Στην Κατεχάκη


Σήμερα το πρωί βρέθηκα στην Κατεχάκη μαζί με δεκάδες πρόσφυγες που ζητούν άσυλο. Τι δουλειά, θα μου πείτε, είχε η αφεντιά μου εκεί; Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά…

asylou_2Από τον Ιούνιο μένει στο διπλανό διαμέρισμα μια οικογένεια κούρδων προσφύγων από τη Συρία, η Σάλμα με τα τρία παιδιά της. Εικοσιεννιά χρονών η Σάλμα, με τρία παιδιά ηλικίας 3, 6 και 10 χρόνων, ξεκίνησε πριν ένα χρόνο το μακρύ ταξίδι από τις κουρδικές περιοχές της Συρίας για την Ευρώπη. Ο άντρας της ήταν ήδη ενάμισυ χρόνο στη Νορβηγία και ξεκίνησε να τον βρει. Στην περιοχή τους μαίνεται ο πόλεμος και ως κούρδοι έχουν τριπλά προβλήματα καθώς τους κυνηγάει και το καθεστώς του Άσαντ και οι αντάρτες και ο ISIS ή DAESH όπως λέγεται σε κείνα τα μέρη. Ο άντρας της ο Μαχμούντ ήταν μανάβης και δούλευε μ’ ένα μικρό αυτοκίνητο σε τοπική λαϊκή αγορά. Ένα πρωί ξεκίνησε χαράματα για τη δουλειά αλλά δεν γύρισε. Έφαγαν τον κόσμο να τον βρουν και τελικά κατάφεραν να μάθουν πως τον είχαν απαγάγει οι DAESH οι οποίοι έχουν την εξής πρακτική. Απαγάγουν κάποιον και στέλνουν μήνυμα ζητώντας λύτρα. Αν η οικογένεια δεν τα δώσει βρίσκουν απλώς το κεφάλι του απαχθέντα στο κατώφλι τους «προς γνώσιν και συμμόρφωσιν» των υπολοίπων. Για να μη βρουν το κεφάλι του Μαχμούντ στο κατώφλι τους μάζεψαν από φίλους και συγγενείς το ποσό και το έδωσαν στους DAESH και τελικά ο Μαχμούντ γύρισε σπίτι του. Γύρισε αλλά δεν ξαναβγήκε. Σταμάτησε να τρώει, να κοιμάται, είχε φρικάρει εντελώς και δεν μίλησε ποτέ για όσα είδε και έπαθε τις μέρες της αιχμαλωσίας του. Ξανά οικογενειακό συμβούλιο, μίλησαν και με την αδελφή του που ήταν ήδη στη Νορβηγία και αποφάσισαν πως ο Μαχμούντ έπρεπε να φύγει πάση θυσία. Αυτό και έγινε, του έστειλε κάποια χρήματα η αδελφή του και ξεκίνησε. Ήταν από τους τυχερούς που πέρασε από την Ελλάδα πριν έρθουν τα μιλιούνια το 2015 και κατάφερε να φτάσει στη Νορβηγία όπου πήρε κάρτα εργασίας και παραμονής. Η Σάλμα έμεινε στην πόλη τους. Όταν άρχισαν συνεχείς βομβαρδισμοί ο μεγάλος γιος τους, σχεδόν ολότελα κωφός εκ γεννετής, φρίκαρε κι αυτός με τη σειρά του αφού παρ’ όλο που δεν άκουγε τις βόμβες τις ένιωθε αλλά δεν μπορούσε ν’ ακούσει τα καθησυχαστικά λόγια της μάνας του. Όπως και ο πατέρας άρχισε τώρα κι ο γιος να έχει εφιάλτες και να μη τρώει κι έτσι η Σάλμα αποφάσισε να πάρει κι αυτή το δρόμο της προσφυγιάς με τα τρία μικρά παιδιά της. Ξανά έρανος στην οικογένεια για να βρεθούν τα χρήματα. Ξεκίνησε χωρίς να πει τίποτε στον Μαχμούντ, πέρασε περπατώντας με τα πιτσιρίκια στις κουρδικές περιοχές του Ιράκ, έμεινε περίπου 10 μέρες σ’ ένα καμπ και μετά πέρασε με τα πόδια στην Τουρκία. Πάλι σε καμπ και μετά στριμωγμένη αυτή και τα παιδιά μαζί με δεκάδες άλλους σε φορτηγό μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Εκεί αναμονή μερικές μέρες και με λεωφορείο έφτασε στη Σμύρνη. Αυτό είναι το δρομολόγιο που ακολουθούν οι κάτοικοι των κοπυρδικών περιοχω΄ν, από τα μέρη κοντά στο Χαλέπι περνάνε από άλλο δρόμο στην Τουρκία αλλά και πάλι η Πόλη είναι υποχρωτικός προορισμός πριν να φτάσουν στα παράλια.

