερα…

Κάποτε καλοί μου συνάδελφοι, όταν βλέπαμε μια άδεια καρέκλα στο γραφείο των καθηγητών, λέγαμε ότι κάποιος πέθανε. Πλέον πρέπει να συνηθίζουμε στην ιδέα ότι ο συνάδελφος, ο φίλος, ο συνοδοιπόρος μας, ο διπλανός μας στο γραφείο, έχασε σιωπηλά την δουλειά του.

Θα κλείσω με την κατακλείδα ενός λόγου, που έγραψε μια μαθήτρια μου για να δηλώσει μαζί με άλλους μαθητές την αντίδραση τους στον αποδεκατισμό της ειδικότητας μου. Ένας λόγος που δεν διαβάστηκε ποτέ, γιατί δεν πήραν τα παιδιά μου άδεια πιο μπροστά για να μιλήσουν δημόσια και θα διατάραζαν την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου. Τους το  χρωστάω να το διαβάσω ενώπιων  σας:

«Σας εύχομαι να είστε όλοι καλά, γιατί αν δεν είστε, πάλι στα χέρια μου θα πέσετε».

Κανετίδου Μαρία

Εκπαιδευτικός σε διαθεσιμότητα

ΠΕ 1807 Ιατρικών Εργαστηρίων

οι παλιοί μας φίλοι


Κοιτάζω καμμιά φορά αυτό το μπλογκ και δεν το γνωρίζω. Βλέπω τις πρώτες αναρτήσεις και σκέφτομαι πόσο διαφορετικός ήταν ο κόσμος και η ζωή μερικά χρόνια πριν. Ανέβαζα ποιήματα, φωτογραφίες, παλιές ιστορίες και αναμνήσεις.  Κι όσο περνάει ο καιρός το μάτι μου αγριεύει, δεν γράφω παλιές ιστορίες αλλά καινούριες, που τις γεμίζω θυμό και μπινελίκια ή θλίψη και παράπονο. Γράφω και επικήδειους, για παλιούς φίλους που φεύγουν ένας ένας. Αυτό δεν είναι πλέον μπλογκ, η Καταιγίδα της Μιζέριας έχει καταντήσει.

