Πόσοι από σας έχουν πάει σχολείο τη δεκαετία του ’60 και του ΄70; Τι μου ήρθε τώρα και ρωτάω ε; Ρωτάω γιατί ακούω δεξιά και αριστερά, ανθρώπους που είναι γύρω στην ηλικια των 30-35 ετών να αναπολούν τα σχολεία της δεκαετίας του ’60 κυρίως και λιγότερο της δεκαετίας του ’70, μη γνωρίζοντάς τα. Αναπολούν κάτι που δεν έχουν ζήσει και που έφτασε σ’ αυτούς μέσα από τις ωραιοποιημένες αναμνήσεις των γονιών τους. Μερικές φορές τα αναπολώ κι εγώ, απογοητευμένη από τα σχολεία του σήμερα και φιλτραρισμένα μέσα από τον παραμορφωτικό φακό του χρόνου και πρέπει κάθε φορά να κάνω προσπάθεια για να θυμηθώ πως αντικειμενικά ήταν.

Για να δούμε λοιπόν τι είναι αυτό που αναπολείτε εσείς που δεν τα ζήσατε, που αναπολούμε εμείς που τα ζήσαμε.

Στο δημοτικό είχα μια δασκάλα για τα τρία πρώτα χρόνια, αν δεν είχα αυτή θα είχα πιθανόν άλλη πορεία στη ζωή μου. Όταν αλλάξαμε δασκάλα μετά τα τρία πρώτα χρόνια έχασα τον κόσμο και κατάλαβα πως η κυρία Λούλα ήταν η εξαίρεση. Οι υπόλοιποι ήταν απλά ανύπαρκτοι.  Θυμάμαι τα ονόματά τους, δεν τους θυμάμαι σαν δάσκαλους παρά μόνο για τις προσβολές και το ξύλο που έριχναν ή γιατί απλά καθόταν στην τάξη, έλεγαν ένα μάθημα στα γρήγορα και άναβαν τσιγάρο. Ακόμα θυμάμαι το ξύλο που έφαγα μια φορά με το χάρακα, εγώ και σχεδόν όλη η τάξη. Και για να έφαγα εγώ ξύλο, που στην κλίμακα αταξίας ήμουν μια γραμμή πάνω από το «νεκρός», φανταστείτε τι γινόταν με τους άλλους. Ξύλο λοιπόν με το χάρακα όχι στην παλάμη, αυτό αντέχεται, ξύλο με το χάρακα στην πάνω πλευρά του χεριού. Πόσοι αλήθεια απ’ όσους τότε δεν υπήρχαν ξέρουν τι σημαίνει; Η αιτία; Δεν τη θυμάμαι, μάλλον δεν θα ήταν κάτι τόσο σοβαρό που να δικαιολογεί τόσο ξύλο. Τα τραβήγματα αυτιών όμως, οι καρπαζιές και τα χαστούκια ήταν στην ημερήσια διάταξη. Το χειρότερο όμως ήταν οι προσβολές. Τους μαθητές τους αξιολογούσαν με την πρώτη ματιά ανάλογα με το τι δουλειά έκαναν οι γονείς, αν έμεναν σε πολυκατοικία ή παράγκα (στις πολυκατοικίες ήταν άλλο επίπεδο κι άμα το διαμέρισμα ήταν ρετιρέ είχες εντελώς άλλο status). Τα παιδιά των ΔΥ και των ρετιρέ είχαν άλλη αντιμετώπιση. Καθόταν στο πρώτο θρανίο, οι δάσκαλοι τους χαμογελούσαν και πάντα, εκτός εξαιρέσεων, ήταν οι καλοί μαθητές. Η άλλη περίπτωση καλών μαθητών ήταν τα παιδιά με τα πεσκέσια, ανάλογα με το πεσκέσι ανέβαινες στην κλίματα της αξιολόγησης και βέβαια τα πεσκέσια ήταν συνήθως ανάλογα και του ορόφου που έμενες. Αυτό το ξεσκαρτάρισμα γινόταν από τις πρώτες κιόλας μέρες και έμενε για πάντα. Είμαι σίγουρη πως ο συμμαθητής μου ο Μπιτσάνης ή ο Παρασκευάς ο «γλόμπος» θα ήταν καλύτεροι μαθητές αν τους είχε δοθεί μια ευκαιρία. Ο ένας όμως έμενε σε παράγκα κι ο άλλος σ’ ένα «καραβάν σαράι» όπου έμεναν αυτοί που λέγαμε τότε «ρωσοπρόσφυγες». Ένα τεράστιο κτίριο όπου σε κάθε δωμάτιο έμεναν δύο και τρεις οικογένειες και που ο ζωτικός χώρος της κάθε μιας οικογένειας χωρίζονταν από αυτόν της διπλανής με κουρελού. Αυτοί, με το καλημέρα σας κατατάχτηκαν στους κακούς μαθητές και φυσικά αυτό έγιναν σαν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Έτρωγαν ξύλο καθημερινά, καθόταν πάντα στο τελευταίο θρανίο, κανείς δεν τους βοηθούσε να ξεπεράσουν τα προβλήματα που είχαν στο μάθημα, κανείς δεν σκεφτόταν πως δεν είχαν λεφτά για τετράδια ή πως οι γονείς τους πιθανόν ήταν αγράμματοι και δεν μπορούσαν να τους βοηθήσουν στο σπίτι. Απλά έμεναν στην ίδια τάξη κι αν καμμιά φορά προσπαθούσαν να πουν κάτι τους κορόιδευε όλη η τάξη με αρχηγό τη δασκάλα. Τελείωσαν το δημοτικό με χίλια ζόρια και χάθηκαν. Ιδέα δεν έχω τι απέγιναν.