Τέσσερις φορές μπήκε σε βάρκα για να φτάσει στη Χίο, τις τρεις γύρισαν πίσω και την τέταρτη τα κατάφεραν αλλά αναγκάστηκαν να πετάξουν όλα τα πράγματά τους στη θάλασσα για να μη πνιγούν. Μαζί με τα ρούχα τους έφτασαν στον πάτο του Αιγαίου και τα βιβλιάρια υγείας των παιδιών, μικρό το κακό…. Στη Χίο έφτασαν το Μάρτη, λίγες μέρες μετά τη συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας, αν δεν είχαν το μπαμπά στη Νορβηγία τώρα δεν θα είχαν ελπίδα να φτάσουν στη εκεί ή όπου αλλού. Ευτυχώς δεν έκαναν αίτηση για relocation αλλά για reunification. Στη Χίο έμειναν δύο μήνες στο καμπ της ΒΙΑΛ. Εκεί κόντεψε να τρελαθεί η φίλη μου, κοιμόταν κάτω σ’ ένα διάδρομο, σε κοινή θέα και με τον κόσμο να περνάει σχεδόν από πάνω τους με τα τρία παιδιά. Σύριοι, κούρδοι, αφρικανοί, πακιστανοί και ιρακινοί όλοι αντάμα. Οι μισές φυλές να αντιπαθούν και να σιχαίνονται τις άλλες μισές ( η Σάλμα δεν θέλει ν’ ακούει για αφγανούς και πακιστανούς), λίγο το φαγητό, το νερό, τα πάντα. Το νερό κρύο και να προσπαθεί να πλύνει τα παιδιά κι αυτά να τσιρίζουν, ο μεγάλος με το πρόβλημα της κώφωσης, η ίδια η Σάλμα σε απελπισία πλέον. Στο τέλος τα παιδιά έπιασαν ψείρες και αναγκάστηκε τα κουρέψει με την ψιλή και να κόψει τα μακριά μαλλιά της Αλμπίν που ακόμα το θυμάται και στενοχωριέται. Τελικά τη βρήκαν εκεί κάποιοι από το UNHCR και σε συνεργασία με τη Μ.Κ.Ο. PRAXIS τους έφεραν στην Αθήνα και στο διπλανό μου διαμέρισμα. Στην Κατεχάκη πήγαινε η Σάλμα για το θέμα του reunification. Την προηγούμενη Πάμπτη μου χτύπησε το κουδούνι και κλαίγοντας και γελώντας μου είπε πως την πήραν από την Κατεχάκη και της έκλεισαν ραντεβού για σήμερα το πρωί στις 9 να πάνε όλοι μαζί να πάρουν τα χαρτιά τους. Αυτό σήμαινε πως όλα θα τελειώναν εδώ και σε λίγο καιρό θα έφευγαν για τη Νορβηγία. Εδώ να πω ότι η Σάλμα δεν ξέρει αγγλικά κι εγώ δεν έχω ιδέα από κουρδικά ή αραβικά αλλά έχουμε βρει τον τρόπο να κουβεντιάζουμε για ώρες. Λίγες λέξεις αγγλικά, λίγες ελληνικά και πολύ «νοηματική», τώρα πλέον μας κάνει τον διερμηνέα και η μικρή της που πάει στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς από τον Οκτώβρη και μιλάει ήδη πολύ καλά ελληνικά.