Σήμερα έμαθα πως ένας ακόμα παλιός φιλος την «έκανε» από το μάταιο τούτο κόσμο. Έφυγε ο Γιώργος Σπαθαράκης, ο Γιώργος που ήταν ένας από τους πρώτους πρώτους ανθρώπους που γνώρισα όταν κατέβηκα στην Πάτρα. Από τους πρώτους φίλους που έκανα. Ήταν ένα απόγευμα όταν μια κοπέλα που γνώρισα στο αμφιθέατρο -τις πρώτες μέρες που πήγαινα να δω πως είναι να είσαι φοιτήτρια και που με απογοήτευσαν οικτρά- μου είπε να πάμε να μου γνωρίσει το φίλο της το Σπαθαράκη. «Γιατί όχι…» σκέφτηκα, και πήγαμε να τον συναντήσουμε.  Έτσι κι αλλιώς μόλις είχα πρωτοκατέβει, ήξερα ελάχιστους ανθρώπους και ψόφαγα για γνωριμίες.  Δεν θυμάμαι που τον συναντήσαμε αλλά θυμάμαι την εντύπωση που μου έκανε. Κατ’ αρχήν ήταν αυτό που είχα τότε στο μυαλό μου για το πως είναι ένας φοιτητής. Ψηλός, με αρκετά μακρυά μαλλιά, κοκκινομάλλης με μούσι κι ένα τσιγάρο μόνιμα στο χέρι. Κάπνιζε άφιλτρα με αποτέλεσμα τα κίτρινα δάχτυλα και μιλούσαμε για πράγματα που εγώ τα άκουγα με προσοχή γιατί παρ’ όλο που ήμουν πολιτικοποιημένη και είχα περάσει από το «Ρήγα» σαν μαθήτρια, ήμουν πολύ μικρούλα ακόμα (ούτε τα 18 δεν είχα κλείσει ακόμα) και τα είχα όλα στο κεφάλι μου αχταρμά. Στο Πολυτεχνείο ήταν ο Γιώργος και στο Ρήγα Φεραίο και απαντούσε στις ερωτήσεις μου με απλό τρόπο κι όχι μ’ ένα κατεβατό δύσκολες λέξεις και τσιτάτα. Από κείνο το πρώτο βράδυ και μετά γίναμε κολλητοί για όλον εκείνο τον πρώτο χρόνο. Έμενε σε μια πολυκατοικία στην Πλατεία Ομονοίας, πάνω από το ομώνυμο σινεμά. Τέρμα θεού, στο δώμα της πολυκατοικιάς. Μια σταλιά σπιτάκι, γεμάτο μέχρι το ταβάνι με βιβλία, με τασάκια και τσιγάρα. Και με μια τεράστια βεράντα με θέα ατελείωτη. Βγάλαμε πολλά βράδια στο μπαλκόνι κουβεντιάζοντας με σουβλάκι από το σουβλατζίδικο στο ισόγειο, παρ΄όλο που εγώ τότε δεν έπινα σταγόνα και δεν κάπνιζα. Πολλά βράδια είχα ξεμείνει να με κοιμήσει σπίτι του, εγώ στο κρεβάτι κι εκείνος στο πάτωμα. Θα μου μείνει αξέχαστο το γέλιο του, το βλέμμα του το παιχνιδιάρικο με ένα ανθυποχαμόγελο τέτοιο που πολλές φορές που δεν ήξερες αν σου μιλούσε σοβαρά ή σε κορόιδευε ελαφρώς καθώς και ο τρόπος που κρατούσε το τσιγάρο του, με λυγισμένο χέρι μπροστά στο στήθος του. Είναι περίεργο το ποιες λεπτομέρειες μας έρχονται στο μυαλό για τους φίλους μας όταν προσπαθούμε να ανασυνθέσουμε την εικόνα τους. Από το Γιώργο μου έμειναν τα χέρια του και ο τρόπος που κρατούσε το τσιγάρο.