Μετά ήρθε το γυμνάσιο και το Λύκειο. Ήρθε και η μεταπολίτευση την οποία όμως τα σχολεία δεν την κατάλαβαν. Το σύστημα είχε μεγάλη αδράνεια για ν’ αλλάξει τόσο γρήγορα. Ξύλο έπεφτε και στο γυμνάσιο αλλά λιγότερο. Οι προσβολές πάντα οι ίδιες, οι καθηγητές έμπαιναν, έλεγαν κάτι και όποιος το κατάλαβε το κατάλαβε. Εξέταση, παράδοση, τέλος. Άμα οι γονείς ήξεραν γράμματα και μπορούσαν να βοηθήσουν τα παιδιά τους είχε καλώς, άμα δεν ήξεραν την είχες πατήσει. Κάπως έτσι άρχισαν να ξεφυτρώνουν τα φροντιστήρια, πήγαινες γιατί δεν καταλάβαινες την τύφλα σου στο σχολείο. Έτσι πήγα κι εγώ στην Α’ Λυκείου και ξεστραβώθηκα. Δεν ήμουν χαζή, απλά στο σχολείο και στα μαθηματικά, φυσικές, χημείες που εμένα μ’ ενδιέφεραν οι καθηγητές μας έκαναν ανάγνωση από το βιβλίο. Εννοείται όχι το βιβλίο του ΟΕΔΒ, αυτό το παίρναμε στην αρχή της χρονιάς και το βάζαμε στο ράφι να σκονίζεται. Έβγλα ατο λύκειο με βιβλία αγορασμένα από το εμπόριο, που περιείχαν περισσότερα πράγματα από τα βιβλία του ΟΕΔΒ και τα οποία έπρπε να έχουμε αν θέλαμε να περάσουμε την περιπέτεια των εισαγωγικών εξετάσεων για το πανεπιστήμιο με πιθανότητες επιτυχίας. Στις ερωτήσεις μας οι καθηγητές μας απλά επαναλάμβαναν ό,τι είχαν πει προηγουμένως (αυτοί που δεχόταν ερωτήσεις) και σε κοιτούσαν μ’ ένα βλέμμα του στιλ «μα πόσο ήλίθια μπορεί να είσαι».

Επιθεωρητές.