Κι έτσι, μαζί με τη Σάλμα βρέθηκα το πρωί στην Κατεχάκη. Σκέφτξηκα να πάω μαζί της, να μην είναι μόνη της με τα τρία πιτσιρίκια κι αν μπορέσω να μπω μαζί της να συνεννοηθώ παρ’ όλο που υπάρχουν διερμηνείς εκεί. Το ραντεβού της ήταν για τις 9 το πρωί, φτάσαμε εκεί γύρω στις 9 παρά. Ψοφόκρυο και κόσμος μαζεμένος. Κάποιοι περίμεναν μέσα από το κάγκελο σε σειρ΄λα και οι υπόλοιποι έξω χωρίς σειρά. Τουρλουμπούκι που στριμώχνονταν στη μικρή πόρτα. Δεν έβλεπα κάποιον να ρωτήσω τι γίνεται, υπήρχε μια ανακοίνωση στα αγγλικά κολλημένη στα κάγκελα «Relocation is relocateded, διεύθυνση κάπου στον Άλιμο» αλλά πόσοι ήξεραν αγγλικά για να τη διαβάσουν; Ερχόταν συνεχώς καινούριοι που προσπαθούσαν να χωθούν πατώντας τους μπροστινούς στην πόρτα. Κάποια στιγμή εμφανίστηκαν δύο αστυνομικοί προσπαθώντας να πείσουν τον κόσμο να ανοίξει διάδρομο γαι να βγουν κάποιοι, κανένας δεν κουνήθηκε ρούπι. Αυτοί οι κάποιοι όμως βγήκαν και μόνο που δεν πάτησαν στα καρότσια με τα μωρά που στριμώχνονταν ανάμεσα στον κόσμο. Άρχισαν να τσιρίζουν τα μωρά, η δικιά μας η μικρή φρίκαρε κι άρχισε να κλαίει και να μου φωνάζει να τη βγάλω έξω αλλά που να την πήγαινα; Αν προχωρούσε η μάνα της και χώριζαν πως διάολο θα την έβαζα μέσα; Ο κόσμος ήταν φρικαρισμένος αλλά φρικαρισμένοι και οι δυο τρεις αστυνομικοί που ήταν εκεί και προσπαθούσαν να τους πείσουν να μπουν σε μια σειρά για να μη ποδοπατηθεί κανείς. Πάνω στο χαμό είδα τη Σάλμα να αγριοκοιτάζει μια δυο φορές έναν τύπο πίσω της και νόμισα πως το έκανε επειδή κόντευε να πατήσει τη μικρή. Αμ δε…. Κάποια στιγμή γυρνάει, τον κοιτάζει άγρια και χωρίς φωνές βάζει το χέρι της στο στήθος του και τον σπ΄ρωχνει σταθερά και με δύναμη καμμιά τριανταριά εκατοστά. «Εκεί» του είπε κι αυτός δεν κουνήθηκε, ήταν τελικά ο εφαψίας που κρύβεται σε κάθε σειρά ανθρώπων που στριμώχνονται. Κάποια στιγμή έγινε ένα μεγάλο στριμωξίδι και το «κύμα» πήρε τη Σάλμα με τον μικρούλη που τον είχε αγκαλιά κι έμεινα εγώ με τα δύο μεγαλύτερα να προσπαθώ να πείσω τον αστυνομικό να τα  αφήσει να φτάσουν στη μαμά τους. Κάποια στιγμή τα έχωσα ανάμεσα στον κόσμο και την έφτασαν, ρώτησα τον αστυνομικό αν μπορούσα να μπω κι εγώ μαζί τους μέσα «μπες αν θέλεις να πας φυλακή» μου απάντησε αγριεμένος αλλά λίγο μετά χαλάρωσε κάπως και μου είπε πως είναι από τις 5 το πρωί εκεί προσπαθώνας να βάλει τον κόσμο σε μια σειρά. Για να πω την αλήθεια σκεφτόμουν κι εγώ πως δεν γίνεται δουλειά με τέτοιο τουρλουμπούκι, αν κρατούσαν μια σειρά από την αρχή δεν θα τρώγαμε μισή ώρα διαπραγματεύσεις και ποδοπάτρημα για να ανοίξει η πόρτα. Κάποια στιγμή κατάφερε να μπει η Σάλμα και τα μωρά μέσα, της φώναξα πως θα την περιμένω αλλά μετά από λίγο ήρθε στο κάγκελο και μου είπε να φύγω γιατί θα έπαιρνε πολύ ώρα και δεν είχε νόηγμα να κάθομαι στην παγωνιά αφού δεν υπήρχε περίπτωση να με αφήσουν να μπω μέσα.Έφυγα σκεπτόμενη πως είμαστε κι εμείς το χάλι μας αλλά είναι και όλοι αυτοί που περίμεναν, άντρες κυρίως, που δεν θα είχαν ενδοιασμό να πατήσουν τα μωρά για να μπουν πριν απ’ αυτά μέσα.

Περίμενα πως η Σάλμα θα επέστεφε σπίτι μέχρι τις 2 το μεσημέρι αφού μπήκε στην αυλή της Κατεχάκη γύρω στις 10 το πρωί αλλά γελάστηκα. Έφτασε σπίτι κατά τις 16:30 και μου χτύπησε την πόρτα. Παγωμένη, κατακουρασμένη, με το μωρό να κοιμάται στην αγκαλιά της και χωρίς να έχει κάνει κάτι. Τσάτρα πάτρα μου έδωσε να καταλάβω πως περίμενε μέχρι τις 15:00 εκεί έξω στο κρύο, με τα παιδιά παγωμένα και πεινασμένα να κλαίνε και να γκρινιάζουν, για να μάθει πως αυτή που χειρίζεται την υπόθεσή της είναι σε άδεια και δυστυχώς δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί σήμερα!!!!