Δεν κόψαμε την παρέα παρ’ όλο που εγώ τελικά κατέβηκα στο συνδικαλιστικό στίβο του πανεπιστήμιου με τις Συσπειρώσεις, φτιαγμένες από τη διάσπαση του Ρήγα. Το καλοκαίρι με πέτυχε ένα απόγευμα με τα βιβλία στο χέρι ενώ προσπαθούσα να φτάσω στο σπίτι της κολλητής μου να διαβάσουμε για την εξεταστική. Δεν μ’ αφήναν όμως οι διαβόλοι ούτε ν’ αγιάσω ούτε να φτάσω. Είχα ξεκινήσει από την προηγούμενη με τα βιβλία στο χέρι για διάβασμα στης κολλητής αλλά στο δρόμο με είχαν πετύχει δύο άλλοι φίλοι και μου πρότειναν να πάμε για βόλτα στην Αθήνα με ότοστοπ. Δεν ήθελα και πολλά για να πειστώ, κι όπως ήμουν με τα βιβλία έφυγα μαζί τους για την Αθήνα. Κοιμηθήκαμε το βράδυ στο σπίτι του ενός, το πρωί κάναμε μια βόλτα μεσ’ τη ντάλα και το μεσημέρι ξανά οτοστόπ για Πάτρα. Απογευματάκι φτάσαμε κι όπως ήμουν με τα βιβλία είπα να πάω για το διάβασμα που είχα ξεκινήσει από το προηγούμενο απόγευμα και δεν κατάφερα να φτάσω ποτέ. Εκεί πάνω συνάντησα το Σπαθαράκη που μου πρότεινε ν’ ανέβουμε στην Αθήνα γιατί στο Σπόρτινγκ το ΚΚΕ εσ. είχε μια τελετή για την αποκατάσταση του Άρη Βελουχιώτη!!!! «Μα ρε Γιώργο, μόλις ήρθα από Αθήνα, δεν έχω μια ώρα…. πως να ξαναφύγω;» «Με το πούλμαν» μου απάντησε και μου έδειξε το πούλμαν που περίμενε. Σε δυο λεπτά ταξίδευα για Αθήνα με τα βιβλία που κουβαλούσα από την προηγούμενη μέρα και τα είχα ήδη πάει μια βόλτα στην Αθήνα, σ’ ένα πούλμαν γεμάτο ΚΚΕεσ. και κόκκινες σημαίες με σκοπό την αποκατάσταση του Άρη Βελουχιώτη!!! Μεγάλη τρέλα κουβαλούσαμε τότε….. κι εγώ κι ο Σπαθαράκης κι όλοι μας. Πήγαμε στην Αθήνα, ωραία περάσαμε, αποκαταστήσαμε και τη μνήμη του καπετάνιου και γυρίσαμε αργά στην Πάτρα. Έπεσα ξερή για ύπνο και την άλλη μέρα ξαναπήρα τα περίφημα βιβλία αγκαλιά, δεν συνάντησα κανέναν στο δρόμο και κατάφερα να φτάσω στην κολλητή μου για διάβασμα. Η οποία κολλητή μου ήταν στα πρόθυρα να βγάλει ανακοίνωση μέσω Ερυθρού Σταυρού (δεν υπήρχαν amber και silver alert τότε) και να καταγγείλει την εξαφάνισή μου. Έτσι συνέβαινε στην προ κινητών τηλεφώνων εποχή, μπορούσες να χαθείς με την ησυχία σου….

Τον ξαναείδα μετά από πολλά χρόνια πέρσι, κατεβήκαμε στην Πάτρα κάποιοι παλιοί «Ρηγάδες» και μαζί κι εγώ τιμής ένεκεν αφού δεν υπήρξα Ρηγού στην Πάτρα αλλά πιο παλιά, σαν μαθήτρια στη Θεσσαλονίκη. Μάθαινα που και που νέα του από τη Νέλλη αλλά είχα να τον συναντήσω από τότε. Χάρηκα όταν η Νέλλη μου είπε πως θα είναι κι εκείνος στη συνάντηση. Τους συναντήσαμε στην πλατεία Γεωργίου, είχε αλλάξει (όλοι είχαμε αλλάξει) αλλά τον γνώρισα από το πονηρό και παιχνιδιάρικο βλέμμα και το χαμογελάκι που το συνόδευε πάντα. Χάρηκα πάρα πολύ, καθίσαμε για ώρα δίπλα δίπλα στο μεζεδοπωκλείο που πήγαμε και τα λέγαμε. Δεν ήρθε μαζί μας και μετά, στο μαγαζί που τραγουδούσε ο άλλος παλιός μας φίλος ο Λάμπρος Καρελάς. «Θα σε πάρω τηλέφωνο να συνεχίσουμε» μου είπε «πολλά χρόνια πέρασαν και δεν προλαβαίνουμε να τα πούμε όλα σήμερα»… Με πήρε λίγο καιρό αργότερα, δεν είχα όμως χρόνο εκείνη την ώρα και συνεννοηθήκαμε να με πάρει τη Δευτέρα να «κουτσομπολέψουμε» με την άνεσή μας. Το ξέχασε μάλλον, δεν πήρα κι εγώ…..

Πριν μέρες έμαθα από τη Νέλλη πως ήταν στην εντατική και ήταν δύσκολα, σήμερα που είπε πως χάθηκε. Στενοχωρήθηκα, είναι άσχημο πράγμα να αποχαιρετάς φίλους παλιούς κι ας είχατε χαθεί για χρόνια. Είπα στη Νέλλη πως χάρηκα που πέρσι κατέβηκα στην Πάτρα και τον συνάντησα μετά από χρόνια, μου απάντησε πως και κείνη ένιωθε το ίδιο, πως ήταν σαν να τον αποχαιρετήσαμε τότε ξαναβλέποντας το πονηρό βλέμμα με το γελάκι που το συνόδευε.