Μια μεγάλη συζήτηση στις μέρες μας είναι η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, πολλοί αναπολούν τον Επιθεωρητή του «παλιού καλού καιρού». Είναι μεγάλη κουβέντα η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, εγώ τη βρίσκω απαραίτητο εργαλείο για την αυτοβελτίωση του εκπαιδευτικού αλλά υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να αλλάξει συθέμελα το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και η εκπαιδευτική πολιτική. Και να καταλήξουμε σ΄ένα σύστημα αξιολόγησης αφού πρώτα όλοι (και το ίδιο το κράτος) απαντήσει σε μερικά βασικά ερωτήματα, όπως «τι είδους εκπαίδευση θέλουμε;», «τι αποτελέσματα περιμένουμε να έχουμε;» και πολλά άλλα που δεν είναι της παρούσης. Για να δούμε όμως πως θυμάμαι εγώ τους επιθεωρητές.

Επιθεωρητή είδα μόνο δύο φορές στη ζωή μου. Μας είχαν πείσει δε οι καθηγητές μας, πως οι επιθεωρητές θα κρίνουν εμάς άρα πρέπει να δείξουμε τον καλύτερο εαυτό μας. Θυμάμαι μία θεολόγο στην γ’ γυμνασίου που όλη τη χρονιά μας έβριζε και μας πρόσβαλε κάθε μέρα και  όταν περίμενε τον επιθεωρητή μας κατατρόμαξε πως άμα δεν είμαστε ήσυχες και δεν έχουμε διαβάσει θα έχουμε πρόβλημα με τον επιθεωρητή. Εμείς θα είχαμε προβλήματα, όχι εκείνη. Τη μέρα που ήρθε ο κύριος Επιθεωρητής ήταν και η μοναδική φορά που την είδαμε  γλυκομίλητη και χαμογελαστή. Ήρθε ο επιθεωρητής, έφυγε, είδε πόσο καλή είναι στην τάξη και την άλλη μέρα γυρίσαμε στη ρουτίνα μας. Βρισιές και προσβολές. Ποτέ κανένας δάσκαλος δεν αξιολογήθηκε για το παιδαγωγικό και το διδακτικό του έργο. Ποτέ κανένας δάσκαλος δεν απολύθηκε γιατί έβαζε βαθμούς με βάση τα πεσκέσια, γιατί σάπιζε τους μαθητές στο ξύλο, γιατί τους πρόσβαλε, γιατί καθόταν στην τάξη και απλά κάπνιζε (θεολόγος στην α’ λυκείου). Κανένας δεν πίστευε πως ο μουσικός στο γυμνάσιο έβαζε χέρι σε όσες μαθήτριες μπορούσε και ποτέ δεν διώχθηκε γιαυτό. Το μόνο που έγινε ήταν να εξαφανιστεί κάποια στιγμή από το σχολείο μας. Μάθαμε από στόμα σε στόμα πως κάποιοι γονείς τον κατάγγειλαν και πως από τη διεύθυνση, για να μη γίνει σκάνδαλο, τον έστειλαν σε άλλο σχολείο.

Αν δεν είχες μόνος σου το νταλγκά παπάρια μάθαινες από τους ημιμαθείς δασκάλους μας. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που ήταν αληθινά καλοί δάσκαλοι, όχι λιγότεροι και όχι περισσότεροι από όσους υπάρχουν και τώρα. Η διαφορά είναι πως τότε είχαν τον σεβασμό της κοινωνίας κι ας ήταν καθάρματα. Ο παπάς, ο χωροφύλακας κι ο δάσκαλος ήταν οι αρχές των μικρών κοινωνιών. Μας σάπιζαν στο ξύλο και κανένας γονιός δεν σκεφτόταν μήπως είχαν άδικο. Για να σε δείρει ο δάσκαλος θα είχε δίκιο έλεγαν, και σου έριχναν και οι γονείς ένα χέρι ξύλο για να εμπεδώσεις. Κανένας επιθεωρητής και καμμία επιθεώρηση ή κανένας φόβος δεν τους έκανε να γίνουν καλύτεροι δάσκαλοι. Το μόνο που φοβόταν ήταν μη τυχόν κάποιος τους κατηγορήσει για εχθρούς της πατρίδας και βρεθούν στα σύνορα.

Είστε/είμαστε σίγουροι πως αυτό ακριβώς νοσταλγείτε/με; Γιατί αυτό ήταν η παιδεία στις δεκαετίες του ’60 και του ’70.

Advertisements