Ρε μάγκες εκεί στην Κατεχάκη, έφυγα το πρωί σκεπτόμενη πως έχετε κι εσείς τα δίκια σας και πως ζορίζεστε και σεις με τόσο κόσμο που δεν μπορεί να μπει σε σειρά για να τελειώνει πιο γρήγορα αλλά τώρα που γύρισε η Σάλμα μου το χαλάσατε. Να μπει ο κόσμος σε μια σειρά και να μη ποδοπατιούνται σαν βάρβαροι, ούτε εμένα μου άρεσε η εικόνα που είδα, αλλά τι να την κάνουν τη σειρά όταν περιμένουν υπομονετικά ( η Σάλμα είναι από τους πιο ευγενικούς και διακριτικούς ανθρώπους που έχω συναντήσει) για να τους πείτε μετά από τόσες ώρες στην παγωνιά «Λυπόμαστε αλλά δεν θα εξυπηρετηθείτε σήμερα διότι η υπάλληλος είναι σε άδεια, ελάτε πάλι αύριο….». Αφού η υπάλληλος θα έπαιρνε άδεια γιατί δεν ειδοποιήσατε τηλεφωνικά τα ραντεβού της να μην έρθουν; Τόσος κόπος είναι;

Advertisements

So long Leonard !


songs_of_leonard_cohenxΦθινόπωρο 1978. Κατεβαίνω από τη Θεσσαλονίκη στην Πάτρα για σπουδές, δεν έχω κλείσει καν τα 18, προσπαθώ να το παίξω μεγάλη και νομίζω πως στ’ αλήθεια είμαι, κόβω βόλτες δώθε κείθε προσπαθώνας να καταλάβω που βρίσκομαι. Για τις 17 Νοέμβρη ανεβαίνω τρέχοντας στη Θεσσαλονίκη και κατεβαίνω συστημένη να βρω τον Κοσμά που μου έχει μιλήσει γιαυτόν η Μαριάννα. Δευτεροετής, τότε, ο Κοσμάς στο Μαθηματικό κάτι θα βρίσκαμε να πούμε. Τη φάτσα του την ήξερα, τον είχα δει να μιλάει σε μια συγκέντρωση υποψήφιων από τη Θεσσαλονίκη που ζητούσαμε ειδική μεταχείριση λόγω του σεισμού. Εκείνο το καλοκαίρι εμείς οι υποψήφιοι από τη Θεσσαλονίκη διαβάζαμε για τις εξετάσεις, που τότε ήταν τον Αύγουστο, σε αντίσκηνα.
Συνέλευση στο αμφιθέατρο, εντοπίζω τον Κοσμά παρέα με δύο άλλους. Πλησίασα, τους μίλησα και μετά φύγαμε όλοι μαζί για την ταβέρνα με την αυλίτσα στην Αράτου ψηλά. Χάλια το φαγητό αλλά φτηνή με ωραία αυλή. Τρώγαμε και πίναμε κι αυτοί οι τρεις σχολίαζαν ό,τι θηλυκό κυκλοφορούσε στο πανεπιστήμιο, δεν ήταν και πολλά άλλωστε. Τους άκουγα και σκιαζόμουν όλο και περισσότερο με το πέρασμα της ώρας. Με πήγαν σπίτι και μου είπαν να περάσω την άλλη μέρα να τους δω. «Σιγά μη περάσω για να με περάσετε και μένα γενεές 14…» σκέφτηκα… και δεν πέρασα. Μετά δυο τρεις μέρες χτύπησε το κουδούνι στο σπίτι μου και τους είδα και τους τρεις μαζί στην πόρτα. «Σε περιμέναμε, γιατί δεν φάνηκες;» μου είπαν και τους απάντησα με ειλικρίνια πως φοβήγθηκα με όσα άκουσα να λένε στο ταβερνάκι. Γέλασαν και μου απάντησαν πως για να με καλέσουν στο σπίτι τους είχα περάσει τα τεστ. Από εκείνη τη μέρα και σχεδόν για ολόκληρο εκείνο το χειμώνα γίναμε αυτοκόλλητοι οι τέσσερίς μας. Όπου έβλεπες τον έναν ήσουν σίγουρος πως κάπου εκεί γύρω θα είναι και οι άλλοι.
Στο σπίτι τους άκουγαν πολύ μουσική κι ο Κοσμάς έπαιζε κιθάρα, τύμπανα και φυσαρμόνικα. Όταν πήγαινα εκεί εννοείται πως δεν έφευγα, η Αγυιά ήταν μακριά και εκείνα τα χρόνια οι φοιτητές δεν είχαν αυτοκίνητα και μηχανάκια, τα δε λεωφορεία είχαν το τελευταίο δρομολόγιο το πολύ στις 22:30. Ο μόνος τρόπος για να επιστρέψω στην Πάτρα από την Αγυιά ήταν να το κόψω με το πόδι μέσα στη νύχτα. Με κοίμιζαν λοιπόν στο σπίτι τους και με πρόσεχαν, κάτι σαν τη Χιονάτη στο σπιτάκι των νάνων ένιωθα, αν και δεν τους έλεγες ακριβώς νάνους. Μαζί τους έμαθα πάρα πολλά πράγματα για μουσική, αγάπησα μουσικούς και συγκροτήματα που δεν είχα ξανακούσει. Πρωτάκουσα στο σπίτι της Αγυιάς τους Talking Heads, τη Rickie Lee Jones και την Joni Mitchel, τους Van Der Graaf Generator, τους Gong, τους Genesis, τον Alan Parson και τους Dire Straits και άλλους πολλούς. Μια από τις πρώτες φορές που πήγα σπίτι τους μπήκε στο πικάπ ένας δίσκος, δεν θυμάμαι…. ο Κοσμάς τον έβαλε  ή ο Τζόε; Αυτό που θυμάμαι είναι πως μαγεύτηκα και πως , από κει και πέρα, ήξερα ότι μπορούσα να τον ακούω όλη μέρα. Από κείνο το βράδυ και μετά ήταν πάρα πολλά τα βράδια που μου έκανε παρέα ο Leonard Kohen. Ο δίσκος ήταν φυσικά το Songs of Leonard Cohen (1967).