καλό ταξίδι ρε Γιώργο. Άει σιχτίρ ρε σεις, που πάτε όλοι σας και φεύγετε;

Τακ, τακ, τακ, τακ…..


Οι μέρες πλέον έχουν αρχίσει να μετράνε ανάποδα. Τακ, τακ, τακ, τακ… σαν χρονόμετρο που μετράει την απόσταση από την ανεργία. Πέρασαν έξι μήνες, μένουν άλλοι δύο. Σαν το μαρτύριο της σταγόνας που σταλάζει στο μέτωπό σου και σε κάθε τακ περιμένεις το πως θα τρυπήσει το μέτωπο σου για να ξεχυθούν τα μυαλά σου έξω. Όχι, δεν είναι ακόμα η ώρα, πρέπει να πέσουν κι άλλες σταγόνες. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι, 61 ημέρες, 1,464 ώρες, 87.840 λεπτά, 5.270.400 δευτερόλεπτα. Τόσες σταγόνες σε χωρίζουν από την ανεργία και ήδη, μέχρι να γράψεις αυτές τις λέξεις, χάθηκαν μερικές. Όπως και να τα μετρήσεις δεν βγαίνει ο λογαριασμός, γεμίσαμε αριθμούς που τους μετράμε. Πόσα μόρια έχεις; τα μετράς και τα ξαναμετράς, αύριο θα τα δεις και επίσημα μετρημένα, αλλά όσο και να τα μετράς και να ψάχνεις μπας και ξέχασες κανένα μόριο κρυμμένο σε τσέπη, ξεχασμένο σαν κέρματα που τα πέταξες κάποια στιγμή και τα ξέχασες, αυτά μένουν ίδια. Τι μετράει στα μόρια, ποια χαρτιά; Χαρτιά έχεις αλλά δεν μετράνε, έχεις άλλα απ’ αυτά που μετράνε. Δεν μετράει ούτε η αγάπη σου για τη δουλειά σου, ούτε η ανάγκη σου, ούτε τα πτυχία σου. Μετράνε άλλα πτυχία που δεν τα έχεις, μετράει ο ΑΣΕΠ που δεν υπήρχε όταν διορίστηκες και πρέπει το κράτος να τιμωρήσει εσένα και όσους δεν το προβλέψανε, δεν πήγανε σε μάγισσες και χαρτορρίχτρες να τους πουν το μέλλον, που έλεγε πως κάποια στιγμή, κάποιος Αρσένης θα αλλάξει το σύστημα κι πως έπρεπε να περιμένετε γιατί κάποια άλλη στιγμή, το κράτος θα σας τιμωρούσε γιαυτή την απρονοησιά σας.

