Μου ζήτησε ο Βερολινέζος επισκέπτης να γράψω πως ήταν το Βερολίνο επί τείχους, το 1983 που το είχα επισκεφτεί. Έτσι θυμήθηκα το πρώτο μου ταξίδι στην Ευρώπη με interail. Απίστευτη εμπειρία, που αποφάσισα να καταγράψω. Μόνο επειδή δεν θέλω να βγει σεντόνι διπλόφαρδο, θα τη σπάσω σε μικρότερα κομμάτια.

Έκανα το πρώτο μου ταξίδι με interail το 1983. Μου προέκυψε από το πουθενά αλλά αυτά είναι τα καλύτερα. Σχεδίαζε να πάει η αδελφή μου ταξίδι στην Ευρώπη, το πρώτο της. Τελευταία στιγμή τσάκισε η παρέα και μη θέλοντας να χάσει το ταξίδι μου πρότεινε να πάω εγώ μαζί της. Όχι τόσο ανυστερόβουλη η πρόταση βέβαια αλλά δεν είπα όχι. Η αδελφή μου δεν ήξερε ξένες γλώσσες, εγώ μιλούσα αγγλικά. Εγώ δεν είχα όλα τα χρήματα για ν’ ακολουθήσω εκείνη μου πρότεινε να μου τα συμπληρώσει. Μου φάνηκε τίμια η συναλλαγή –εγώ τ’ αγγλικά εκείνη τα χρήματα που μου έλειπαν- κι έτσι δώσαμε τα χέρια. Της πρότεινα να βγάλουμε εισιτήρια interail αφού, όπως υπολόγισα, για τα χιλιόμετρα που θα κάναμε συνέφερε πολύ, έστω κι αν δεν γυρίζαμε όλη την Ευρώπη. Ένα μικρό εγκεφαλικό ίσα που το γλύτωσαν οι γονείς μας, παρ’ όλο που τη φάση «σακίδιο στην πλάτη και φύγαμε» την είχαν ξαναζήσει μερικά χρόνια πριν, από μένα όταν εμφανίστηκα μια μέρα έτσι και τους είπα πως πάω διακοπές. Τις προηγούμενες φορές όμως μιλούσαμε για διακοπές στα ελληνικά νησιά, όχι στο άγνωστο με βάρκα ένα εισιτήριο interail. Εγκεφαλικό ξε-εγκεφαλικό μας συνόδευσαν ένα πρωί στο σταθμό της Θεσσαλονίκης, μας ανέβασαν στο τρένο, μας κούνησαν μαντήλι και άρχισε η περιπέτειά μας….

Οι θέσεις μας ήταν σε κουπέ 6 ατόμων. Το τρένο ένας παλιός κλασικός «μουτζούρης», που θα διέσχιζε όλη τη Γιουγκοσλαβία έχοντας προορισμό το Μιλάνο στην Ιταλία. Μέσα στο κουπέ βρήκαμε άλλες τρεις κοπέλες, στην ηλικία μας πάνω κάτω, που πήγαιναν στο Μιλάνο να βρουν το γκόμενο της μιας απ’ αυτές που ήταν φοιτητής εκεί. Ήταν κι ένας νεαρός λίγο μεγαλύτερος από μας, Έλληνας που ζούσε μόνιμα στο Παρίσι. Έξι θέσεις, έξι άτομα, ταμάμ…. Κλείσαμε την πόρτα και πιάσαμε ενθουσιασμένες/οι την κουβέντα. Οι θέσεις μας δε, ήταν απ’ αυτές που «κυλούσαν» προς τα μπροστά και μπορούσες να κοιμηθείς το βράδυ. Λίγο άβολα βέβαια, στο στιλ «κωλομύτη» με τον απέναντι, αλλά καλύτερα από το να κοιμάσαι καθιστός. Έτσι κι αλλιώς απέναντι ήταν η αδελφή μου. Όπως καταλαβαίνετε το ταξίδι ξεκίνησε με άριστους οιωνούς. Καλή παρέα στο τρένο μέχρι το Μιλάνο, τρόπος για να κοιμηθούμε πιο άνετα, το τρένο όχι ιδιαίτερα γεμάτο, τι άλλο θέλαμε; Χα! λέγω….

