Που είχαμε μείνει; Α ναι, στη Γιουγκοσλαβία.

Έκλεισε λοιπόν ο Τίτο τα σύνορα και η γιαγιά με τα δύο παιδιά της έμειναν από την άλλη πλευρά των συνόρων και η πρόγιαγιά μου στο χωριό. Πίσω να γυρίσουν δεν μπορούσαν, κίνησαν λοιπόν μπροστά. Που; Στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Όπου οι άλλοι κι αυτοί, μετά από μήνες περιπλάνηση στο βουνό  και σε συνθήκες που εμείς ούτε να φανταστούμε δεν μπορούμε. Σκόρπιες εικόνες έχω μόνον από διηγήσεις της μάνας μου. Όπως για τη φίλη της που αναγκάστηκε να κρύβεται για ώρες μέσα στα νερά μιας λίμνης, πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα να πάθει ρευματισμούς και να πεθάνει λίγα χρόνια μετά, σχεδόν παιδί ακόμα. Τότε έμαθε για τα καλά η μαμά πως στο βουνό δεν πλησιάζουμε τις φτέρες γιατί κρύβουν φωλιές λύκων. Πως λέει η παροιμία; «Λύκος την φτέρη έσειε, κακό της κεφαλής του….».

Ξεκίνησαν λοιπόν με τα πόδια προς το εσωτερικό της Γιουγκοσλαβίας, ακολουθώντας το ποτάμι των υπόλοιπων που ούτε κι αυτό ήξερε που πήγαινε. Σε κάποια στιγμή η μαμά μου, μικρό κοριτσάκι, τα έπαιξε από την κούραση. Μουλάρωσε και δεν κούναγε βήμα, με τη γιαγιά ν’ αγωνιά γιατί έβλεπε τους υπόλοιπους ν’ απομακρύνονται. Κάπου βρήκαν λοιπόν ένα γάιδαρο να περιπλανιέται και η μάνα μου αποφάσισε να τον καβαλήσει για να ξεκουραστεί αλλά ο γάιδαρος ήταν σε χειρότερη κατάσταση από τους δικούς μου. Λογικό βέβαια, αν ήταν καλά θα τον είχαν παρατήσει; Βρε ντέι, βρε τσόνγκς…. τίποτε το ζωντανό, δεν έβαζε βήμα. Είδε κι απόειδε η μάνα, ξεκαβάλησε. Δεν ξέρω πόσο καιρό περιπλανήθηκαν στη Γιουγκοσλαβία. Ξέρω πως δούλεψαν σε χωράφια όπου η καλομαθημένη γιαγιά μου αναγκάστηκε να τσαπίζει και οι υπόλοιπες γυναίκες την κορόιδευαν γιατί ένα μέτρο έβγαζε αυτή και δέκα οι άλλες που ήταν μαθημένες. Φόρτωνε και κάρβουνο στα τρένα και –όπως λέει η μάνα μου- ήταν αστείο θέαμα να βλέπεις μια πανύψηλη γυναίκα με παντελόνια -τα οποία αναγκάστηκε να  τα φορέσει- να φτυαρίζει κάρβουνο φορώντας διπλή μαύρη μαντήλα της χηρείας. Σαν καλόγρια με παντελόνια που φτυαρίζει κάρβουνο.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά ο δρόμος τους έβγαλε στο Μπούλκες, εν έτει 1948. Έζησαν εκεί έναν δύσκολο χρόνο, τον τελευταίο του «πειράματος», κι από κει βρέθηκαν στην Τσεχοσλοβακία, αρχικά σ’ ένα χωριό κοντά στα σύνορα με την Κρακοβία και μετά σε μια κωμόπολη παραδίπλα. Δούλευαν και οι τρεις. Η γιαγιά δεν δέχτηκε να φύγουν τα παιδιά από κοντά της για να σπουδάσουν αν δεν μπορούσε να βρεθεί θέση και γι αυτήν κοντά τους. Δεν βρέθηκε κι έμειναν όλοι μαζί. Η μαμά δούλευε αλλά πήγε και σχολείο εκεί, αστέρι ήταν η σταχανοβίτισσα. η μάνα μου. Ξεπερνούσε τις νόρμες τη μία μετά την άλλη και ταυτόχρονα ήταν και καλή μαθήτρια. Και κυλούσε έτσι η ζωή μέχρι που η ελληνική κυβέρνηση άνοιξε τα σύνορα το 1954 για επαναπατρισμό των ελλήνων από το «σιδηρούν παραπέτασμα» και η γιαγιά ξεσηκώθηκε να γυρίσουν πίσω, γιατί στην Ελλάδα είχε μείνει μόνη της η μάνα της. Ήθελαν δεν ήθελαν τα παιδιά της την ακολούθησαν. Και γύρισαν στην Ελλάδα, σε μια μαύρη τελείως εποχή, όπου στο χωριό απαγορευόταν να πάνε αφού ήταν παραμεθόρια περιοχή κι εκεί δεν πλησιάζες χωρίς άδεια από τον χωροφύλαξ. Τα κτήματα και την περιουσία τους τα είχαν πάρει οι συγγενείς του παππού κι άντε να τα διεκδικήσεις τότε, ειδικά άμα είχες επιστρέψει από το «παραπέτασμα». Ούτε το επίθετό τους δεν βρήκαν, τους είπαν πως κάηκαν τα αρχεία του ληξιαρχείου και τους έδωσαν ένα άσχετο επίθετο. Έπρεπε να κλέψουν το πορτοφόλι της μαμάς μου 50 χρόνια μετά, για να καταλάβει πως δεν ίσχυε τίποτε απ’ αυτά και πως ήταν λαμογιά από τους συγγενείς για να τους φάνε την περιουσία.