Περιμένεις….. τακ, τακ, τακ, τακ, φαγώγηκαν μερικά ακόμα δευτερόλεπτα. Υποσχέσεις… «θα επιστρέψουν δεύτερα πτυχία, έχουμε ανάγκη από μαθηματικούς…». Επέστρεψαν… κάποια, όχι το δικό σου. Κι αυτά τα κάποια δεν έκαναν όλα αίτηση να γυρίσουν, είχαν ΑΣΕΠ και θα πάνε σε ΙΕΚ, γιατί να διαβάσουν από την αρχή καινούρια πράγματα ή μάλλον παλιά, παρατημένα για χρόνια; Υποσχέσεις ξανά…. «ήταν άδικο, αβλεψία, σας χρειαζόμαστε, σας αδικήσαμε και θα επανορθώσουμε…… όπου νάναι θα ξαναπροκηρυχθούν δεύτερα πτυχία» λέει ο Λ. Αναθαρρείς, περιμένεις, θα ξαναμπείς σε τάξη… ίσως…. ίσως δεν μείνεις άνεργη… Και μετά ο Λ. τα παίρνει στο κρανίο «μ’ έχετε γαμήσει» λέει σε κάποιους, σπάει το κινητό του, κοπανάει τοίχους και πόρτες και φεύγει. «Ρε δε γαμιέστε, εμείς θέλουμε να απολύσουμε 400 κι εσείς με τις μαλακίες σας θα καταφέρετε ν’ απολυθείτε περισσότεροι….» σκέφτεται, και κάνει πάσα το θέμα στον Β. αλλά ο Β. δεν έχει ιδέα για το θέμα, υποθέτεις πως δεν θέλει καν ν’ αποκτήσει. Παίρνεις τηλέφωνο να μάθεις. Η γραμματέας του, γνωστή σου από παλιά, «δεν ξέρω, δεν έχει ενημερωθεί, δεν ξέρω ποιος θα αναλάβει το θέμα.. ξαναπάρε κατά το τέλος της βδομάδας». Κι εσύ βουλιάζεις στο αδιέξοδο, ποιό τέλος της βδομάδας; Που ζούνε; Δεν ακουν το τακ, τακ, τακ, τακ…… Όχι, δεν το ακούνε, δεν νοιάζονται, δεν χτυπάει γι’ αυτούς.

Σκέφτεσαι, ξανασκέφτεσαι, μετράς και ξαναμετράς… δεν βγαίνουν τα νούμερα. Σε δύο μήνες δεν θα βγαίνουν τα νούμερα καθόλου. ΔΕΗ, ΟΤΕ, δάνειο, φαγητό, γερμανικά, χαράτσια, φόροι….. δεν βγαίνουν. Σκέφτεσαι θα κάνεις αίτηση για σύνταξη, έχεις θεμελιώσει δικαίωμα και κάποιοι σε μακαρίζουν που έχεις κι αυτό σαν λύση απελπισίας. Και για σένα λύση απελπισίας είναι, εσύ δεν ήθελες να βγεις στη σύνταξη, έλεγες «είναι νωρίς ρε παιδιά, δεν με πήραν δα και τα χρόνια. Άλλωστε μου αρέσει να δουλεύω, τι θα κάνω στο σπίτι; Θα σαπίσω…». Τώρα σκέφτεσαι πως δεν είναι μόνο το σάπισμα, είναι και το ότι θα μετατρέψουν σε επίδομα τη σύνταξη, το λένε όλοι. Ένα επίδομα 360 ευρώ ίσα για να πάρεις μια φρατζόλα ψωμί τη μέρα να μη ψοφήσεις απ’ την πείνα. Ούτε όμως ψωμί δεν θα μπορείς να πάρεις, τα 300 θα στα παίρνουν πίσω. Το δάνειο βλέπεις, η εξαγορά των πλασματικών για να καταφέρεις να θεμελιώσεις το «δικαίωμα». Δικαίωμα… ας γελάσω….. Δεν υπάρχουν πια δικαιώματα, μόνο υποχρεώσεις υπάρχουν. Κι ο χρόνος που μετράει αμείλικτος ανάποδα.

Τακ, τακ, τακ, τακ…… Η εγχείρηση πέτυχε αλλά ο ασθενής απέθανε. Μπορείς όμως να περηφανεύεσαι, απέθανες αλλά το κράτος σώθηκε….