So long Leonard !

Κοσμά, Τζό και Ηλία, ήσασταν οι καλοί μου μάγοι τότε

Έχει διαφορά το δωρεάν από το τζάμπα;


Διαβάζω το παρακάτω στα αιτήματα του συντονιστικού των μαθητών Αθήνας που καλούν σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις:

«Το υπουργείο και η κυβέρνηση να εξασφαλίσουν ΤΩΡΑ χρηματοδότηση για να λειτουργήσουν κανονικά τα σχολεία μας. Να αντιμετωπιστούν τα κενά, οι ελλείψεις σε καθηγητές, να δοθούν λεφτά για αναλώσιμα, υποδομές και ό,τι άλλο χρειάζεται για να λειτουργήσουν τα σχολεία μας.
Ούτε 1 ευρώ από την τσέπη των γονιών μας για τη μόρφωσή μας.»

Εγώ πάντως σκέφτομαι  πως αν ξανασπάσουν τις πόρτες και τα παράθυρα στο σχολείο, θέλω να καλέσω τους γονείς τους και να τους ζητήσω να τις πληρώσουν. Όχι μόνον ένα ευρώ από τις τσέπες των γονιών τους αλλά όσα ευρώ χρειαστούν. Διότι καλό είναι να απαιτείς από την πολιτεία δωρεάν παιδεία, υποδομές, βιβλία και αναλώσιμα αλλά πρέπει να ξέρεις πως έχεις την υποχρέωση και να τα σέβεσαι. Δεν γίνεται να φτιάχνονται οι πόρτες κάθε χρόνο, να μην έχει περάσει ούτε μήνας από την αρχή της χρονιάς και να έχουν βγει από τη θέση τους και τα κουφώματα. Δεν γίνεται να μη σέβεσαι το βιβλίο που σου δίνουν και να το χάνεις ή να το πετάς και να απαιτείς να σου δίνουν καινούριο κάθε φορά. Το έχασες ή το πέταξες; Πουλάνε στα βιβλιοπωλεία, δώσε τα 6 ή τα 8 ευρώ και ξαναπάρτο. Το κράτος σου το έδωσε, πρόβλημά σου αν το έχασες. Κι αν δεν υπάρχουν φράγκα στην οικογένεια, έπρεπε να το σκεφτείς πολύ καλύτερα πριν το χάσεις.
Διότι υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο ΔΩΡΕΑΝ και στο ΤΖΑΜΠΑ κι εγώ βαρέθηκα να χαϊδολογάμε τα παιδιά μη τυχόν και τους δημιουργήσουμε παιδικά τραύματα και μ’ αυτόν τον τρόπο να φτάνουν, τελικά, να γίνονται ανώριμοι και ανεύθυνοι ενήλικες.

λίγη κανονικότητα επιτέλους!