Βρέθηκαν λοιπόν στη Θεσσαλονίκη κοντά στους συγγενείς της γιαγιάς. Δύσκολη ζωή, η γιαγιά βρήκε δουλειά σαν μαγείρισσα σ’ ένα πλούσιο σπίτι, ο γιος της σαν εφαρμοστής τορναδόρος και η μάνα μου σε ατελιέ ραπτικής. Νοίκιασαν κι ένα δωμάτιο στις Συκιές. Το δωμάτιο ήταν στο πατρικό του πατέρα μου, έτσι γνώρισε η μάνα μου τον πατέρα μου, έναν όμορφο, γαλανομάτη και ψηλό άντρα κι ο πατέρας μου τη μάνα μου που ήταν κι εκείνη γαλανομάτα, όμορφη και γλυκειά κοπελίτσα, λεπτεπίλεπτη αλλά προικισμένη με απίστευτο κουράγιο και δύναμη.

Παντρεύτηκαν και προσπάθησαν να φύγουν στη Γερμανία μετανάστες, όπου ήταν ήδη δύο από τα υπόλοιπα τέσσερα αδέλφια του μπαμπά. Αμ δε…. Η μαμά μου λόγω πρότερου «άτιμου» βίου δεν μπορούσε να βγάλει διαβατήριο. Για χρόνια την καλούσαν στην ασφάλεια «δι υπόθεσίν της» και τη ρωτούσαν για το ποιος ήταν στην Τσεχοσλοβακία και τι έκανε και είχε κι έναν μπάτσο-σκιά να την ακολουθεί. Τρίχες δηλαδή, ένα κοριτσάκι δεκαεξάχρονο ήταν όταν γύρισε που αναγκαζόταν να δουλεύει 16  ώρες την ημέρα για να τα φέρουν βόλτα.