 

Η χώρα κομμένη, η δημοκρατία σε κώμα, τα ΜΜΕ στη μούγκα


Σάββατο 11 Γενάρη 2014. Έχει αποφασιστεί κινητοποίηση των εκπαιδευτικών σε διαθεσιμότητα απ’ όλη την Ελλάδα με σημείο συνάντησης τα διόδια του Πυργετού. Τα ΜΑΤ έχουν φτάσει νωρίτερα κι έχουν πιάσει τα πόστα. Περιμένουν τα πούλμαν με τους εκπαιδευτικούς κι επειδή δεν ξέρουν σε ποια είναι σταματούν κάθε πούλαν που περνάει. Το αποτέλεσμα. Οι εκπαιδευτικοί από τη Βόρεια Ελλάδα εγκλωβίζονται στην κάθοδο της Εθνικής οδού και αυτοί από τη Νότια Ελλάδα στην άνοδο ενώ τους απαγορεύουν να περάσουν τα διόδια, να φτάσουν στη Λάρισα, ακόμα και να συντηθούν μεταξύ τους. Τους κράτησαν εγκλωβισμένους κοντά τέσσερις ώρες. Οι βορειοελλαδίτες δεν κατάφεραν να συναντηθούν με τους νοριοελλαδίτες ούτε να φτάσουν στη Λάρισα. Οι νοτιοελλαδιτες κατάφεραν να φτάσουν στη Λάρισα κάποια στιγμή και επέστρεψαν στην Αθήνα συνοδεία περιπολικών.

Αυτή είναι η Ελλάδα του 2014, αυτή είναι η δημοκρατία. Τα ΜΜΕ ήταν ενημερωμένα , ήταν εκεί, έδειξαν το τίποτε. Κοιμηθείτε Έλληνες…..

 

πρωτοχρονιές


10_2_0Ο μπαμπάς την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πάντα δούλευε. Μάλλον έβγαζε καλό μεροκάματο και δεν ήθελε να το χάσει, δεν ήμασταν δα και πλούσιοι. Συγγενείς δεν είχαμε (είχαμε δλδ αλλά δεν μιλιόμασταν) κι όλες τις γιορτές, Πάσχα, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά τις περνούσαμε μονάχοι μας. Πόσο ζήλευα τα άλλα παιδιά που έλεγαν «θα φάμε στο θείο μας, στις ξαδέλφες….», που διηγούνταν τη Δευτέρα πως πέρασαν με τα ξαδέλφια τους, τι φαγητά έφτιαξαν οι θείες τους, τι τραγούδησαν και πόσο παραπάνω ήπιαν οι θείοι τους. Εγώ δεν είχα τίποτε να διηγηθώ, δεν θυμόμουν κανένα μεγάλο οικογενειακό τραπέζι και το βούλωνα όταν άκουγα διηγήσεις. Τι να έλεγα; Ήξερα πως είχα πολλά ξαδέλφια αλλά με ελάχιστα απ’ αυτές και πολύ λίγες φορές έπαιξα και γέλασα. Όταν μεγαλώσαμε λίγο και μπήκαμε στην εφηβεία άλλαξε το σκηνικό. Τα παιδιά της γειτονιάς άρχισαν να βαριούνται τα οικογενειακά τραπέζια, ήθελαν ν’ αρχίσουν να βγαίνουν μόνα τους, είχαν βαρεθεί τις θείες που τσιμππάνε μάγουλα και σε φιλάνε αφήνοντας σάλια στο μάγουλο και τα μωρά ξαδέλφια που σκούζουν και μπουσουλάνε. Εγώ ακόμα τα ζηλευα, είχαν ξάδελφους και μπορούσαν να βγαίνουν μαζί τους και με τους φίλους τους. Εμείς μόνο τρία κορίτσια στην οικογένεια, δεν υπήρχε διέξοδος, δεν υπήρχε μεγάλος αδελφός, δεν υπήρχε ξάδελφος να μας αφήσουν να βγούμε μαζί τους και αφού θα είχαμε οικογενειακό «προστάτη» να επιστρέψουμε λίγο πιο αργά χωρίς να γίνει σαματάς και καυγάς.