prosfigopoula2016Διαβάζω δύο εντελώς αντίθετα πράγματα. Αλλού κλειδώνουν τα σχολεία για να μη μπουν προσφυγόπουλα για μάθημα, κι αλλού τα υποδέχονται εν χορδαίς και οργάνοις. Υπερβολικοί σε όλα μας, όπως πάντα.
Στο δικό μας σχολείο φοιτούν ήδη 4 προσφυγόπουλα, ήρθαν μια μέρα με έλληνες συνοδούς και μας ρώτησαν αν μπορούμε να πάρουμε κάποια παιδιά, ζουν σ’ έναν χώρο καταλειμμένο. Τέσσερα χωρούσαν στο σχολείο μας με τις μικρές αίθουσες όπου σε κάποιες απ’ αυτές οι καθηγητές δεν έχουν που ν’ ακουμπήσουν το βιβλίο τους. Ξέρουν ελάχιστες λέξεις στα ελληνικά, ένα δυο μιλάνε κάπως αγγλικά. Ενσωματώθηκαν αμέσως στη ζωή του σχολείου, τα παιδιά ζουζούνισαν γύρω τους κι άρχισαν να συνεννοούνται, λίγο στα αγγλικά, λίγο στα ελληνικά και πολύ με νοήματα. Θέληση να υπάρχει και αυτά ξεπερνιούνται. Δεν σχολίασαν τη μαντήλα που φοράει η μεγαλύτερη, τη γλώσσα τους ή το που μένουν. Αλίμονο αν είχαν πρόβλημα σ’ ένα σχολείο με ποσοστό αλλοδαπών μαθητών γύρω στο 80%. Πιο πολύ εντυπωσίασε η όρεξή τους να μάθουν και το γεγονός πως στα μαθηματικά καταλαβαίνουν πράγματα (ειδικά η μεγαλύτερη) ενώ δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα.
Στα μαθήματα βαριούνται, ειδικά στα θεωρητικά που δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα, και τα παίρνει μερικές φορές ο ύπνος. Τα τρία από τα τέσσερα τα γράψαμε στην πρώτη τάξη, ήθελαν να είναι μαζί αν και ηλικιακά θα μπορούσαν να πάνε στη δευτέρα ή στην τρίτη τάξη. Ο τέταρτος μεγαλόδειχνε, πως να τον βάλεις ανάμεσα στα πιτσιρίκια της πρώτης που ακόμα νομίζουν πως είναι στο δημοτικό;
Στα μαθηματικά κάτι καταλαβαίνουν, τα είχαν κάνει και στο δικό τους το σχολείο. Όσο προλαβαίνω τους εξηγώ στα αγγλικά, προσπαθούν να λύνουν ασκήσεις γιατί δεν θέλουν να βαριούνται, θέλουν να γίνουν κανονικοί μαθητές. Έγραψαν και τεστ χωρίς να είναι υποχρεωμένα. Τα βλέπω στην αυλή, είναι τόσο χαρούμενα που μιλάνε με τα υπόλοιπα, κάποια από τα κοριτσάκια τα δικά μας έχουν πάρει υπό την προστασία τους τις δύο πιτσιρίκες…..
Δεν ξέρω τι θα γίνει από δω και πέρα, ίσως χρειαστεί να πάνε στα απογευματινά μαθήματα, ίσως είναι καλύτερα να μάθουν κάπως τη γλώσσα για να μπορέσουν να παρακολουθούν και να μη βαριούνται. Θα τους λείψουν σίγουρα οι παρεούλες που ήδη έφτιαξαν, Αν πάντως πρέπει να φύγουν από το κανονικό πρόγραμμα του σχολείου, εμείς θα τους περιμένουμε του χρόνου να ξαναγυρίσουν στο κανονικό πρόγραμμα. Αν και βασικά τους ευχόμαστε να έχουν καταφέρει να πάνε να βρουν τους μπαμπάδες τους στη Σουηδία και στην Αυστρία και στη Γερμανία.

Βλέπω τις υπερβολές και δεν καταλαβαίνω το γιατί γίνονται είτε ως προς τη θετική είτε προς την αρνητική τους οπτική. Γιατί να υποδεχτείς τα παιδιά με παράτες και μουσικές; Είτε τα βρίσεις είτε τους κάνεις μεγαλειώδη υποδοχή τα ξεχωρίζεις από τα υπόλοιπα με κάποιο τρόπο. Κι αυτό που θέλουν τα προσφυγόπουλα είναι να νιώσουν κανονικά παιδιά, σαν όλα τα υπόλοιπα.

