Το έχω πει. Δεν πολυανοίγω τηλεόραση. Δεν μπορώ να βλέπω πια ειδήσεις. Βαρέθηκα να βλέπω ένα απέραντο καφενείο όπου επί μία ώρα προσπαθούν να μας πείσουν πως όλα τα σημαντικά πράγματα σ’ αυτή τη γη είναι τα σκάνδαλα των υπουργών, ο Ρουσόπουλος, ο Ζαχόπουλος και το Βατοπέδι. Ο Γιωρίκας κι ο Κωστίκας.
Παρ’ όλα αυτά τον τελευταίο καιρό άρχισα λίγο λίγο να ακούω και να βλέπω ειδήσεις. Τ’ απόνερα των ειδήσεων για την παγκόσμια οικονομική κρίση έφτασαν και στ’ αυτιά μου, αφού είχαν ήδη φτάσει στην τσέπη μου. Ακούω προσπαθώντας να καταλάβω τι γίνεται. Διαβάζω και καμμιά εφημερίδα και όπου βρω καμμιά ανάλυση στο ίντερνετ. Λίγο εκλαϊκευμένη όμως γιατί τα οικονομικά αυτού του μεγέθους ποτέ δεν ήταν το φόρτε μου. Έχω πάρει πάνω κάτω μυρωδιά για το τι συμβαίνει. Κι όσο ακούω τόσο προσπαθώ να μην πανικοβληθώ. Όχι για τις καταθέσεις ή τις μετοχές μου. Ποτέ δεν είχα καταθέσεις και μετοχές. Μεροδούλι-μεροφάϊ ήμουν πάντοτε. Και συντηρητική πάντοτε ως προς τη διαχείριση των εσόδων μου γιατί έτσι μεγάλωσα. Δεν ξανοίχτηκα ποτέ σε μεγάλα δάνεια, σε τρελή κατανάλωση. Κι ας είμαι από τους πρώτους στην Ελλάδα που απόκτησαν πιστωτική κάρτα. Έχουν περάσει 21 χρόνια που έβγαλα πιστωτική κάρτα για πρώτη φορά και ποτέ δεν την έφτασα στο όριό της. Ούτε καν στα μισά. Φυσικά κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο για τους γονείς μου αλλά οι άνθρωποι όσο νάναι αλλάζουν από γενιά σε γενιά. Κι όσο κι αν είμαι συγκρατημένη, είμαι σαφώς μεγαλύτερη καταναλώτρια απ’ όσο υπήρξαν ποτέ οι γονείς μου. Τι να κάνουμε όμως; Η γενιά μου μεγάλωσε με την υπόσχεση πως θα ζήσει καλύτερα και με περισσότερα αγαθά απ’ όσα είχαν και μπορούσαν να μας προσφέρουν οι γονείς μας. Κι εμείς το πιστέψαμε αυτό. Αρχίσαμε να το απαιτούμε και όταν είδαμε πως δεν μπορούσε η υπόσχεση να γίνει πραγματικότητα ήρθαν οι τράπεζες, σαν άλλες σειρήνες, και μας πλάνεψαν.
Ανησυχώ λοιπόν παρόλο που δεν είμαι σε τραγική κατάσταση. Χρωστάμε ελάχιστα και ελεγχόμενα, έχω -εγώ τουλάχιστον- σταθερή δουλειά κι ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας που δεν φοβόμαστε πως κάποια τράπεζα θα το πάρει. Τότε γιατί; Μα γιατί σκέφτομαι τον μικρό μου. Τι έχω να του υποσχεθώ; Για ποιό αύριο τον μεγαλώνω; Οι γονείς μου βγήκαν μέσα από την ταλαιπωρία ενός πόλεμου, της πείνας, της προσφυγιάς και του φόβου. Δεν είχαν πλούτο αλλά μπορούσαν να μου δώσουν την ελπίδα πως εγώ θα ζήσω σ’ έναν καλύτερο κόσμο. Έναν κόσμο σταθερό, χωρίς φόβο, χωρίς πείνα, έναν κόσμο φωτεινό. Εγώ τι απ’ όλα αυτά μπορώ να υποσχεθώ στο γιό μου; Τίποτε. Αυτό που βλέπω να έρχεται έχει φόβο, αστάθεια και ίσως πείνα. Και η πείνα μόνο τα χειρότερα μπορεί να φέρει μαζί της.Γιαυτό ανησυχώ και προσπαθώ να μείνω απλά στην ανησυχία και να μην περάσω στον πανικό. Και ελπίζω αυτοί στις ειδήσεις να είναι κι αυτή τη φορά υπερβολικοί όπως πάντα.
Advertisements