Ο μπαμπάς την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πάντα δούλευε. Κι η μαμά δούλευε. Η γιαγιά έφτιαχνε φαγητό, περιμέναμε να έρθουν τα μεσάνυχτα, να σβήσουμε τα φώτα, ν’ ανοίξουμε τις βρύσες για να ρέουν τ’ αγαθά τη νέα χρονιά όπως το νερό της βρύσης, να ακούσουμε τα βεγγαλικά και την αλλαγή της χρονιάς στο ραδιόφωνο και να ευχηθούμε μεταξύ μας «Καλή χρονιά». Μέχρι τα μεσάνυχτα προσπαθούσα να φτιάξω κλίμα εορταστικό, ήθελα απεγνωσμένα να νιώσω πως η βραδιά είναι διαφορετική, πιο «λαμπερή» από όλες τις άλλες του χρόνου αλλά δεν θυμάμαι να τα κατάφερα ποτέ. Δεν ήξερα και τι ακριβώς σημαίνει αυτό το Λαμπερή» αλλά ήμουν σίγουρη πως σε μια «λαμπερή» βραδιά εμείς δεν θα φορούσαμε τα καθημερινά μας ρούχα, δεν θα παίζαμε μεταξύ μας «πάρτα όλα» με φασόλια μόνες μας όπως κάθε άλλη μέρα, η μαμά δεν θα έκανε μπάνιο μέχρι τελευταία στιγμή επειδή είχε γυρίσει αργά από τη δουλειά και θα φορούσε ένα όμορφο φουστάνι, θα χαμογελούσε θα ήταν ξεκούραστη και δεν θα είχε νεύρα, ο μπαμπάς θα ήταν σπίτι από νωρίς και θα φορούσε κι αυτός τα «καλά» του και θα είχαμε κόσμο, συγγενείς και φίλους και ξαδέλφια και όλοι θα γελούσαμε και θα τραγουδούσαμε. Κι όταν άλλαζε ο χρόνος όλοι θα αγκαλιαζόμασταν και θα φιλιόμασταν και θα τα αλλάζαμε δώρα που θα βρίσκονταν κάτω από το δέντρο και τα δώρα θα ήταν ό,τι τραβούσε η ψυχή μας. Και δεν θα νυστάζαμε νωρίς, θα ξενυχτούσαμε έτσι μεσ’ την ευτυχία μέχρι το πρωί.

Σαν ταινία είχα μέσα στο μυαλό μου τις «λαμπερές» νύχτες αν και δεν είχα δει πολλές ταινίες και δεν υπήρχε τηλεόραση για να υπάρχουν και διοαφημίσεις. Έτσι όμως είχα μεταφράσει τις διηγήσεις των άλλων παιδιών της γειτονιάς για το πως πέρναγαν τις γιορτές. Στο σπίτι μας υπήρχε ησυχία εκτός από τις φωνές μας αλλά μετά πολλές φορές καταλήγαμε σε αψιμαχίες και η μαμά νευρίαζε γιατί ήταν κουρασμένη. Η γιαγιά όμως έψηνε ωραία πιτάκια με τυρί στο τηγάνι, έφτιαχνε τηγανίτες και είχαμε σακούλες γεμάτες με ξηρούς καρπούς που τους σπάγαμε με τις ώρες και φτιάχναμε στίβες από τσόφλια. Κι όταν άλλαζε ο χρόνος πηγαίναμε μετά από λίγο για ύπνο και σπάνια μας πετύχαινε ξύπνιες ο μπαμπάς που έκανε ποδαρικό στο σπίτι, σχεδόν πάντα αυτός.

Θυμάμαι τις παραμονές αλλά δεν θυμάμαι καθόλου τις Πρωτοχρονιές ανήμερα. Μάλλον θα ήταν εξαιρετικά αδιάφορες, σαν κάθε μέρα άντε το πολύ πολύ σαν κάθε Κυριακή.