Syrian food


Το απέναντι διαμέρισμα ήταν ξενοίκιαστο εδώ και χρόνια. Δυαράκι βολικό, πολλοί το ήθελαν, αλλά η ιδιοκτήτρια που ζει στη Μυτιλήνη δεν πήρε χαμπάρι πως άλλαξαν οι εποχές και το νοίκι από ένα δυαράκι δεν μπορεί πλέον να σε ταίζει για ένα μήνα, οπότε το σπίτι ήταν ξενοίκιαστο για τέσσερα περίπου χρόνια. Πριν δυο τρεις μήνες είδαμε κινητικότητα, ήρθαν και το έβαψαν τσάτρα πάτρα αλλά νοικάρηδες δεν βλέπαμε. Μάθαμε τελικά πως νοικιάστηκε στη ΜΚΟ Praxis για να φιλοξενηθούν πρόσφυγες. Πριν δυο βδομάδες εμφανίστηκε μια οικογένεια. Μια νεαρή μαμά και τρία μικρά, από 2 το μικρότερο μέχρι 7-8 χρόνων το μεγαλύτερο. Απόμακρη και σαν φοβισμένη η μαμά στην αρχή αλλά τα μικρά είναι μικρά και έπαιζαν. Τα άκουγα να κελαηδούν όλημερίς. Οι συγκάτοικοι της πολυκατοικίας δεν έδωσαν σημασία μεγάλη, άλλωστε είναι πολυκατοικία γερόντων. Τον μέσο όρο ηλικίας κατεβάζουν ο γιος μου και η φοιτήτρια στο διπλανό διαμέρισμα. Μόνο μια κυρία το ανέφερε αλλά όχι με άσχημο τρόπο, είπε απλώς πως ήρθε μια οικογένεια σύριων με παιδάκια και της απάντησα πως επιτέλους θα ακουστούν και πάλι στο «νεκροταφείο» μας παιδικές φωνές.
Μια μέρα σκέφτηκα και είπα στο γιο να δούμε στα λούτρινα που μας έμειναν από τη δική του παιδική ηλικία, ποια δεν θέλει να κρατήσει για να τα δώσουμε στα πιτσιρίκια. Μου απάντησε πως το είχε σκεφτεί κι αυτός και όχι μόνον αυτά αλλά κατέβασε διάφορα κουτιά και έβγαλε αυτοκινητάκια και άλλα τέτοια. Τα βάλαμε σ’ ένα κουτί και χτυπήσαμε το κουδούνι. Ακούγαμε φωνούλες αλλά κανένας δεν μας άνοιξε. Ξαναχτυπήσαμε άλλες δυο τρεις φορές μέχρι να πάρει απόφαση η μαμά να ανοίξει, μετά από δυο μέρες την πόρτα, μάλλον φοβόταν. Τα μικρά πανηγύρισαν μόλις είδαν τα κουκλάκια και τα αυτοκινητάκια. Η μαμά με ευχαρίστησε και έκλεισε την πόρτα. Μου χτύπησε αργότερα να με ρωτήσει, με νοήματα αφού δεν ξέρει αγγλικά, αν μπορώ να της «δανείσω» wifi για να μπορεί να επικοινωνεί με τον άντρα της που κάπου είναι αλλά δεν κατάλαβα που. Της έδωσα τον κωδικό, με ευχαρίστησε και πάλι και το άλλο βράδυ χτύπησε το κουδούνι, άνοιξα και την είδα μ’ ένα πιάτο γεμάτο φαγητό. Σύριαν φουντ, μου είπε, και μου έδωσε το πιάτο. Νοστιμότατο φαγητό, σαν τα γεμιστά τα δικά μας αλλά με κιμά από κοτόπουλο και πολύ πικάντικα. Η δική μου μαμά μου έχει μάθει πως δεν γυρνάμε ποτέ το πιάτο με το οποίο μας έφεραν πεσκέσι άδειο αλλά εκείνη τη μέρα έφτιαχνα παστίτσιο και είχε και χοιρινό κιμά άρα απαγορευτικό. Νταξ, δεν πειράζει, είχα τρεις σοκολάτες στο σπίτι, τις έβαλα στο πιάτο και το επέστρεψα γεμάτο και όλα μια χαρά.
Χτες το βράδυ χτύπησε και πάλι το κουδούνι και ανοίγοντας την πόρτα είδα το μεγαλύτερο αγόρι μ’ ένα πιάτο γεμάτο στο χέρι κι ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά. Πήρα το πιάτο, τον ευχαρίστησα και του έδωσα ένα φιλί. Έφυγε με πιο μεγάλο χαμόγελο.
Το πρωί σήμερα έφτιαξα ένα κέικ, έβαλα το μισό στο πιάτο και χτύπησα το κουδούνι τους. Τώρα πλέον ανοίγουν αμέσως, έκαναν χαρές τα μωρά με το κέικ και το πιο μικρό όρμησε για αγκαλιές, γελώντας. Το σήκωσα ψηλά και πήρα την πιο σφιχτή αγκαλιά εδώ και χρόνια. Τους ρώτησα με νοήματα τα ονόματά τους και τους είπα το δικό μου. Επίσης έμαθα πως το μεγαλύτερο και γελαστό αγοράκι, ο Ομέρ, δεν ακούει και δεν μιλάει. Τα λέει όμως όλα με τα μάτια, το χαμόγελο και τη γλώσσα του σώματος.
Η Σάλμα μαγειρεύει νοστιμότατα οπότε όπως καταλαβαίνετε εμείς, ως οικογένεια, θα εντρυφήσουμε στη συριακή κουζίνα και η Σάλμα και τα παιδιά στη δική μου. Ο γιος μου θα με στείλει, είμαι σίγουρη, να ζητήσω τη συνταγή για τις πατάτες που τις βρήκε θεϊκές.
Πολύ χαίρομαι που έχω τόσο καλούς γείτονες αν και εύχομαι να μπορέσουν να φύγουν γρήγορα και να πάνε να βρούνε το μπαμπά τους.