Με το που περάσαμε τα σύνορα άρχισε να μπαίνει κόσμος. Σε κάθε σταθμό ανέβαιναν δεκάδες. Ξαφνικά, έξω από τις κλειστές πόρτες του κουπέ γινόταν ΤΟ στριμωξίδι. Θέλανε να μπουν να κάτσουν κι αυτοί αλλά που να κάτσουν; Έξι άτομα σε έξι θέσεις ήμασταν. Κλειδώσαμε λοιπόν, τραβήξαμε και τις κουρτίνες και ησυχάσαμε οι Αντουαννέτες. Κάποια στιγμή σηκώθηκε ο νεαρός (Βασίλη τον έλεγαν) να πάει τουαλέτα και κοντέψαμε να σφαχτούμε με τους Γιουγκοσλάβους που ήθελαν να του φάνε τη θέση. Κάτω από τέτοιες συνθήκες την τουαλέτα την ξεχάσαμε. Πως να περάσεις κατ’ αρχήν και μετά τι θα βρεις εκεί, αν καταφέρεις να φτάσεις. Σ’ αυτό το πρώτο ταξίδι κατάλαβα πόσο ατέλειωτη ήταν η Γιουγκοσλαβία. Ταξιδεύαμε ώρες και δεν έλεγε να τελειώσει αυτή η χώρα. Κάποια στιγμή μας πήρε ο ύπνος, κλειδωμένοι μέσα στο κουπέ ενώ απ’ έξω γινόταν κόλαση από τη φασαρία και τον απίστευτο κόσμο που συνωστίζονταν. Δεν ξέρω τι ώρα ήταν αλλά κατάλαβα την αδελφή μου να σηκώνεται. Ήθελε να πάει τουαλέτα πια. Ρίξαμε μια ματιά από το τζάμι και δεν είδαμε ψυχή στο διάδρομο, ούτε ακουγόταν φασαρία. «Θα κατέβηκαν» μου λέει η μικρή «ευκαιρία να πάω τουαλέτα γιατί θα σκάσω» Χα! ξανά…. Με το που άνοιξε την πόρτα αντικρύσαμε το πιο απίθανο θέαμα της μέχρι τότε ζωής μας. Όλοι οι ταξιδιώτες που στριμώχνονταν πριν κάποιες ώρες στο διάδρομο, κοιμόταν στο πάτωμα. Αλλά πως; Ο ένας πάνω στον άλλον. Έχετε δει ψάρια σε ψαροκασέλα; Κάπως έτσι… Αδύνατο φυσικά να περάσει οποιοσδήποτε μη ιπτάμενος και να φτάσει στην τουαλέτα. Άτακτος υποχώρησις λοιπόν, ξαναχωθήκαμε στο κλουβί μας και κάναμε υπομονή, τι άλλο να κάνουμε; Σκεφτήκαμε πως κάποια στιγμή θα κατέβουν, δεν θα πάνε μέχρι το Μιλάνο. Ήταν οι εποχές που οι κάτοικοι του ανατολικού μπλοκ δεν ταξίδευαν τόσο εύκολα στο εξωτερικό.

Μετά από 24 ώρες ταξίδι ακατούρητες, φτάσαμε στα σύνορα με την Ιταλία, Ventimiglia αν θυμάμαι καλά λεγόταν ο σταθμός. Αλλά πριν τη Ventimiglia έπρεπε να ελέγξουν τα χαρτιά μας οι Γιουγκοσλάβοι. Που είχαν κλειδώσει τις τουαλέτες. Για να μην κρυφτεί κανείς μέσα, για να τις καθαρίσουν και γιατί απαγορεύεται να χρησιμοποιείς την τουαλέτα στους σταθμούς. Κοντέψαμε να τρελαθούμε ή μάλλον να κατουρηθούμε όλοι μας. Εδέησεν ο Κύριος, τελείωσαν τους ελέγχους οι Γιουγκοσλάβοι, άνοιξαν τις τουαλέτες και ορμήσαμε σ’ όποια βρήκαμε μπροστά μας! Χα! τρίτη φορά…. Διότι πριν προλάβουμε να ανακουφιστούμε, το τρένο σταμάτησε και άρχισαν να χτυπάν τις πόρτες και να φωνάζουν στα ιταλικά πλέον. Εγώ πάντως -εκείνη την ώρα- και ο θεός ο ίδιος να χτυπόσε την πόρτα και να με φώναζε για να μου δώσει ελευθέρας για τον παράδεισο, δεν υπήρχε περίπτωση να βγω πριν τελειώσω. Μας έκραξαν οι Ιταλοί τελωνειακοί και αστυνομικοί, με ύφος «εμείς είμαστε πολιτισμένοι ευρωπαίοι και ξέρουμε που και πότε μπορούμε να κατουράμε, όχι σαν κι εσάς τους βάρβαρους βαλκάνιους…» αλλά ποιός τους έχεζε; Σημασία είχε πως μετά από 24 ώρες αυτοσυγκράτησης και ελέγχου της κύστης και του εντέρου, επιτέλους ανακουφιστήκαμε έστω και πάνω στις γραμμές του τρένου σε κατοικημένη περιοχή.