σαββατόβραδο…


Σάββατο βράδυ. Μόνη στο σπίτι. Ο ένας μεγάλωσε πια, πάει σε πάρτι του σχολείου του, είναι στο 15μελές κι έφυγε από νωρίς για να είναι στο χώρο του πάρτι από νωρίς. Θα κάθεται -λέει- στην πόρτα για να μη μπει κάποιος τσαμπατζής. Ντύθηκε, στολίστηκε, αρωματίστηκε κι έφυγε. Ο μπάμπας του βγήκε κι αυτός, θα πιει με έναν δυο φίλους ένα ποτό και μετά θα μαζέψουν τα παιδιά όταν τελειώσει το πανηγύρι.

Σέρνω ένα κρύωμα μέρες κι αντί να καλυτερεύω εγώ χειροτερεύω. Και πως να καλυτερέψω, μια μέρα έμεινα μέσα κρεβατωμένη, μετά πάλι τρέξιμο. Υπουργείο, πορείες, συντονιστικά, συνεδρίαση του ΔΣ της ΕΛΜΕ. Γιατί τα κάνω όλα αυτά; Έχω αρχίσει να το παίρνω απόφαση, τρεις μήνες ακόμα, μετά τέλος. Όσο κι αν αρνούμαι να το δεχτώ το τέλος απέχει τρεις μήνες. «Κυρία μου, σας ζητώ προσωπικά συγγνώμη» είπε ο παρατρεχάμενος του γενικού δερβέναγα. «Τη δέχομαι αλλά δεν μου φτάνει» του απάντησα. Από το καλοκαίρι με σκοτώνετε σιγά σιγά, με εξαιρείτε για μια βδομάδα, δεν σας βγαίνουν τα νούμερα και με ξαναπετάτε στο λάκκο. Μου λέτε πως θα επιστρέψω με το δεύτερο πτυχίο μου, αρχίζω να ελπίζω. Φρούδες ελπίδες, δεν φτάνει να έχεις πτυχίο για το οποίο υπάρχουν κενά, πρέπει να έχεις και μπάρμπα στην Κορώνη. Να λιώσεις σόλες επιδιδόμενος στο σπορ του διαδρομισμού και να στεγνώσει το σάλιο σου γλείφοντας. Δεν το έκανα, δεν ξέρω πως να το κάνω, δεν ήθελα να πατήσω το «όλοι μαζί» που είπαμε το καλοκαίρι και να τρέξω να καλύψω τον κώλο μου «υπόγεια» και κρυφά από τους υπόλοιπους, σκέφτηκα πως δεν μπορεί….. αν το ένα πτυχίο θεωρήθηκε «άχρηστο» το δεύτερο είναι βασικό πτυχίο γενικής παιδείας. Τρίχες…… είναι πιο χρήσιμα δύο πτυχία Δραματικής Τέχνης αμφιβόλου προελεύσεως και από ανύπαρκτη σε μεγάλο βαθμό σχολή, είναι πιο χρήσιμα αρκεί να ξέρεις τους σωστούς ανθρώπους να μιλήσουν για σένα και να έχεις ονοματεπώνυμο και απύθμενο θράσος. Έμαθα πως όλοι έλιωναν σόλες παρακαλώντας και γλείφοντας για να σώσουν το τομάρι τους. Κάποιοι το έσωσαν, εγώ ένιωσα ότι έκανα ατιμία όταν πήγα στη Μαθηματική Εταιρεία και τους είπα να στείλουν μια επιστολή για το θέμα. Έβαλαν μια παράγραφο σε μια ήδη έτοιμη επιστολή με άλλα θέματα και εκεί τελείωσε το θέμα κι εγώ η ηλίθια είχα τύψεις για την κίνησή μου.

Σάββατο βράδυ, μόνη στο σπίτι. Ακούω μουσική, έρχονται Χριστούγεννα και δεν κατάλαβα πότε ήρθαν, είμαι άρρωστη και νιώθω κουρασμένη και κυρίως νικημένη πλέον. Κανονίζω ραντεβού με συναδέλφους, θα το κυνηγήσω δικαστικά, δεν το παρατάω αλλά νιώθω νικημένη, για πρώτη φορά τόσο έντονα……