παρελάσεις


parelasi22Θυμάμαι τις παρελάσεις επί χούντας. Στη Θεσσαλονίκη η μεγάλη στρατιωτική γινόταν παραδοσιακά τον Οκτώβρη. Η χαρά των μαθητών, μαζεμένες γιορτές μεγάλο διάλειμμα από το σχολείο.
Τις παρακολουθούσα σχεδόν πάντα. Όλοι μαζί, οικογενειακώς κατεβαίναμε στο κέντρο να τη δούμε, με τη μάνα μου να φοβάται μη χάσει κάποια από μας μέσα στο πατιρντί.
Και να τα τανκς, να οι όλμοι, να τα πεζοπόρα του στρατού, οι λοκατζήδες και οι αλπινιστές. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν οι πιο εντυπωσιακοί στα παιδικά μου μάτια…. Με τις λευκές στολές τους και τα σκί επ’ ώμου, πίστευα πως ήταν η πιο διασκεδαστική μονάδα του στρατού, σαν μοντέλα έμοιαζαν κι όχι σαν φαντάροι.
Κι όλα αυτά για να μας πείσουν (ή να πειστούν;) για το αξιόμαχον του στρατεύματος. Να μας πείσουν πως αν μας την πέσει η Τουρκιά, οι κακοί κομμουνιστές από το Βορρά ή όποιος άλλος, ο στρατός θα είναι εκεί να μας προστατέψει.
Και ήρθε το 1974, την έπεσε η Τουρκιά στην Κύπρο, έφαγε τη μισή σε 2-3 μερούλες, έγινε η επιστράτευση, κι όταν γύρισαν πίσω οι μπαμπάδες και οι θείοι μας, καταλάβαμε πως όλες οι παρελάσεις κι οι παράτες και το εθνικόν ρίγος ήταν για τα μάτια του κόσμου και πως αν στ’ αλήθεια μας την έπεφτε τότενες η Τουρκιά, θα έφτανε στην Ακρόπολη σε μια μέρα. Ο αξιόμαχος στρατός δεν διέθετε ούτε τη μία, απαραίτητη, σφαίρα ανά φαντάρο για να μπορέσει να αυτοκτονήσει κι έτσι να μη πέσει στα χέρια του οχτρού.
Οπότε δεν μας χέζετε με τις παρελάσεις σας και με τα εθνικά ρίγη;

τι θέλουν;


«Η Ελλάδα δεν προστατεύει αποτελεσματικά τα εξωτερικά της σύνορα»

Η φράση που ακούγεται συνέχεια και παντού. Και που είναι και λάθος, τα σύνορα είναι πάντα εξωτερικά αλλά ας το αφήσω αυτό. Τι διάολο σημαίνει αυτή η φράση; Πως  προστατεύονται τα σύνορα; Και έναντι ποιων; Διότι εγώ με τη λίγη ιστορία που ξέρω καταλαβαίνω μόνον ένα πράγμα. Τα σύνορα προστατεύονται με πόλεμο ανάμεσα σε δύο γειτονικά κράτη. Τελεία.

Με ποιους λοιπόν μας σπρώχνουν να κάνουμε πόλεμο; Μόνο σ’ έναν πάει το φτωχό μυαλό μου, την Τουρκία. Διότι η άλλη επιλογή είναι να πνίγουμε τον κόσμο στη θάλασσα αλλά αυτό δεν λέγεται πόλεμος, λέγεται γενοκτονία. Το να σκοτώνεις άοπλους και γυναικόπαιδα είναι γενοκτονία κι όχι πόλεμος.

Θέλουν λοιπόν πόλεμο της Ελλάδας με την Τουρκία; Να τελειώσει ό,τι παρα λίγο να γίνει σαράντα χρόνια πριν; Τόσα όπλα περισσεύουν πια και κάπου πρέπει να χρησιμοποιηθούν; Τη μείωση του παγκόσμιου πληθυσμού πρέπει να την αρχίσουν από μας; Και είναι τόσο σίγουροι οι ευρωπαίοι, πως άμα ξεκινήσει ένας πόλεμος στην Ευρώπη θα τον κρατήσουν τα σύνορα και δεν θα περάσει και δίπλα; Μιλάμε για Βαλκάνια κι αν νομίζουν πως θα επαναληφθεί το φαινόμενο της πρώην Γιουγκοσλαβίας, στην οποία ο πόλεμος όντως έμεινε εντός συνόρων, ένα έχω να πω. Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε και οι συνθήκες δεν μοιάζουν ούτε κατά διάνοια με τις συνθήκες της δεκαετίας του ’90.

Κι ένα βίντεο όπου φαίνεται με ποιους θέλουν να «πολεμήσουμε». Ποιους θέλουν να θεωρήσουμε εχθρούς. Ποιους τελικά πρέπει να γενοκτονήσουμε.