Φτάσαμε κάποια ώρα στο Μιλάνο κι εκεί θα χωρίζαμε. Ο Βασίλης για Παρίσι, εμείς για Grenoble, που ήθελα να περάσουμε να δω έναν φίλο πριν πάμε στο Παρίσι και τα κορίτσια θα έμεναν εκεί. Επειδή το τρένο για Grenoble θα έφευγε βράδυ και είχαμε ώρες μπροστά μας κλειδώσαμε τα πράγματά μας στο σταθμό.Μας είχαν καλέσει στο σπίτι του γκόμενου, που ήταν Ιταλός και μας τάισε μια εξαιρετική ιταλική καρμπονάρα, χωρίς τις κρέμες και αηδίες που βάζουν εδώ στην Ελλάδα. Μετά το φαί βγήκαμε μια βόλτα να δούμε ό,τι προλαβαίναμε από το Μιλάνο και αράξαμε στην πλατεία του Duomo χαζεύοντας την κίνηση κι εκεί μάθαμε πως δεν πρέπει να ξεστομίζουμε τη λέξη «μαλάκας» για κανένα λόγο και πουθενά. Διότι την ξεστόμισε το αδελφάκι μου κουτσομπολεύοντας κάποιους που μας καμάκωναν κι έπεσε πάνω σε ελληνικό καμάκι. Ω ναι, παντού υπάρχει ένας Έλληνας να κάνει μαλακίες.

Όταν ήρθε η ώρα, χαιρετήσαμε τα κορίτσια και πήραμε το μετρό να πάμε στο σταθμό. Μπήκε ένας τυπάκος λοιπόν που ζητιάνευε (νέο παιδί και όμορφο, τι κρίμα να είναι παραπληγικό…). «Τρίχες», μου λέει η μικρή, «αν αυτός είναι ανάπηρος εγώ είμαι ο Πάπας». Τελικά είχε δίκιο. Διότι στον σταθμό τον είδαμε να πιλαλάει χαρωπός και καθόλου ανάπηρος. Δεν κρατήθηκε η μικρή, τον πλησιάσαμε και μ’ έβαλε να τον ρωτήσω λίγο με νοήματα, λίγο αγγλικά -μιας κι αυτός ήξερε μόνον ιταλικά- αν ήταν αυτός στο μετρό. Έσκασε στα γέλια που τον γνωρίσαμε και μας ρώτησε από που είμαστε. Ελληνίδες του είπαμε αλλά δεν το πίστεψε. Τον ρωτήσαμε γιατί δεν μας πιστεύει και ακούστε απάντηση: «Εσείς είστε ψηλές, ξανθές και γαλανομάτες. Οι Ελληνίδες είναι κοντές, χοντρές, μελαχροινές και με μουστάκι άρα αποκλείεται να είστε ελληνίδες!!!!!» Τον κράξαμε κι εμείς ελληνικότατα, του είπαμε πως έτσι είναι οι σισιλιάνες κι ανεβήκαμε στο τρένο για τη Grenoble.

Αλλά για τις περιπέτειες στη Grenoble, στο Παρίσι και το Βερολίνο άλλη φορά. Θα πρέπει να περιμένεις λίγο φίλε μου. Αλλά μιας και θυμήθηκα αυτό το ταξίδι ας μη το γράψω μισό….

Advertisements