Έμειναν λοιπόν αναγκαστικά στην Ελλάδα οι γονείς μου κι έτσι εγώ και οι αδελφές μου γεννηθήκαμε στη Θεσσαλονίκη αντί στη Γερμανία όπως πολλά παιδιά της γενιάς μου. Η γιαγιά έμεινε μαζί μας, αντί να μαγειρεύει για άλλους μαγείρευε για μας και η μαμά ξανάρχισε να δουλεύει. Τότε ήταν συνηθισμένο να ζουν οι γιαγιάδες με τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Μας μεγάλωνε, μας κανάκευε, μας έκανε χατήρια και τη μάλωνε η μαμά κι  έφτιαχνε πατατούλες τηγανητές όταν δεν μας άρεσε το φαγητό, πράγμα που ήταν αιτία πολέμου με τη μαμά μου, τη μαμά μου που τώρα κάνει ακριβώς τα ίδια με τα δικά της εγγόνια. Το 1980, Μεγάλο Σάββατο ήταν, την πήγαμε στο νοσοκομείο γιατί μας αποκάλυψε άσπρη από πόνο πως είχε τρεις μέρες αιματουρία. Η διάγνωση ήταν καρκίνος στο νεφρό, διηθητικός. Της αφαίρεσαν τον ένα νεφρό και μας είπαν να μην την πλακώσουμε σε χημιοθεραπείες και τέτοια για να μην πεθάνει πριν την ώρα της από το φόβο. Τέσσερα με πέντε χρόνια της έδωσαν και έζησε από τότε χωρίς να κάνει μετάσταση ο καρκίνος. Ένα κακό είχε η γιαγιά, έπεφτε συνέχεια και είχε σπάσει ό,τι μπορούσε να σπάσει στα πόδια της. Στο τέλος δεν μπορούσε να περπατήσει καλά είχε και πρόβλημα με τα μάτια της και αναγκάστηκε να καθηλωθεί , στην αρχή μέσα στο σπίτι και στα τελευταία της στο κρεβάτι. Αυτό που δεν έχασε ποτέ ήταν το μυαλό της και η διάθεση να διηγείται ιστορίες, τις «ιστορίες του Μπαρμπαγιαννάκη», έτσι τις λέγαμε.

–          Α ρε γιαγιά, εσύ θα μας θάψεις όλους, της λέγαμε και θύμωνε.

–         Σους μαρή, απαντούσε, τι θα γίνω εγώ; Σαν τα ψηλά βουνά; Έχω δει τρεις πολέμους, έχω ζήσει προσφυγιά, πλούτο και φτώχεια, τι μένει άλλο να δω;

Δεν απαντούσαμε γιατί πλέον είχαμε μάθει τη συνέχεια. Μετά από λίγο η γιαγιά, και αφού το σκεφτόταν, μονολογούσε…

–          Είναι ωραία η ζωή όμως…. ακόμα κι έτσι, χωρίς τα μάτια και τα πόδια μου, είναι ωραία…..

Κι έβαζε συνέχεια βραχυπρόθεσμους στόχους. Να δει τη μια εγγονή παντρεμμένη, άντε να δει κι ένα δισέγγονο, άντε να πάρει σειρά η άλλη, να πάρω εγώ το πτυχίο μου, μετά να δει και το δεύτερο, να με δει και παντρεμμένη…. και πάει λέγοντας.

Τα είδε όλα αυτά και πέθανε εννιά μέρες μετά που γεννήθηκε ο γιος μου, αφού πρώτα πρόλαβε κι άκουσε το κλάμα του από το τηλέφωνο…. Οι γιατροί στο νοσοκομείο δεν πίστευαν λέξη για τον καρκίνο. Αποκλείεται, είπαν, να είχε καρκίνο, λάθος καταλάβατε. Αν είχε θα σκίσουμε τα πτυχία μας. Δεν ξέρω ποιοι θα έπρεπε να τα σκίσουν, η διάγνωση πάντως του ’80 και το εξιτήριο μιλούσαν για καρκίνο. Τον έσκισε όμως η γιαγιά μου τον καρκίνο, σιγά μην τον άφηνε να τη νικήσει…..

Advertisements